έχε το νου σου στο παιδί..




Σάββατο, 17 Νοεμβρίου 2012

Κάποτε...






Αξίζει πράγματι κανείς να διαθέσει λίγο χρόνο, για να διαβάσει το παρακάτω όμορφο κείμενο, το οποίο είναι μεν ρομαντικό, αλλά το αναρτώ γιατί περιγράφει με περισσή ενάργεια και ακρίβεια, αλλά και με μία πληθώρα γνήσιων συναισθημάτων αναπόλησης την εποχή των νεανικών μας χρόνων. Εγώ για να περιορίσω λίγο τη ρομαντική διάθεση της συντάκτριας του και να απομειώσω την ωραιοποίηση εκείνης της εποχής πρ
οσθέτω στο κείμενο αυτό τη φράση: "Ναι εκείνη την εποχή κυριαρχούσε μεν η φτώχεια, η ανέχεια, η μετανάστευση και ιδίως ο αυταρχισμός καθε έκφρασης της εξουσίας, αλλά η συντριπτική πλειοψηφία αυτού του λαού είχε αρχές, αξιοπρέπεια, αυθεντικότητα, ειλικρίνεια και περηφάνια, ενώ στις παιδικές και νεανικές ψυχές μας αφέντες ήταν το όνειρο και ο αγνός Έρωτας!"

 Παναγιώτης  Σκουρκέας




«Η γενιά μας 1960 – 1970. Μία ρομαντική ματιά στα νεανικά μας χρόνια».
……………………………………………………………
Σύμφωνα με τις στατιστικές, αυτοί από εμάς που ήμασταν παιδιά τις δεκαετίες του ΄60 έως ΄70 πιθανόν δεν θα έπρεπε να είχαμε επιζήσει! Οι κούνιες μας ήταν βαμμένες με γυαλιστερή λαδομπογιά με βάση το μόλυβδο. Τα πατώματα είχαν μωσαϊκό που σου περόνιαζε τα κόκκαλα κι οι κρεβατοκάμαρες ξύλινα πατώματα που τα γυάλιζαν με παρκετίνη, με κάτι βαριές παρκετέζες και κάθε τόσο αγκίθες καρφωνόντουσαν στις ξυπόλητες πατούσες μας. Οι παιδικές αρρώστιες έκαναν θραύση. Κάθε τόσο κι ένας φίλος ή συμμαθητής πάθαινε ιλαρά, κοκίτη, μαγουλάδες, ανεμοβλογιά. Δεν είχαμε καπάκια ασφαλείας στα μπουκάλια με τα φάρμακα, ούτε καπάκια στις πρίζες του δωματίου, εκείνες τις σκούρες τις φτιαγμένες από βακελίτη. Ζεσταινόμασταν με σόμπες με ξύλα ή με κάρβουνο ή με θερμάστρες πετρελαίου. Που να βρεθεί καλοριφέρ τότε. Τηλέφωνο είχε ή σε κανένα θάλαμο του ΟΤΕ με κερματοδέκτη μ’ εκείνες τις μάρκες τις χαραγμένες ή στο περίπτερο της γειτονιάς, που είχε κρεμασμένα με μανταλάκια τα περιοδικά μας, το «Μικρό Ήρωα», το «Μικρό Σερίφη», κι ακόμα το «Ρομάντζο», το «Πάνθεον», το «Ντομινό», τη «Βεντέτα», το «Πρώτο», το «Εμπρός». Ακόμα ζητάω τη σοκολάτα «ΙΟΝ» αμυγδάλου του τάλιρου, ή τις πρώτες γκοφρέτες «ΜΕΛΟ» με τα χαρτάκια με τις φορεσιές και τις σημαίες των χωρών του κόσμου. Ακόμα θυμάμαι το Γλειφιτζούρι κοκοράκι, το μαλλί της γριάς στα πρόχειρα λούνα παρκ, Το φρεσκοψημένο ποπ κορν , τις καραμέλες γάλακτος τις τυλιγμένες στο χρυσό χαρτί, τις κατακόκκινες καραμέλες τσάρλεστον, το πεστίλι πέτσα βερίκοκο, το αυθεντικό παστέλι και το κάτασπρο μαντολάτο. Ακόμα θυμάμαι τη γεύση απ το καλαμπόκι και τα κάστανα και συγκινούμαι όταν βλέπω καστανάδες, λίγους πια και καλαμποκάδες σε κάνα πανηγύρι. Χάθηκαν τ’ αυθεντικά σουβλάκια με τα ντονέρ και τη ξεροψημένη πίτα και το κοκκινοπίπερο. Τα αστικά λεωφορεία «Σκάνια Βάρις», «Σκόντα», «Βόλβο» κι αργότερα «Βritish Leyland» και «ΗΙΝΟ» είχαν τη μηχανή μέσα και ήταν συνήθως καλυμμένη με μπλε δερμάτινα καπιτονέ καλύμματα. Βόγκαγαν κάθε φορά που ο οδηγός άλλαζε ταχύτητα. Καμιά φορά είχε και μια θέση μπροστά δεξιά δίπλα στη μηχανή που ήταν η καλύτερη για τα παιδικά μας όνειρα. Υπήρχε και εισπράκτορας στριμωγμένος δίπλα στην πίσω πόρτα με το κλασσικό γκρι καπέλο με το γείσο κι ένα πρωτόγονο μικρόφωνο κι έλεγε τις στάσεις ή φώναζε τέρμα τα μία και είκοσι. Θυμάστε εκείνες τις κερματοθήκες που έβαζε τα κέρματα και που τώρα τελευταία ξανάγιναν της μόδας; Τα κίτρινα τρόλεϊ με τους οδηγούς και τους εισπράκτορες με τις καφέ στολές, κι εκείνο το περίεργο μηχανάκι με τη μανιβέλα, που έκοβε τα εισιτήρια. Τα γκρίζα αμερικάνικα πελώρια ταξί με τα καθισματάκια που έπεφταν από τις πλάτες των μπροστινών καθισμάτων, γυρόφερναν ή άραζαν στις πιάτσες. Κι οι πειρατές, «ένα διφραγκάκι Σύνταγμα» τους έκοβαν το μεροκάματο. Ποιος να έχει τότε Ι.Χ; Οι λίγοι τυχεροί αγόραζαν «VW» σκαραβαίους, ή μεταχειρισμένα «Hansa», «Wartburg», «FIAT 1100», «Opel Olympia». Θυμάστε τα «Anglia», τα» Peugeot 403», τα «Renault 10» ή το «Simca 1000», με τα ανύπαρκτα καλοριφέρ και τα λιγνά λάστιχα; Τα δίχρονα «SAAB»; Τα «Consoul Cortina»; Το γάλα μας το έφερνε ο γαλατάς ή μέσα σε γυάλινα μπουκάλια με αλουμινένια καπάκια ή μας
το άδειαζε από μεγάλες καρδάρες στην κατσαρόλα στην εξώπορτα. Οι κολώνες του πάγου που τις έφερνε ο παγοπώλης με την τρίκυκλη μοτοσυκλέτα του και τις κουβάλαγε μ’ εκείνο το περίεργο εργαλείο γάντζο, αργοέλιωναν στο κεφαλόσκαλο. Και η βρύση του ψυγείου είχε στο στόμιο της τυλιγμένο ένα λευκό τουλπάνι σα φίλτρο. Πού ηλεκτρικά ψυγεία; Αργότερα θυμάμαι κάτι «ΠΙΤΣΟΣ», «ΙΖΟΛΑ» και «ΚΕΛΒΙΝΕΙΤΟΡ». Οι παπλωματάδες, οι καρεκλάδες, οι γανωτζήδες, οι ακονιστές κι οι τσαγκάρηδες είχαν πολλή δουλειά. Στην κεντρική λεωφόρο ένα πλήθος από λούστρους με καλογυαλισμένα κασελάκια, που λαμποκοπούσαν, περίμεναν πελάτη. Πιο δίπλα ο στραγαλατζής για να περνάτε ευχαρίστα στα σουλάτσα στις πλατείες. Και σε κάποια γωνιά, σε μια καμαρούλα 2Χ2, ήταν το βασίλειο του τσαγκάρη μ’ εκείνο το περίεργο καλαπόδι που έβαζε ανάποδα το παπούτσι και το κόλλαγε και το κάρφωνε μ’ εκείνες τις μαύρες πρόκες με το πλατύ κεφάλι και διάχυτη η μυρουδιά της βενζινόκολλας. Στη γωνιά του δρόμου μια «ΕΒΓΑ» που πούλαγε γάλα, γιαούρτια και παγωτά σε ψυγεία με μαύρα λαστιχένια καπάκια, και σε μια γωνιά μεταλλικά κουτιά με γυάλινο επάνω μέρος και μέσα μπισκότα γεμιστά με κρέμα γεύση βανίλια, σοκολάτα, φράουλα και μπανάνα και κουραμπιέδες «Μπούσιου» αν θυμάμαι τυλιγμένους σε ημιδιαφανές χαρτί. Στο κομμωτήριο της γειτονιάς οι κυρίες ψηνόντουσαν με τις ώρες κάτω απ’ τις κάσκες σεσουάρ με τα μαλλιά πασαλειμμένα πλίξ, τυλιγμένα σε ρόλλει κι όλα μαζί σκεπασμένα με δίχτυ και τααυτιά σκεπασμένα με κοκάλινα καπάκια. Η μανικιουρίστα καθάριζε τα πετσάκια κι έβαφε τα νύχια με κατακόκκινο μανό, που μύριζε ασετόν από δέκα μέτρα μακριά. Ο καφές στα καφενεία ήταν μόνο Ελληνικός, -Τούρκικος τότε. Δεν υπήρχε νες καφέ, ούτε φραπέ, ούτε καπουτσίνο, ούτε εσπρέσο ούτε καν φίλτρου γαλλικός. Μόνο σε κανένα ζαχαροπλαστείο εύρισκες γαλλικό και βέβαια τον πλήρωνες πανάκριβα. Οι πρώτες καφετιέρες ήταν κάτι γυάλινες κανάτες γεμάτες νερό πάνω στη φωτιά, μ’ ένα ειδικό μεταλλικό φίλτρο που ο ατμός που υγροποιούταν, έπεφτε πάνω στον καφέ, τον έριχνε στο νερό και ο κύκλος συνεχιζόταν μέχρις εξαντλήσεως του περιεχομένου. Σαββατόβραδο στα μικράτα μας σινεμαδάκι την σπουδαία περίοδο του Ελληνικού κινηματογράφου και το βράδυ ταβερνάκι με μπριζολίτσα, παιδάκια και μια γουλιά μπύρα που μας έδινε κρυφά η μάνα μας γιατί «το παιδί δεν πρέπει να πίνει». Και αργότερα πιο μεγάλοι πια, σινεμά και καφετέρια στον Πύργο των Αθηνών, το «Loubier», το «Blue Bell», στου «Φλόκα», στο «Βυζάντιο’, στο «REX», στο «ΣΙΝΕΑΚ» για ταινίες με Χοντρό ‐ Λιγνό. Ο «Βρυλώνιας» με τις φοβερές μακαρονάδες. Η «Σόνια». Με πόση χαρά ακολουθούσαμε Κυριακή πρωί τον πατέρα στο καφενείο και απολαμβάναμε επί ώρες μια κουταλιά βανίλια, το γνωστό υποβρύχιο, μέσα σ’ ένα ποτήρι παγωμένο νερό, ή τρώγαμε το μεζέ του ούζου και του αφήναμε το ούζο ξεροσφύρι. Κι ύστερα με το ποδήλατο πάνω κάτω στο πεζοδρόμιο κι εκείνος να μας ρίχνει κλεφτές ματιές κάθε που σήκωνε το κεφάλι του απ’ το τραπέζι με την πρέφα ή το τάβλι. Και το μεσημέρι της Κυριακής, μετά το οικογενειακό γεύμα, πόση πίκρα όταν έφευγε για το γήπεδο χωρίς εμάς, γιατί ήταν μεγάλο παιγνίδι και με πόση λαχτάρα περιμέναμε ν’ ακούσουμε την περιγραφή απ’ το ραδιόφωνο. Γεωργίου, Φώσκολος, Λογοθέτης κι αργότερα απ’ την τηλεόραση Διακογιάννης, Φουντουκίδης, Κατσαρός. Τα καλοκαίρια μπάνιο με το πούλμαν ή πάνω στις καρότσες των αγροτικών ή με φορτηγά ή άντε με προϊστορικά λεωφορεία, που ζεμάταγαν σαν την κόλαση στις κοντινές παραλίες, Καβούρι, Βουλιαγμένη, Βάρκιζα, άντε και στη Λουμπάρδα ή απ την άλλη μεριά στη Ραφήνα, στη Νέα Μάκρη, στο Κόκκινο λιμανάκι. Γελάγαμε με κάτι χοντρές γριές που κάνανε μπάνιο με τις κομπιναιζόν, Πέφταμε κάτω και χτυπιόμασταν όταν βλέπαμε κάποιους με το ένα χέρι να κρατάνε τυλιγμένη την πετσέτα γύρω τους και με το άλλο να προσπαθούν να βγάλουν το μαγιό και ναι βάλουν εσώρουχο και παντελόνι. Σιχαινόμασταν τα κεφτεδάκια ή τα ντολμαδάκια στην αμμουδιά. Και το νερό που πίναμε ήταν πάντα χλιαρό. Η γλυκύτερη αναμονή το καλοκαίρι ήταν ο παγωτατζής με το καρότσι με τις σιδερένιες ρόδες που το έσπρωχνε στο χωματόδρομο. «Παπασπύρου», «ΑΣΤΥ», «ΕΒΓΑ». Μια δραχμή η κρέμα, μιάμιση το κακάο, δύο η σοκολάτα. Και φρούτα, θεούλη μου τι φρούτα ήταν αυτά! Θυμάμαι ακόμα τον πατέρα μου να κουβαλάει κάτι δωδεκάκιλα αμερικάνικα ριγέ καρπούζια και γιαρμάδες που σε κάθε δαγκωνιά τα ζουμιά έτρεχαν στο πηγούνι και στο λαιμό. Και πεπόνια που μοσχομύριζαν. Και κεράσια μέλι. Και σταφύλια ολόγλυκα. Ψωμί, τυρί φέτα και καρπούζι για φαγητό. Η υπέρτατη γεύση. Πίναμε νερό απ’ το λάστιχο του κήπου (τι εμφιαλωμένα και πράσινα άλογα), τρώγαμε λουκουμάδες με ζάχαρη, κουλούρι και τριγωνάκι κεφαλοτύρι απ’ τον πλανόδιο κουλουρά έξω απ’ την εκκλησία, αμφίβολης καθαριότητας τυρόπιτες και σάμαλι (δεν έχω ξαναδοκιμάσει από τότε τέτοια νοστιμιά), κοκ και κορνέ με σαντιγί, και πάστες νουγκατίνες, σοκολατίνες και σεράνο απ’ τις «ΕΒΓΑ» της γειτονιάς. Γευόμασταν βούτυρα και μαρμελάδες σπιτικές και σπιτικά γλυκά κουταλιού: Συκαλάκι, περγαμόντο, βύσσινο και πορτοκάλι, νερατζάκι, και φαγητά που δεν τα φτιάχνουν τώρα γιατί είναι κουραστικά. Ροστ μπήφ, μελιτζάνες παπουτσάκια, ιμάμ, παστίτσια, μουσακάδες. Τρώγαμε τόνους κεφτέδες με πατάτες τηγανιτές αλλά ποτέ δεν ήμασταν υπέρβαροι γιατί γυρνάγαμε όλη μέρα στους δρόμους και τις αλάνες παίζοντας. Μαζεύαμε καπάκια αναψυκτικών και μοιραζόμασταν με τους φίλους μας μια πορτοκαλάδα ή γκαζόζα απ’ το ίδιο μπουκάλι και ποτέ κανένας μας δεν έπαθε τίποτε. Δεν πολυαρρωσταίναμε, αλλά αν τύχαινε να αρρωστήσουμε πάντα υπήρχε μία καλή μάνα ή γιαγιά να μας δώσει λίγο φιδέ και να μας ρίξει βεντούζες, να μας δώσει μια κουταλιά «Νορισοντρίν», «Ιπεσαντρίν», «Αλγκόν» ή ασπιρίνη διαλυμένη στο κουταλάκι μαζί με ζάχαρη, ή να μας κάνει μια ένεση με γυάλινη σύριγγα, που τη βράζανε στο κατσαρολάκι, και πιο ύστερα να μας διαβάσει κανένα παραμυθάκι για να αποκοιμηθούμε. Και κάτι θερμόμετρα γυάλινα του πεντάλεπτου και στα πόδια του κρεβατιού να γουργουρίζει η γάτα η παρδαλή και να αναδεύεται και να παίζει με την άκρη της κουβέρτας. Όταν κάναμε ποδήλατο («eska» ή «velamos») δεν φορούσαμε κράνος και στην πίσω ρόδα βάζαμε πάντα χαρτόνι από πακέτο τσιγάρα, πιασμένο με ξύλινο μανταλάκι έτσι για να κάνει θόρυβο και να μας θυμίζει μηχανάκι. Περνάγαμε ώρες έξω απ’ το σπίτι, φτιάχνοντας πατίνια με ρουλεμάν και σανίδια και κατεβαίναμε τις κατηφόρες τις γειτονιάς απλά για να διαπιστώσουμε ότι είχαμε ξεχάσει να βάλουμε φρένο. Κι όταν σηκωνόμασταν μέσα απ’ τους θάμνους, που καταλήγαμε, μαθαίναμε πώς να διορθώνουμε το πρόβλημα των φρένων, για να μη ξαναπληγώσουμε τα γόνατα μας και να μην αποκτήσουμε ευμεγέθη καρούμπαλα στο κέντρο του μετώπου μας Κι αν τα αποκτούσαμε, τα πατάγαμε μ’ εκείνα τα μεγάλα τάλιρα για να μη φουσκώσουν. Είχαμε φίλους. Βγαίναμε στο δρόμο και τους βρίσκαμε. Παίζαμε μπάλα και κυνηγητό στους δρόμους. Τα δοκάρια στα αυτοσχέδια γήπεδα ήταν ή οι σχολικές τσάντες ή τα πουλόβερ κι οι ζακέτες μας κουβαριασμένες και για καλάθια του μπάσκετ είχαμε τα περβάζια των παραθύρων. Πόσες φορές δεν σπάγαμε και κανένα τζάμι κι εξαφανιζόμασταν όλοι μαζί, αφήνοντας τη μπάλα στα χέρια κάποιου συνταξιούχου που την έσκιζε με το σουγιά και την πέταγε στο δρόμο. Ο παλιόγερος! Σκάβαμε λακουβάκια για να παίξουμε γκαζές, ακόμα και κουτσό μαζί με τα κορίτσια, χαρτάκια ή απ’ αυτά που αγοράζαμε απ’ τα περίπτερα ή με τα χαρτόνια απ’ τα πακέτα τα τσιγάρα. Πηγαίναμε στα σπίτια των φίλων μας και χτυπούσαμε την πόρτα ή το πιο συνηθισμένο μπαίναμε χωρίς να ρωτήσουμε. Πέφταμε από δέντρα, κοβόμασταν, πληγώναμε τα γόνατα μας και σπάγαμε και κανένα χέρι και οι γονείς μας μάς κατσάδιαζαν κι αυτό ήταν. Λίγο βάμμα στην πληγή κι όξω απ’ την πόρτα. Τσακωνόμασταν και παίζαμε μπουνιές και μαυρίζαμε και μελανιάζαμε και πάλι φιλιώναμε. Παίζαμε ξιφομαχίες με αυτοσχέδια ξύλινα σπαθιά. Τα ακόντια μας ήταν τα κοντάρια απ’ τις σκούπες, ειδικά από εκείνες που τύλιγαν με μια μαξιλαροθήκη και ξαράχνιαζαν τα ταβάνια. Οι ασπίδες μας ήταν τα καπάκια απ’ τις μεγάλες κατσαρόλες. Τρώγαμε ακόμα και σκουλήκια και λάσπες απ’ τον κήπο. Θυμάστε τη γεύση της λάσπης; Ούτε μάτια βγάλαμε, ούτε τα σκουλήκια έζησαν για πολύ στο στομάχι μας. Κι όταν η γιαγιά πότιζε τον κήπο, τι πλάκα να της πατάς το λάστιχο του ποτίσματος και να της κόβεις το νερό κι εκείνη να φωνάζει. Κι ο πανικός ακόμα μεγαλύτερος, όταν πιάναμε το φλιτ με το εντομοκτόνο για να παίξουμε, ανίδεοι για το δηλητήριο που περιείχε. Στους ποδοσφαιρικούς μας αγώνες την ομάδα την έφτιαχναν μερικοί. Οι υπόλοιποι μάθαιναν να ζουν χωρίς αρχηγιλίκι. Φεύγαμε απ’ το σπίτι το πρωί και παίζαμε όλη μέρα ελεύθεροι, αρκεί να γυρίζαμε πίσω μόλις άρχιζε να σκοτεινιάζει, ή όταν η μάνα μας έβαζε τις φωνές απ’ το μπαλκόνι να τσακιστούμε ν’ ανεβούμε για διάβασμα. Δεν είχαμε βιντεοπαιχνίδια, ούτε καν τηλεόραση, ούτε κινητά, ούτε υπολογιστές ή internet, άντε κανένα ραδιόφωνο με λυχνίες. Το καλύτερο δώρο ήταν ένα μικρό τρανζιστοράκι με εννιάβολτη «Bereck» για ν’ ακούμε Εθνικό, ή Ενόπλων. Πηγαίναμε σχολείο και τα Σάββατα. Τρείς μέρες πρωί, τρείς μέρες απόγευμα. Τετάρτη απόγευμα, Πέμπτη πρωί και την πρώτη ώρα Μαθηματικά. Πόσες φορές δεν αισθανθήκαμε το χέρι κάποιου καθηγητή να μας σηκώνει απ’ τη φαβορίτα ή να μας τραβάει τ’ αυτιά, ή να μας ρίχνει μια σβουριχτή σφαλιάρα. Κι η βίτσα, συνήθως από μουριά να μας πληγώνει την παλάμη. Οι πράξεις μας ήταν δικές μας και οι συνέπειες θα βάρυναν εμάς. Ποιος δε θυμάται τις καζούρες ιδιαίτερα στους Θεολόγους, τις Αγγλικούδες και τους Τεχνικούς. Τα παρατσούκλια που τους βγάζαμε τα παλιόπαιδα. Ο γιαουρτάς, ο καρκίνος ο θέκλας, ο θρούμπος, ο φισφιρίκος. Την αγωνία μόλις έμπαινε ο μαθηματικός κι άνοιγε τον κατάλογο. «Για να σηκωθεί σήμερα ο ……….». Και μέχρι να πει το μελλοθάνατο, κόμπος το στομάχι. Θυμάστε στα διαγωνίσματα την απεγνωσμένη προσπάθεια να αντιγράψουμε με το βιβλίο στα γόνατα, ή τα σκονάκια κρυμμένα στα μανίκια, ή τα κορίτσια που τα ΄γραφαν με στυλό «BIC» ή «SCHNEIDER» πάνω στα μπούτια τους και τα κάλυπταν με τις μπλε ποδιές τους. Μπλε κοριτσίστικες ποδιές, άσπρο γιακαδάκι και άσπρη μπλε κορδέλα στα μαλλιά. Ποδιές που εξαφανιζόντουσαν στο λεωφορείο και χωνόντουσαν μες στις τσάντες και τ’ αγόρια που περίμεναν στο τέρμα του λεωφορείου. Ποιος δε θυμάται τις ημερήσιες εκδρομές στον Κάλαμο, στον Αϊ Γιάννη το Ρώσο, στο Ναύπλιο, στον Όσιο Λουκά, στους Δελφούς για να δούμε τον Ηνίοχο το σκανδαλιάρη που σε κοίταγε πονηρά, όπου κι αν στεκόσουνα, με κάτι απίστευτα πούλμαν. Και τους ποδοσφαιρικούς αγώνες των τριών ωρών και βάλε στ’ άδεια οικόπεδα, που τώρα έχουν γίνει μεζονέτες και στούντιο. Κάποιοι μαθητές, όχι τόσο έξυπνοι ή επιμελείς, έχαναν την τάξη και ξαναπήγαιναν στην ίδια. Θυμηθείτε πόσους διετείς είχατε στην τάξη σας στο γυμνάσιο. Ήταν εύκολα αναγνωρίσιμοι απ’ τα γένια και τη χοντρή φωνή. Ο πρώτος μας έρωτας ήταν συνήθως αδελφή ή εξαδέλφη του καλύτερου φίλου μας. Θυμόσαστε το χτυποκάρδι αλήθεια; Την αγωνία μη μας πάρουν χαμπάρι; Το πρώτο φιλί; Τα ξαναμμένα μάγουλα, το χνούδι πάνω απ’ το χείλος μας. Θυμάστε τα πάρτι γενεθλίων με δεκαπέντε αγόρια και δύο κορίτσια (ποιος ν’ αφήσει την κόρη του να πάει) με πορτοκαλάδα ή «ΤΑΜ ΤΑΜ», πατατάκια τσιπς και σπιτικό κέικ κι αργότερα βερμουτάκι και ξηρούς καρπούς. Τις άπειρες φορές που χορεύαμε το ίδιο μπλουζ σε συνεννόηση με τον υπεύθυνο του πικάπ, έτσι για να μένουμε πιο πολλή ώρα αγκαλιασμένοι με το κορίτσι των ονείρων μας. Την απίστευτη φράση «ΤΑ ΦΤΙΑΞΑΜΕ». Τι φτιάξαμε ο Θεός κι η ψυχή μας. Πηγαίναμε στο γήπεδο τρεις ώρες πριν το ματς και γυρίζαμε παπί απ’ τη βροχή και παγωμένοι μέχρι το μεδούλι τυλιγμένοι με μουσκεμένες σημαίες και χωμένοι σε πλαστικές σακούλες και με τις κάλτσες να τρέχουν Υπήρχαν τέσσερις εποχές διακριτές μεταξύ τους. Τα φύλλα των δέντρων έπεφταν το φθινόπωρο και τα μπουμπούκια των λουλουδιών άνθιζαν την άνοιξη. Υπήρχαν δέντρα και κήποι στις αυλές των σπιτιών και πηγάδια και χώμα που μύριζε μετά το πότισμα . Θυμάστε τους πανσέδες; Τα σκυλάκια; Τα χρυσάνθεμα; Τις πλεχτές ζακέτες που βάζαμε κάπου μετά το Πάσχα; Τα πρώτα μακριά παντελόνια; Τα καλοκαιρινά βράδια τα βγάζαμε ή στα σκαλιά παρέες παρέες ή παίζοντας κρυφτό και κρυφτοντένεκο ή στα καλοκαιρινά τα σινεμά με τα χαλίκια, τις καρέκλες με το πλαστικό σκοινί, τις μπουκαμβίλιες στη μάντρα, τον πασατέμπο, την πορτοκαλάδα «ΠΑΡΘΕΝΩΝ», το μπυράλ και το απίθανο σε γεύση cola «ΤΑΜ‐ΤΑΜ». Αξέχαστα χρόνια! Οι γενιές αυτές έβγαλαν μερικούς απ’ τους καλύτερους επιστήμονες, γιατρούς, μηχανικούς, ανθρώπους εργατικούς και τίμιους οικογενειάρχες και πολλούς άλλους. Τα τελευταία πενήντα χρόνια έγινε έκρηξη σε καινοτομίες και νέες ιδέες. Είχαμε επιτυχίες, αποτυχίες και υπευθυνότητα και μάθαμε να τ’ αντιμετωπίζουμε όλα. Μεγαλώσαμε σαν παιδιά με τις χαρές και τις λύπες, μας. Ζήσαμε. Και θα εξακολουθήσουμε να ζούμε όσο μας χρωστάει ο Θεός, σε πείσμα όλων αυτών που μας πλαστικοποίησαν τη ζωή με δικές τους ιδέες και για δικό τους όφελος.

Anna Mana



 http://rigasili.blogspot.gr/2010/04/2-70.html


«H αλήθεια είναι ότι δεν ξέρω πώς καταφέραμε να επιβιώσουμε. Είμαστε μια γενιά σε αναμονή: Περάσαμε την παιδική μας ηλικία περιμένοντας. Επρεπε να περιμένουμε δύο ώρες μετά το φαγητό πριν κολυμπήσουμε. Δύο ώρες μεσημεριανού ύπνου για να ξεκουραστούμε, ήταν απαραίτητο. Ακόμα και οι πόνοι περνούσαν με την αναμονή. Κοιτάζοντας πίσω, είναι δύσκολο να πιστέψουμε ότι είμαστε ακόμα ζωντανοί.

Εμείς ταξιδεύαμε σε αυτοκίνητα χωρίς ζώνες ασφαλείας και αερόσακους. Κάναμε ταξίδια 10 και 12 ωρών, πέντε άτομα σε ένα Φιατάκι και δεν υποφέραμε από το "σύνδρομο της τουριστικής θέσης". Δεν είχαμε πόρτες, παράθυρα, ντουλάπια και μπουκάλια φαρμάκων ασφαλείας για τα παιδιά. Ανεβαίναμε στα ποδήλατα χωρίς κράνη και προστατευτικά.
Οι κούνιες ήταν φτιαγμένες από μέταλλο και είχαν κοφτερές γωνίες. Περνάγαμε ώρες κατασκευάζοντας αυτοσχέδια αυτοκίνητα για να κάνουμε κόντρες κατρακυλώντας σε κάποια κατηφόρα και μόνο τότε ανακαλύπταμε ότι είχαμε ξεχάσει να βάλουμε φρένα.
Παίζαμε "μακριά γαϊδούρα" και κανείς μας δεν έπαθε κήλη ή εξάρθρωση. Βγαίναμε από το σπίτι τρέχοντας το πρωί, παίζαμε όλη τη μέρα και δε γυρνούσαμε στο σπίτι παρά μόνο αφού είχαν ανάψει τα φώτα στους δρόμους. Κανείς δεν μπορούσε να μας βρει. Τότε δεν υπήρχαν κινητά. Σπάγαμε τα κόκαλα και τα δόντια μας και δεν υπήρχε κανένας νόμος για να τιμωρήσει τους "υπεύθυνους". Ανοίγανε κεφάλια όταν παίζαμε πόλεμο με πέτρες και ξύλα και δεν έτρεχε τίποτα. Ηταν κάτι συνηθισμένο για παιδιά και όλα θεραπεύονταν με λίγο ιώδιο ή μερικά ράμματα. Δεν υπήρχε κάποιος να κατηγορήσεις παρά μόνον ο εαυτός σου.
Είχαμε καυγάδες και κάναμε καζούρα ο ένας στον άλλον και μάθαμε να το ξεπερνάμε χωρίς να μας δημιουργούνται ψυχολογικά τραύματα. Τρώγαμε γλυκά και πίναμε αναψυκτικά, αλλά δεν ήμασταν παχύσαρκοι. Ισως κάποιος από εμάς να ήταν χοντρός και αυτό ήταν όλο.Μοιραζόμασταν μπουκάλια νερό ή αναψυκτικά και κανένας μας δεν έπαθε τίποτα. Καμιά φορά κολλάγαμε ψείρες στο σχολείο και οι μητέρες μας το αντιμετώπιζαν πλένοντάς μας το κεφάλι με ζεστό ξίδι..
Δεν είχαμε Playstations, Nintendo 64, 99 τηλεοπτικά κανάλια, βιντεοταινίες με ήχο surround, υπολογιστές ή Ιnternet. Εμείς είχαμε φίλους. Κανονίζαμε να βγούμε μαζί τους και βγαίναμε. Καμιά φορά δεν κανονίζαμε τίποτα, απλά βγαίναμε στο δρόμο και εκεί συναντιόμασταν για να παίξουμε κυνηγητό, κρυφτό, αμπάριζα, μέχρι εκεί έφτανε η τεχνολογία.
Περνούσαμε τη μέρα μας έξω, τρέχοντας και παίζοντας. Φτιάχναμε παιχνίδια μόνοι μας από ξύλα. Χάσαμε χιλιάδες μπάλες ποδοσφαίρου. Πίναμε νερό κατευθείαν από τη βρύση, όχι εμφιαλωμένο και κάποιοι έβαζαν τα χείλη τους πάνω στη βρύση. Θεέ μου! Πηγαίναμε με το ποδήλατο ή περπατώντας μέχρι τα σπίτια των φίλων και τους φωνάζαμε από την πόρτα... Φανταστείτε το! Χωρίς να ζητήσουμε άδεια από τους γονείς μας, ολομόναχοι εκεί έξω στο σκληρό αυτό κόσμο! Χωρίς κανέναν υπεύθυνο! Πώς τα καταφέραμε; Στα σχολικά παιχνίδια συμμετείχαν όλοι και όσοι δεν έπαιρναν μέρος έπρεπε να συμβιβαστούν με την απογοήτευση. Κάποιοι δεν ήταν τόσο καλοί μαθητές όσο άλλοι και έπρεπε να μείνουν στην ίδια τάξη. Δεν υπήρχαν ειδικά τεστ για να περάσουν όλοι. Τι φρίκη!
Κάναμε διακοπές τρεις μήνες τα καλοκαίρια και περνούσαμε ατέλειωτες ώρες στην παραλία χωρίς αντηλιακή κρέμα με δείκτη προστασίας 30 και χωρίς μαθήματα ιστιοπλοΐας, τένις ή γκολφ. Φτιάχναμε όμως φανταστικά κάστρα στην άμμο και ψαρεύαμε με ένα αγκίστρι και μια πετονιά. Ρίχναμε τα κορίτσια κυνηγώντας τα και όχι πιάνοντας κουβέντα σε κάποιο chat room.
Είχαμε αποτυχία, επιτυχία, υπευθυνότητα και μέσα από όλα αυτά μάθαμε και ωριμάσαμε. Κάποιοι από μας είχαμε την τύχη να μεγαλώσουμε σαν παιδιά».

.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-

http://rigasili.blogspot.gr/2010/04/1.html

«Κάποτε ο χρόνος είχε τέσσερις εποχές, σήμερα έχει δύο. Κάποτε δουλεύαμε οκτώ ώρες, σήμερα έχουμε χάσει το μέτρημα. Κάποτε είχαμε χρόνο να πάμε για καφέ με τους φίλους μας... Τώρα τα λέμε μέσω MSN και Skype. Κάποτε είχαμε χρόνο να κοιτάξουμε τον ουρανό, να δούμε το χρώμα του, να ακούσουμε το κελάηδημα των πουλιών, να νιώσουμε την ευωδιά του βρεγμένου χώματος. Σήμερα τα βλέπουμε στην τηλεόραση.
Κάποτε παίζαμε με τους φίλους μας ποδόσφαιρο στις αλάνες. Σήμερα παίζουμε ποδόσφαιρο στο Playstation.
Κάποτε ζητάγαμε συγγνώμη από κοντά, σήμερα το λέμε και με SMS. Κάποτε κυκλοφορούσαμε με ταπεινά αυτοκίνητα 1.000 κυβικών και ήμασταν χαρούμενοι... Κάποτε αγοράζαμε ένα παντελόνι και το είχαμε για δύο χρόνια. Τώρα το έχουμε δύο μήνες και μετά παίρνουμε άλλο. Κάποτε ζούσαμε σε σπίτι 65 τετραγωνικών και... ήμασταν ικανοποιημένοι. Σήμερα ζούμε σε σπίτια μεγαλύτερα και δε χωράμε μέσα... Κάποτε λέγαμε καλημέρα σε έναν περαστικό και τον ρωτούσαμε για την τάδε οδό. Σήμερα μας το λέει ο navigator. Κάποτε πίναμε νερό της βρύσης και ήμασταν μια χαρά. Σήμερα πίνουμε εμφιαλωμένο και ...αρρωσταίνουμε. Κάποτε είχαμε τις πόρτες των σπιτιών ανοικτές, όπως και τις καρδιές μας. Σήμερα κλειδαμπαρωνόμαστε, βάζουμε συναγερμούς και έχουμε και 5-6 λυκόσκυλα για να μην αφήσουμε κανέναν να μας πλησιάσει. Είτε είναι καλός, είτε κακός. Κάποτε είχαμε 2 τηλεοπτικά κανάλια και πάντα βρίσκαμε κάτι ενδιαφέρον να δούμε. Σήμερα έχουμε 100 κανάλια και δεν μας αρέσει κανένα πρόγραμμα. 
Κάποτε μαζευόμασταν όλη η οικογένεια γύρω από το κυριακάτικο τραπέζι και αισθανόμασταν ενωμένοι και ευτυχισμένοι. Σήμερα, έχει ο καθένας το δικό του δωμάτιο και δε βρισκόμαστε μαζί στο τραπέζι ποτέ... Κάποτε η σκληρή δουλειά ήταν ιδανικό. Σήμερα είναι βλακεία. Κάποτε τα περιοδικά έπαιρναν συνέντευξη από τον Σεφέρη. Σήμερα παίρνουν από τον ...πρώτο τυχόντα. Κάποτε μας μάγευε η φωνή του Στέλιου Καζαντζίδη, σήμερα μας ξεκουφαίνει η ...Σούλα Μπούλα.

Κάποτε ντοκουμέντο ήταν μια επιστημονική ανακάλυψη. Σήμερα ντοκουμέντο είναι ένα ερασιτεχνικό βίντεο που δείχνει δύο οπαδούς ομάδων να ανοίγουν ο ένας το κεφάλι του άλλου. Κάποτε βλέπαμε στην τηλεόραση κινούμενα σχέδια με τον Σεραφίνο, τον Τιραμόλα. Σήμερα βλέπουμε τους Power Rangers και τους Monsters με όπλα και χειροβομβίδες να σκοτώνουν και να ξεκοιλιάζουν τους κακούς. Κάποτε μας αρκούσε μια βόλτα με την κοπέλα μας σε ένα ταπεινό δρομάκι της γειτονιάς. Χέρι χέρι, να κοιτάμε τον ουρανό, να σιγοψιθυρίζουμε ένα ρομαντικό τραγουδάκι και να ταξιδεύουμε νοητά. Σήμερα, ονειρευόμαστε ταξίδια στο Θιβέτ. Κάποτε είχαμε το θάρρος και τη λεβεντιά να λέμε "έκανα λάθος". Σήμερα λέμε "αυτός φταίει"...
Κάποτε νοιαζόμασταν για το γείτονα, σήμερα τσαντιζόμαστε αν αγοράσει καλύτερη τηλεόραση από εμάς. Κάποτε ζούσαμε με το μισθό μας. Σήμερα ζούμε με τους μισθούς που ΘΑ πάρουμε...
Κάποτε ιδανικό ήταν να γίνεις αναγνωρισμένος. Σήμερα, ιδανικό είναι να γίνεις απλά αναγνωρίσιμος. Κάποτε μας δάνειζε λεφτά ο αδελφός μας. Σήμερα μας δανείζουν οι τράπεζες. Κάποτε κοιτούσαμε στα μάτια τους ανθρώπους. Τώρα τους κοιτάμε στην τσέπη. Κάποτε δουλεύαμε για να ζήσουμε. Σήμερα ζούμε για να δουλεύουμε. Κάποτε είχαμε χρόνο για τον εαυτό μας. Σήμερα δεν έχουμε χρόνο για κανένα... Αυτό το "Κάποτε", το έλεγαν Ζωή...».

.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου