έχε το νου σου στο παιδί..




Σάββατο, 29 Σεπτεμβρίου 2012

"Λόγια του οχυρωμένου έρωτα όπως το πετραδάκι μες στο στρείδι που δεν γίνεται μαργαριτάρι".

Μα πόσα λόγια φτάνουν στον προορισμό τους ?
Αραγε πόσα λόγια έχουν αποδέκτη?
Λόγια του τρεχούμενου νερού
με λειασμένα βότσαλα της ακροποταμιάς
Λόγια φιλάργυρα της στάλας
που πέφτει από τη σφιγμένη βρύση
Λόγια κλεισμένα στο ανήλιαγο δωμάτιο
σαν χέλια αργά και ράθυμα στη στέρνα
Λόγια με μυρωδιά σκουριάς της υδροφόρου
που περιμένουν στο νησί
Λόγια που ευφραίνουν,
ανέλπιστο δώρο ξεχασμένων γενεθλίων
………………………
Λόγια που μαγνητοσκοπούν τα μύχια της ψυχής
όπως ο καθετήρας μες στις αρτηρίες
Λόγια περίσφιχτων σωμάτων που διατηρούν
την ηδονή ακόμα και στις αναμνήσεις
……………………..
Λόγια του οχυρωμένου έρωτα όπως το πετραδάκι
μες στο στρείδι που δεν γίνεται μαργαριτάρι
………………………
Λόγια της ανοιγμένης μπλούζας,
του ξεκούμπωτου παντελονιού,
του σηκωμένου φουστανιού,
του οργασμού που συγχρονίζεται
όπως το πιάνο κι’ η ορχήστρα στο 4ο κοντσέρτο
………………………
Λόγια του καθυστερούμενου μισθού,
του χρέους που έχει λήξει,
μικρούλικα λόγια σε συμβάσεις
με ανάληψη υποχρεώσεων και παραίτηση δικαιωμάτων
……………………….
Λόγια των ποδοσφαιρικών γηπέδων, των λαϊκών αγορών,
των συνταρακτικών αποκαλύψεων,
ίδια με την όγδοη επανάληψη τηλεοπτικής σειράς
……………………….
Λόγια της τρέλας που αγκιστρώνεται με απόγνωση
στη δική της λογική και λόγια φρονιμάδας
που ψύχραιμα υποδύεται την τρέλα
……………………….
Λόγια παροδικών υπουργών που ονειρεύονται
μακρόβιες σπουδαίες θέσεις, όπως τα παιδιά
ονειρεύονται κατορθώματα για όταν θα μεγαλώσουν
Λόγια ισόβιων αρχιερέων που προσπαθούν να περιθάλψουν
διψώντας για εξουσίες υπουργών
………………………
Λόγια που θέλουν να καινοτομούν,
ζυγίζοντας ποιούς θα δυσαρεστήσουν,
λόγια που αναπέμπονται στον ουρανό
και ξαναπέφτουν σταν λασπωμένες στάλες
Λόγια που φέρνουν χωρισμούς όπως τα ρήγματα
που ανοίγουν οι σεισμοί κι αργότερα λησμονιούνται
Λόγια όπως γάντζοι, άρπαγες, δίχτυα,
που συνενώνουν έστω και αν δεν το επιθυμούμε
……………………….
Λόγια που λέγονται μέσα μας ακόμα και όταν μένουμε αμίλητοι

Αλίμονο, η βαρύτερη τιμωρία είναι να μην μπορείς
να βρεις τα λόγια για όσα πράγματα θα ήθελες να πεις.

ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ (Η ΝΕΑ ΧΑΡΑΞΗ)




Ρένα εκείνη η ιστορία που σου έλεγα, με τον επιβάτη ενός τρένου που ταξιδεύει ανά τον κόσμο;

Μόνος. Κάθεται δίπλα στο παράθυρο και παρατηρεί. Η γη στρόγγυλη σαν μπάλα κι αυτός κ
ολλημένος πάνω της, σαν σαλιγκάρι. Με δυό κεραίες ανοιχτές. Στις άπειρες διαδρομές του νου. Το τρένο από πάνω, από κάτω, από πλάι, οριζόντια, κάθετα, κατηφορικά, ανηφορικά, ζαλίζεται στην περιδίνηση, άλλοτε της βραδυπορίας και άλλοτε της ιλιγγιώδους ταχύτητας. Φοράει ακουστικά ακούγοντας τη δική του μουσική, απομονώνοντας έτσι τον θόρυβο της αμαξοστοιχίας. Ένας τεράστιος συρμός πάνω σε δυό ράγες.
Πλήθος ανθρώπων ανεβαίνει, κατεβαίνει, γεμάτο το βαγόνι από κόσμο, αδειάζει και αναπνέει, ξαναγεμίζει ασφυκτικά. Αυτός εκεί.
Άνθρωποι κάθε ηλικίας, παιδιά, έφηβοι, μεσήλικες, γερασμένοι. Άνθρωποι κάθε χρώματος, λευκοί, ασπρουλιάρηδες, ξανθοί, καστανοί, άνθρωποι μελαψοί, μαύροι, κίτρινοι, άνθρωποι με διάφορα χρώματα στα μαλλιά, ατέλειωτες αποχρώσεις, φτωχοί, πλούσιοι, εργάτες, γιάπηδες, χωρικοί, αστοί, άνθρωποι που πάνε στη δουλειά τους, τουρίστες, σπουδαστές, επιχειρηματίες με τσάντες στα χέρια, άνθρωποι με άδεια χέρια, άλλοι κοιμούνται, άλλοι διαβάζουν ένα κουτσομπολίστικο περιοδικό, άλλοι ένα βιβλίο, άλλοι πίνουν καφέ, μασάνε τσίχλα, κάποιοι τρώνε ένα σάντουιτς, άνθρωποι που συζητάνε χαμηλόφωνα, άλλοι δυνατά ενοχλητικά, άλλοι σωπαίνουν, κάποιοι μόνοι τους, κάποιοι οικογένειες, δυό φίλοι, μια παρέα αντρών , ζευγάρια, όμορφες γυναίκες, ρυτιδιασμένοι άντρες, άλλοι παίζουν χαρτιά, γελαστά πρόσωπα, θλιμμένα πρόσωπα, σοβαροί κύριοι με γραβάτες, απλοί άνθρωποι με μακό φανελάκια, καλοντυμένοι, κακοντυμένοι, κατσούφηδες, χαμογελαστοί, ερωτευμένοι, ανέραστοι, άνθρωποι που πάνε κάπου, άνθρωποι που δεν πάνε πουθενά, άνθρωποι που ξέρουν που πάνε, άνθρωποι που δεν ξέρουν, άλλους τους περιμένει κάποιος, άλλους δεν τους περιμένει κανένας, άλλοι κάνουν μικρές διαδρομές δύο στάσεων , άλλοι μεγάλες από πόλη σε πόλη, από χώρα σε χώρα, από ήπειρο σε ήπειρο, άνθρωποι με προβλήματα, άνθρωποι χωρίς προβλήματα, άλλοι φοράν γυαλιά μυωπίας, άλλοι γυαλιά ηλίου, άλλοι ακούνε καλά , άλλοι φοράνε ακουστικά βαρηκοΐας, άλλοι πεινάνε και σκέφτονται πότε θα φτάσουν, άλλοι διψάνε και κρατάνε μπουκαλάκια με νερό, άλλοι νοσταλγούν, άλλοι ονειρεύονται, άλλοι ελπίζουν, άλλοι δεν ελπίζουν, κάποιοι κάνουν εμετό ζαλισμένοι, ξυρισμένοι και αξύριστοι άντρες, χτενισμένες γυναίκες, άλλοι ιδρώνουν πιο εύκολα από άλλους, άλλοι κοιτάνε λοξά, άλλοι ίσα, κάποιοι ανοίγουν το πορτοφόλι και δίνουν στον ακορντεονίστα οβολό, άλλοι δυσανασχετούν, άνθρωποι με κάποια ελιά στο πρόσωπο, άνθρωποι με σχιστά μάτια, άνθρωποι με μεγάλα αυτιά, με μακριά μύτη, άντρες με φαλάκρα, κάποιοι με αλογοουρά, μωρά που κλαίνε, μωρά που δεν κλαίνε, άνθρωποι που πάνε σε κάποιο γιατρό, άλλοι που πάνε σε κάποια κηδεία, μαμάδες που πάνε στις κόρες τους που πρόκειται να γεννήσουν, παππούδες που πάνε στα εγγόνια τους, συγγραφείς που γράφουν σε μπλοκάκια , άλλοι που δεν γράφουν, πολλοί έχουν λάπτοπ, άλλοι δεν έχουν, άνθρωποι που μιλάνε στα κινητά, άνθρωποι που δεν έχουν κινητά, άλλοι γελάνε δυνατά, άλλοι δεν γελάνε καθόλου, άνθρωποι που τα παράτησαν, άλλοι δεν τα παράτησαν, μερικοί παίρνουν χάπια, άλλοι δεν παίρνουν χάπια, άνθρωποι με κάποια σωματική αναπηρία, άνθρωποι με κάποια ψυχική αναπηρία, άνθρωποι με φωτεινό πρόσωπο, άλλοι με σκοτεινό, άνθρωποι με καπέλα, οι άνθρωποι του τρένου με τα μηχανήματα που τρυπάνε τα εισιτήρια στο χέρι, ξυπνάνε όσους κοιμούνται, αμίλητα τρυπάνε όσους δεν κοιμούνται, κάποιοι κατουριούνται και πάνε στις τουαλέτες , άλλοι κρατιούνται, άλλοι σφίγγονται, άλλοι ξεσφίγγονται…
Η μελαχρινή γυναίκα που κάθεται απέναντί του, ξεκουμπώνει με διακριτικό τρόπο το σουτιέν της, το πρόσωπο της έχει εξάψεις. Την παρατηρεί κι αυτός διακριτικά. Ίσως είναι στην εμμηνόπαυση σκέφτεται. Ένα μικρό άσπρο ύφασμα, το τραβάει ακόμα πιο διακριτικά κάτω από το άσπρο φούτερ που φοράει και το βάζει στη τσάντα της.

Αυτός εκεί.
Κοιτάει πότε τους ανθρώπους, πότε τη διαδρομή. Τα βουνά, τα λαγκάδια, τις λίμνες, τα ποτάμια, οι γέφυρες, άλλες μεγάλες, άλλες μικρές, τα τούνελ, άλλα μεγάλα, άλλα μικρά, τους σταθμούς, άλλοι μεγάλοι και άλλοι μικροί, αφίξεις, αναχωρήσεις, οι σταθμοί των τρένων πάντα του άρεσαν, σε απόκρημνες πλαγιές ο συρμός, σε απέραντες πεδιάδες που έβοσκαν αγελάδες, δίπλα σε θάλασσες με κύμα μεγάλο, σε άλλες χωρίς κύμα, σε ερημικές παραλίες , σε παραλίες γεμάτο κόσμο που φορούσαν μόνο τα μαγιό τους, άλλοι κάτω από ομπρέλες και άλλοι έτοιμοι πάνω σε βράχους να κάνουν βουτιά, σε μικρά χωριά , σε μεγάλα χωριά , σε μικρές πόλεις , σε μεγάλες πόλεις, πότε στην ανατολή, πότε στη δύση, πότε στη μέρα , πότε στη νύχτα, πότε με φεγγάρι, πότε χωρίς φεγγάρι, πότε με ήλιο, πότε με βροχή, παρατηρούσε τον καθαρό ουρανό, πότε τα σύννεφα δεν άφηναν καθόλου ουρανό, άκουγε το σφύριγμα του τρένου όταν έφευγε, και όταν έφτανε, ποτέ δεν έφτανε , πάντα έφευγε…

(συνεχίζεται)



````````````````````````````````````````````````````````````

Ναι Κωστη, εκεινη η ιστορια που μου ελεγες, με τον επιβατη ενος τρενου που ταξιδευει ανα τον κοσμο.
Και μονο που εκατσες και την εγραψες... Σε ευχαριστω να πω, μα τοσο τυπικο και λ
ιγο....
*Παντα εφευγε, ποτε δεν εφτανε...
Καποτε θαθελα και τη συνεχεια, μια και ΕΣΥ την εβαλες!

Το τρενο φευγει στις ....ουτε που ξερω ωρα.
Χερια ξεπροβαλουν απο τα παραθυρα και χαιρετουν.
Οικογενειες, φανταροι, φοιτητριες φοιτητες με βαλιτσες, μωρα, φρικια, παρεες που δεν μιλουν μεταξυ τους ο καθενας ακουστικα στ αυτια, κεφτεδακια σε γιαλινα ταπερ, παππουδες με κεινη τη μυρωδια του χωραφιου...
βουνα πεδιαδες, διαφορετικα τοπια, ραγες, ραγες , ατελειωτες ραγες, ερημοι σταθμοι, σταθμοι γεματοι κοσμο, αντε παλι καινουργιες φατσες, ομιλιες, ψιθυροι, πολιτικες συζητησεις, αμπελοφιλοσοφιες, πως καταντησε η ελλαδα, ξυνισμενο αλκοολ...
Περαστικοι, δεν ανηκουν στον μικροκοσμο σου, στην καθημερονοτητα σου,τους παρατηρεις, τα προσωπα τους μια κουραση, μια απελπισια, σκεφτικοι, ενα συγκαβατικο χαμογελο που σε δευτερολεπτα παει περιπατο και χαιρεσαι για τοσοδουλι...

Αραγε Κωστη εχεις αναρωτηθει εκεινοι πως σε βλεπουν?

Ολο και καποιος θα σε περιεργαζεται.

Αυτο εκανα στα λεωφορεια παλια που τα επαιρνα δυο δυο με διακεκομενο ωραριο σαν δουλευα (οχι τον κοσμο).
Περιεργαζομουν τους ανθρωπους , τις κινησεις τους, απο τα προσωπα τους επλαθα ολοκληρες ιστοριες για τις ζωες τους, ετσι οι διαδρομες ηταν απιθανα ευχαριστες. Ενας λογος που μισω το μετρο, ειναι το "πατ κιουτ", δεν προλαβαινω στα γρηγορα, παντα ημουν του αργου, του μερακλιδικου συρτου.

Δεν εχω ταξιδεψει ποτε με τρενο Κωστη, τοχω απωθημενο. Ποσα θαθελα να πω τουτη τη στιγμη...δεν λεω, με κομπλαρε η ταχυτητα σου χωρις τελεια , τα ειπες ΟΛΑ, περιεγραψες τα παντα με το συναισθημα σου!!
Οι σταθμοι ... Αυτους λατρευω πιο πολυ, μα και το ταξιδι που δεν εχω κανει ακομα. Ονειρευομαι και αυτο μου φτανει? ΟΧΙ ...
Το μονο τρενο που μουχει μεινει σταθμος στη ζωη μου, ηταν στην Στ Γυμνασιου. Ειχαμε σπασει το καδρο της 21ης Απριλιου μεσ τη ταξη, τοτε που περιμεναμε τους μπατσους να παρουν ανακριση, (σιγα μη μαθανε ποτέ ποια ηταν, -Θηλεων ημασταν- τρεις τρεις καθομασταν στα θρανια) , ξαφνου η Αλεξανδρα στο πισω το θρανιο, αρχισε να σιγοτραγουδα....
Το τρένο φεύγει στις οχτώ
ταξίδι για την Κατερίνη
Νοέμβρης μήνας δε θα μείνει
να μη θυμάσαι στις οχτώ
να μη θυμάσαι στις οχτώ
το τρένο για την Κατερίνη
Νοέμβρης μήνας δε θα μείνει

Σε βρήκα πάλι ξαφνικά
να πίνεις ούζο στου Λευτέρη
νύχτα δε θα 'ρθει σ' άλλα μέρη
να 'χεις δικά σου μυστικά
να 'χεις δικά σου μυστικά
και να θυμάσαι ποιος τα ξέρει
νύχτα δε θα 'ρθει σ' άλλα μέρη

Το τρένο φεύγει στις οχτώ
μα εσύ μονάχος σου έχεις μείνει
σκοπιά φυλάς στην Κατερίνη
μεσ' στην ομίχλη πέντε οχτώ
μεσ' στην ομίχλη πέντε οχτώ
μαχαίρι στη καρδιά σου εγίνει
σκοπιά φυλάς στην Κατερίνη

ε, απο τοτε αγαπησα τα τρενα..το πολυτεχνειο, τους ανθρωπους, την ελευθερια, τα ταξιδια διχως προορισμο, το Ολοι Μαζι, το Ο νειρο που εξατμιστηκε σαν τον καπνο τουτου του τρενου που εφυγε μεσ την ομιχλη και χαθηκε? Ποιος ξερει?
η Ελπιδα πεθαινει τελευταια.

ΣΕ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΚΩΣΤΗ

* Μάρεσε το σχολιό σου Παναγιώτη, το έβαλα σαν τίτλο....

Πέμπτη, 27 Σεπτεμβρίου 2012

Ο Ελέφαντας


Ο Ελέφαντας

Όταν λέμε Γενική απεργία προφανώς δεν εννοούμε ειδική. Άρα δεν πήρα χαμπάρι, δεν ήξερα, δεν ρώτησα, δεν έμαθα, πάλι δεν νοείται.
Εκείνο που νοείται αβίαστα, είναι ότι στηρίζω την εσωτερική και εξωτερική τρόικα με την χρυσή μου

την καρδιά Για νου δεν συζητάμε τώρα. Αφού το δικό μου σπίτι δεν πήρε φωτιά, ευκαιρία σήμερα να πάρουμε καινούριο καναπέ, μας μένει να διαλέξουμε το χρώμα.
Βγαίνοντας το πρωί απ’ το σπίτι, είδα τη συνηθισμένη εικόνα. Η ουρά του LIdl. Οι λάτρεις των γερμανικών προϊόντων στημένοι να υλοποιήσουν τις νυχτερινές φαντασιώσεις τους. Από τότε που ήρθαν οι Γερμανοί στην Ελλάδα, βρήκαν τον Γερμανό τους. Σήμερα είχε σε προσφορά ανατομικά μαξιλαράκια πλάτης.
Κατεβαίνοντας στην πόλη έβλεπα τα συνοικιακά μαγαζιά ανοιχτά. Ο κρεοπώλης στα ύψη τη χαντζάρα. Τα αρνάκια κρεμασμένα στα τσιγκέλια απ’ έξω. Αυτός δεν φαίνεται να έχει κανένα πρόβλημα. Οι έλληνες δεν στερούνται το κρέας, είπα μέσα μου. Ο κρεοπώλης ένας άντρας αχάλαγος και χαμογελαστός, γύρω στα 40, τη μόνη λόξα που έχει είναι τ’ αυτοκίνητα και ο Παναθηναϊκός. Είτε τον έχει ο Βαρδινογιάννης, είτε ο Αλαφούζος, είτε έλληνες, είτε ξένοι παίζουν στην ομάδα, ο Παναθηναϊκός είναι ιδέα. Κι όταν ακόμα χάνει από τον Πανθρακικό, παίξαμε καλά θα πει. Τα ξέρω όλα αυτά, γιατί παλιότερα ήμουν Παναθηναϊκός και ψώνιζα απ’ αυτόν, εξ αιτίας του Παναθηναϊκού. Μια φορά του έπεσε ο μισός κιμάς στο πάτωμα κι αυτός τον μάζεψε, λέγοντας μόλις σφουγγάρισε με χλωρίνη. Δεν άρεσε καθόλου στη γυναίκα μου και μου είπε σκασίλα μου αν είναι Παναθηναϊκός, δεν ξαναπαίρνω κιμά απ’ αυτόν. Από τότε δεν ξαναπήγα στο μαγαζί του, χαιρετιόμαστε στους γάμους, στις κηδείες και στις βαφτίσεις. Πάντα μου έλεγε, ότι ο έχων μαγαζί πρέπει να είναι παρών σε όλα αυτά. Επειδή όμως εγώ, δεν πάω σε τέτοιες πανέμορφες, δεν λέω, εκδηλώσεις τα τρία τελευταία χρόνια, λόγω μια ελαφριάς κατάθλιψης, που ευτυχώς ξεπερνάω, είχαμε σχεδόν τρία χρόνια να χαιρετηθούμε. Χαιρετηθήκαμε τυχαία σήμερα το πρωί, την ώρα που είχε σηκωμένη τη χαντζάρα.
Ο φούρνος ανοιχτός. Μάλιστα μου μύρισε και χαλβάς, όταν πέρασα απ’ έξω. Κάθε πρωί η κυρία Αφρούλα κάνει κι ένα ταψί χαλβά. Κάθε μέρα λέει ότι είναι φρέσκος. Πετυχαίνω το ταψί στη μέση πάντα. Δεν αγοράζω όμως χαλβά, γιατί έχω αρρωστομανία ότι κάποτε θα γίνω διαβητικός. Κι έχω ακούσει ότι οι διαβητικοί έχουν πρόβλημα στύσης. Κι εγώ θέλω να μου σηκώνεται ως τα γεράματα, λέω στην κυρία Αφρούλα να την αποφύγω και χαζογελάει..
Ο ποδηλατάς ανοιχτός. Αυτός δεν έχει πρόβλημα και δικαίως δεν απεργεί σήμερα. Η πόλη που ζω είναι γεμάτο ποδήλατα και καρφιά. Δεν προλαβαίνει τις φόλες. Το δικό του σπίτι θα αργήσει να πάρει φωτιά. Τώρα με την αύξηση τις βενζίνης, τρίβει τα χέρια του. Τις περισσότερες φορές όμως, είναι απ’ τα γράσα της αλυσίδας.
Απογοητεύτηκα. Μα όλοι ανοιχτά είναι; Και μετά είπα εδώ είναι συνοικία, δεν έχουν προβλήματα.
Συνάντησα ένα γνωστό δικηγόρο μπροστά στην τράπεζα. Με ρώτησε που πάω και του είπα στην πορεία. Έχετε πορεία μου είπε. Ναι έχουμε, είπα. Η γυναίκα του έσπρωχνε την πόρτα της τράπεζας και δεν πάταγε το σωστό κουμπί. Και οι τράπεζες απεργούν; είπε.
Το ΠΑΜΕ ήταν μόνο του στην πλατεία και δεν πήγαινε πουθενά. Μπερδεύτηκα μέσα μου, συμφωνούσα μ’ αυτά που έλεγε στα μεγάφωνα ο ομιλητής, αλλά τα ήξερα όλα και είπα πάμε με τους άλλους. Έπεσα πάνω στο εμπορικό επιμελητήριο. Άκουσα για τον θάνατο του εμποράκου. Και αυτά τα ήξερα. Και το ψήφισμα εντελώς οικείο. Παρακάτω το Εργατικό κέντρο, όλοι οι άλλοι. Πάρα πολλοί σε σχέση με παλιότερα. Πάρα πολύ λίγοι, σε σχέση με το σήμερα.
Δυό ασθενοφόρα μπροστά με τις σειρήνες και πίσω οι ΕΚΑβίτες που έχουν πάθει υπερκόπωση να μεταφέρουν πτώματα. Μπήκαμε όλοι στην πορεία και γέμισε όλος ο δρόμος συνθήματα και κουβέντες με παλιούς φίλους.
Ο Αποστόλης ισχυριζόταν σήμερα, ότι είμαστε ένας κρίκος της αλυσίδας και ότι η κρίση είναι κρίση του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος, και ότι δεν θα ξεφύγουμε απ’ αυτή αν δεν το θελήσει ο καπιταλισμός. Μου μιλούσε για την κρίση του 30 και για την κρίση του 70. Μου μιλούσε και για το τι είπε ο Μαρξ τριακόσια χρόνια πριν και εγώ μπερδευόμουν με τους τριακόσιους του Λεωνίδα. Δεν έφταιγε βέβαια ούτε ο Μάρξ, ούτε ο Λεωνίδας που έγινε σοκολατάκια στις Βρυξέλες. Βασικά έφταιγε η ξανθιά γκόμενα, που καθόταν σε ένα απ’ τα ανοιχτά καφέ με ανοιχτά πόδια. Και μεις μες τη πορεία περνούσαμε γελαστοί, ίσως γι’ αυτή να ήμασταν και γραφικοί.
Τα περισσότερα καταστήματα ήταν κλειστά τελικά στην πόλη, εκτός απ’ αυτά που εξυπηρετούσαν τις πρώτες ανάγκες, όπως εσώρουχα, κρέπες, παπούτσια και καφέ με αφρόγαλο. Με ενόχλησε μόνο που το στέκι των Συριζαίων ήταν ανοιχτό, ίσως επειδή έπρεπε οι θαμώνες τους να αναλύσουν την πορεία. Είδα πολλούς και γνώριμους εκεί να αναλύουν την δομή του συστήματος. Καθώς περνούσαμε μπροστά τους μας καμάρωναν. Είναι πολύ σημαντικό τελικά να κατεβαίνεις στην πορεία και να σε καμαρώνουν οι άλλοι, είτε στον δρόμο, είτε απ’ τον καναπέ.
Το Sprider άνοιξε, αλλά το έκλεισαν οι εργαζόμενοι που δεν άνοιξαν. Κανονικά το Sprider έπρεπε να είναι ανοιχτό, όπως όλες οι πολυεθνικές που έβαλαν θηλιά γύρω γύρω στην πόλη. Ήταν αδικία για το πολυκατάστημα που έβλεπε όλες τις αδελφές κυρίες να εργάζονται για τη σωτηρία του έθνους και το έπιασε το παράπονο. Η Ελισάβετ δικαιολογημένα έγραψε στο τοπικό site ότι το Sprider στοχοποίησαν που πουλάει φτηνά αντιιδρωτικά φανελάκια. Η Ελισάβετ, έγραψε κι άλλα, είναι μικρό κορίτσι ακόμα και δικαιολογημένα γράφει ότι ακούει στην τηλεόραση, γιατί ονειρεύεται κάποτε να βγει κι αυτή στο κλαρί της οθόνης. Της κακοφάνηκε πολύ όταν ο πρόεδρος των πολυτέκνων, υποψήφιος καμένος, είπε ότι πρέπει να διώξουμε όλους τους ξένους απ’ τη χώρα και τον γιουχάισαν οι πάντες. Ήταν και ο μπαμπάς ανεξάρτητος υποψήφιος αλλά δεν βγήκε, ίσως γιατί δεν ήταν αρκετά ανεξάρτητος.

Μια ζεστή μέρα σήμερα. Θυμίζει καλοκαίρι.
Γράφω αυτές τις λέξεις μες στο αυτοκίνητο. Στο λάπτοπ, 3 το μεσημέρι.
Βρίσκομαι σε μια ουρά δύο χιλιομέτρων απ’ το σπίτι. Ακούω τοπικό ραδιόφωνο. Εδώ και λίγη ώρα άρχισε ο εκνευρισμός. Όλοι κορνάρουν. Κατεβαίνω, προχωράω εκατό μέτρα με τα πόδια.
Ένας τεράστιος ελέφαντας καταμεσής στο δρόμο. Κάθετα στον δρόμο δεν κάνει βήμα, ούτε αλλάζει κατεύθυνση. Αυτοκίνητα και από τις δυό κατευθύνσεις κορνάρουν δαιμονικά. Κόσμος συγκεντρωμένος τον φωνάζει. Κάποιος με μια σούβλα ψησταριάς τον σπρώχνει. Ακίνητος ο ελέφαντας. Φοβόμαστε να πλησιάσουμε. Η προβοσκίδα και οι χαυλιόδοντες δείχνουν την οργή του, τον θυμό του. Πως βρέθηκε εδώ;
Κάποιος λέει ότι τον ξέχασε εδώ το τσίρκο Medrano, που ήταν την περασμένη εβδομάδα στην πόλη. Κάποιος άλλος ότι είναι διαφήμιση του Jumbo. Αλλά δεν είχε καμία ετικέτα να γράφει κάτι Άλλος είπε, τον έφερε ο Δήμαρχος για τον πύργο των Ξωτικών, για τουριστική ατραξιόν και τον κρατούσε κλεισμένο στην πρώην Πινακοθήκη που δεν πατούσε κανένας τελευταία το πόδι του.
Ο ελέφαντας πατούσε απ’ το ένα πεζοδρόμιο στο άλλο. Δεν έβλεπε τίποτα, δεν άκουγε τίποτα.
Από παράπλευρο δρόμο ήρθε ένας τεράστιος γερανός. Έδεσαν τον ελέφαντα με μεγάλες ειδικές λωρίδες και τον σήκωσαν στον αέρα. Πρέπει να ζύγιζε πάνω από επτά τόνους.
Το θέαμα ήταν μοναδικό.
Ο γερανός έκανε στροφή στον αέρα, ο ελέφαντας ατάραχος κουνούσε ουρά και προβοσκίδα, τον εναποθέτησε στο διπλανό οικόπεδο με αργές κινήσεις. Ένα σύννεφο σκόνης σηκώθηκε. Δεν ήταν πάντως από απότομη κίνηση και είχε καταδικαστική άπνοια.
Ο δρόμος άνοιξε.
Η ροή των αυτοκινήτων γίνεται κανονικά, άκουσα στο τοπικό ραδιόφωνο όταν πήγα στο αυτοκίνητο.

υ. γ Το παραπάνω κείμενο είναι καθαρά προϊόν φαντασίας και ουδεμία σχέση έχει με υπαρκτούς ανθρώπους και πράγματα.
Εξ άλλου η χώρα μας σήμερα ήταν νεκρή.
Αφορμή για να γραφεί ήταν, Τσης γιαγιάς τα παραμύθια, που άκουγα πραγματικά στο ραδιόφωνο την ώρα που γύριζα σπίτι. Μετά την μεγαλειώδη πορεία.
Κ.Τ.
 
 

Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2012

ΓΕΝΙΚΗ ΑΠΕΡΓΙΑ 26-9-2012..αν


Ο βάτραχος

Ξεκλειδώνοντας το αυτοκίνητο το πρωί, με περίμενε μια έκπληξη. Ένας τεράστιος βάτραχος κάθονταν στη θέση του συνοδηγού. Καλημέρα , κουάκ μου είπε, χαμογελώντας. Καλημέρα, του είπα κι εγώ..
Μετά από μια εφιαλτική νύχτα, αντέδρασα σχεδόν φυσιολογικά, σαν να ήταν άνθρωπος.
Ήταν μια νύχτα ανήσυχη. Τα ασθενοφόρα και τα πυροσβεστικά με τις σειρήνες τους, όλη νύχτα αλώνιζαν την πόλη. Το Νοσοκομείο είχε τεθεί σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης.
Τα σμήνη με τα μαύρα κοράκια


, που πέταγαν όλο το απόγευμα της Κυριακής πάνω απ’ την πόλη, προμήνυαν ένα απροσδιόριστο γεγονός. Τα σκυλιά γαύγιζαν, σαν να προειδοποιούσαν.
Στις 12 παρά 20 έγινε ο σεισμός. Η γη δεν είναι πάντα σταθερή κάτω απ’ τα πόδια μας. Ο σεισμός είχε διάρκεια, αλλά δεν ήταν ισχυρός. Οι μετεωρολόγοι είπαν ότι ο σεισμός ανήκε στην κατηγορία των εγκατακρημνισιγενών.
Εκείνο που αναστάτωσε την πόλη, ήταν το πολύωρο μπλακ άουτ που ακολούθησε. Ο κόσμος στα πάρκα και στους δρόμους, με ότι πρόχειρο φορούσε την ώρα του καναπέ, λίγο πριν κοιμηθεί για τα καλά. Ήταν προειδοποίηση ενός μεγαλύτερου σεισμού; Πανδαιμόνιο. Ο θεός μας τιμωρεί, έλεγε κάποιος, η φύση εκδικείται κάποιος άλλος. Εμείς φταίμε για όλα, ένας τρίτος.
Η γειτόνισσά μου βγήκε για πρώτη φορά στην αυλή της, με τα μικροσκοπικά της εσώρουχα. Ούτε που την ένοιαζε. Ενώ άλλες φορές….
Άνθρωποι που κλείστηκαν σε ασανσέρ, αυτοκίνητα που τράκαραν, δρόμοι που σκοτάδιασαν με μιας, οι κλέφτες βρήκαν ευκαιρία για πλιάτσικο, δυό τράπεζες πήραν φωτιά, άγνωστο πως, οι γάτες ανέβηκαν στα κεραμίδια, τις έβλεπα γυάλιζαν τα μάτια τους στο σκοτάδι, η μικρή μας πόλη για πρώτη φορά αναστατώθηκε τόσο.
Δεν ήταν ο σεισμός. Δεν ήταν το μπλάκ άουτ. Ήταν ο συνδυασμός αυτών των δύο.

Το πρωί κοιμήθηκα στο κρεβάτι μου. Πάνω από ώρα. Τι να φοβηθώ πια;
Ο βάτραχος ούτε που ξέρω, πως βρέθηκε μες στο αυτοκίνητό μου.
Χρειάζεται συνδυασμός, είπε. Μιλούσε σαν άνθρωπος.
Εμείς όλοι μαζί αρχίζουμε την συναυλία. Εσείς οι άνθρωποι προσπαθείτε ο καθένας μόνος του.
Και εμείς και εσείς έχουμε να παλέψουμε με βουβάλια. Ξαναείπε.
Οδηγούσα. Δεν του μιλούσα.
Είναι καιρός και σεις οι άνθρωποι να παραδειγματιστείτε από μας. Να ενώσουμε τις δυνάμεις μας.
Από άνθρωπος βάτραχος κι από βάτραχος άνθρωπος, είπα μόνο.
Δεν ήταν ούτε πενήντα μέτρα που οδήγησα, όταν είδα την ρωγμή της ασφάλτου και σταμάτησα.
Από μέσα της φύτρωνε ένα μικρό πράσινο δέντρο, με πλατιά φύλλα..
Κοιταχτήκαμε με τον βάτραχο για πρώτη φορά στα μάτια.
Απορημένοι..
Κ.Τ.






Παρασκευή, 14 Σεπτεμβρίου 2012

Κάτι ...έστω μια καλημέρα.

Κάτι θέλω να γράψω. Έστω μια καλημέρα. Από κάπου να αντλήσω λίγη αισιοδοξία. Δεν μένουν και πολλά. Η κόλαση είναι γύρω μας. Μέσα μας. Τα γραπτά δείχνουν ότι εξαγνίζουν την πραγματικότητα. Η πραγματικότητα δεν αλλάζει όμως, με τα γραπτά. Γράφουμε γενικά, αόριστα, γράφουμε για τους άλλους. Οι άλλοι, είμαστε όμως εμείς.
Είμαστε μια μικρή χώρα, ευλογημένη απ'τη φύση.
Ζητάμε μια φυσιολογική ζωή. Δεν υπήρξε ποτέ. Δεν υπάρχει. Η ιστορία μας γεμάτη πολέμους, μίση, βία κι αδικία. Και πάνω σ ' αυτά η αναλγησία της πολιτικής, του υπερ-πλούτου και της εκμετάλλευσης. Η σκλαβιά στους Τούρκους 400 χρόνια. Οι εχθροί γείτονες. Ο πόλεμος του 40, ο εμφύλιος μετά. Η δικτατορία. Η μεταπολίτευση. Τα περισσότερα τα ακούσαμε, τα διαβάσαμε. Εκείνοι τα βίωσαν. Ο εφιάλτης του πολέμου. Πόσοι λαοί δεν βιώνουν τον πόλεμο και σήμερα. Η γενιά μας δεν βίωσε τον πόλεμο με όπλα και αίμα. Υποτίθεται όλοι εμείς οι μεσήλικες πια ζήσαμε σ' ένα ειρηνικό περιβάλλον. Κι όμως δεν καταφέραμε τα αυτονόητα . Μας πήρε η μπάλα της παγκοσμιοποίησης. Δεν αντισταθήκαμε. Υποταχθήκαμε. Υποδουλωθήκαμε από μόνοι μας αυτή τη φορά. Γιατί η μεγαλύτερη σκλαβιά είναι τούτη, της οικονομικής υποδούλωσης, με όλα τα δίχτυα της.
Οι ισχυροί και οι αδύνατοι του οικονομικού πλούτου. Του υλικού. Μάλλον το αντίθετο συμβαίνει με την εσωτερική πληρότητα του ανθρώπου. Ένας πλήρης και υγιής συναισθηματικά άνθρωπος δεν έχει στο μυαλό του πως θα κατακτήσει οικονομικά πέρα απ' τα δύο μέτρα γης που του αντιστοιχούν. Ζει το θαύμα της ζωής. Τα απαραίτητα, ένα σπίτι, μια δουλειά και την υγεία του. Και απολαμβάνει τα απλόχερα της ζωής, μέσα από την ελυθερία της σκέψης, μέσα από την ισονομία και τη δικαιοσύνη της πολιτείας που ζει.
Οι ψυχικές αναπηρίες όλων μας, μια μάζα ανθρώπων που πηγαινοέρχεται κατά το δοκούν των πιο διεστραμμένων εγκεφάλων της ανθρωπότητας. Αυτές οι ψυχικές αναπηρίες προσπαθούν να γιατρευτούν με το φαίνεσθε, με την επίδειξη δύναμης, με την κατάκτηση της εξουσίας και τελικά ανάβουν τον πόλεμο. Ματαιοδοξία ο άνθρωπος. Το μη τέλειο δημιούργημα του θεού. Ούτε ο θεός μπόρεσε. Ίσως γιατί δεν υπήρξε ποτέ. Χειρολαβή του ανθρώπου να πιαστεί, μέσα στην απελπισία του θανάτου. Το μεγαλύτερο εμπόριο γίνεται πάνω στην ελπίδα.
Οι περισσότεροι πόλεμοι απόρροια της εξουσίας, του οικονομικού πλούτου και των θρησκειών. Οι ''δυνατοί'' εκμεταλλεύονται τα πλήθη των μαζών. Τους λαούς. Άβουλες και άμοιρες οι μάζες;
Οι Εβραίοι υπέστησαν όσα δεινά απ' τον Χίτλερ και την ναζιστοπαρέα του κι όμως μυαλό δεν έβαλαν. Κάνουν ανάλογα στους Παλαιστίνιους.
Οι Γερμανοί κουβαλάν και θα κουβαλάν το στίγμα του ναζισμού των προγόνων τους. Κι όμως, το παίζουν υπερδύναμη και εξουσία πάνω στους συν-λαούς τους.
Κι εμείς; Εμείς τίποτα δεν καταλάβαμε μετά από όλα αυτά;
Βιώσαμε τους πολέμους, τον εμφύλιο, τις δολοπλοκίες της εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής στο πετσί μας, τη δικτατορία, τον φαύλο κύκλο της μεταπολίτευσης.
Και σήμερα βιώνουμε την άνοδο του φασισμού. Όχι μόνο με το φαινόμενο της Χρυσής Αυγής αλλά και με καθημερινές συμπεριφορές από πολέμιους υποτίθεται του ναζισμού.
Έλληνες που βλέπουν τους αλλόθρησκους σαν κατακτητές, τους Αλβανούς σαν σκουπίδια και τους πακιστανούς σαν σκουλήκια. Και αντί να βάλουν ενάντια στον ντόπιο φασισμό της εξουσίας, που αναγεννάει το πρόβλημα, σε συνεργασία βέβαια πάντα με την άλλη εξουσία των δυτικών δήθεν συμμάχων, υποδαυλίζουν ακόμα περισσότερο τη φωτιά του ναζισμού.
Για πια δημοκρατία μιλάμε;
Η εποχή της άγριας ζούγκλας είναι εδώ.
Ένας ιός απλώνεται επικίνδυνα. Αν δεν τον καταπολεμήσουμε, θα είναι πάλι αργά.
Γιατί και ο άνθρωπος μέσα σε συνθήκες ζούγκλας, γίνεται θηρίο.

Κωστής Ταξιδεύων

Δεν έχω τι να πω....
Οι μοναχόλυκοι του κόσμου ουρλιάζουν ....

Όμορφα αλυχτάνε οι λύκοι τα κοπάδια
Απαλή βροχή, άλλοτε δυναμώνει
Σαν καταιγίδα
Και σαν αστραπή
Ακολουθεί συθέμελα η βροντή
Απ' αρχής γέννηση
Της φύσης
Σαν ουρλιαχτά λύκων
Στη σιωπή
Της νύχτας.



Κρύες οι μέρες του Χειμώνα ...
παγωμένοι και οι άνθρωποι...
είναι και θα είναι.

..μη μιλάς για τ' αγάλματα απόψε.Αυτά δεν μπορούν ούτε μια ζεμπεκιά να χορέψουν. Ακόμα μπορούμε να χορεύουμε, ακόμα μπορούμε να τραγουδάμε, ακόμα μπορούμε να περιμένουμε τα επόμενα φθινόπωρα, άλλα φθινόπωρα. Σαν αυτά που έλεγε ο συγγραφέας.
Οι περισσότεροι με τις πρώτες βροχές, με τα πρώτα κρύα μελαγχολούν, πάει τέλειωσε το καλοκάιρι.Για μένα είναι σαν να αρχίζει κάτι καινούριο, μια προσδοκία..Αυτός ο χειμώνας θα είναι γεμάτο θετικές απρόσμενες εκπλήξεις, θα κλείνει το μάτι συνεχώς στην επόμενη άνοιξη.
Άκου γιατί, άκου ότι λατρεύεις, τη Μαγιοπούλα ολοζώντανη!
Μια ξαφνική πεθυμιά, σαν τις πρώτες σταγόνες, πάνω στο καλοκαιρινό σώμα..Αυτή τη στιγμή θυμήσου.


Το λατρεμενο μου κομματι...
Βροχη που μ αγγιξε, που μου ειπε σαγαπω, ΔΕΝ τη φοβαμαι!

Ολες οι λεξεις μου σε Ο νειρα τελειωνουν, χελιδονι της βροχης...
.................................
Χαμογελω .... και την κρατω σαν φυλαχτο...ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ.
Κ α ι,
ΤΗ Β Ρ Ο Χ Η.




Οι νυχτες ανθισαν ΒΡΟΧΗ στα αγαλματενια μας κορμια...
Δεν τη φοβομαστε.
Ας τη δεχτουμε τρυφερα βαθεια μεσα μας , ας την ακουσουμε μηπως και παρουμε τα πιο ομορφα χρωματα του Φθινοπωρου...και ξαναζωντανεψουμε!




Συνεχίζει να βρέχει, απαλά, τρυφερά, χαϊδεύοντας τον Σεπτέμβρη. Ψιλή βροχή, αδύναμο δάκρυ, πάνω στις ρώγες των σταφυλιών στ' αμπέλια, πάνω στα μάγουλα των κοριτσιών που λάτρεψαν το καλοκαίρι, κάποτε δυναμώνει, ομπρέλες πολύχρωμες, κόσμος κάτω απ' τις μαρκίζες, άναψαν τα φώτα, πήρε πάλι και βραδιάζει…Κάνω ένα τσιγάρο κι ένα διάλειμμα μ’ ένα αγαπημένο τραγούδι, με χίλιες αγαπημένες εικόνες, με άλλα τόσα φιλιά. Δεν είναι  καιρός για πικραμένες καλησπέρες, για ένα παρελθόν που έκλεψε ένα ολόκληρο μέλλον. Ούτε για ένα παρών που θλιμμένα συλλογιέται. Τα βράδια είναι ολοδικά μας, ατέλειωτα ταξίδια σε ότι αγαπάμε.

-Με μια βροχη, χωρις βροχη?
-Ναι..
- "Κι όταν ένα παιδί κοιτάει μ' έκσταση το δειλινό, είναι που αποθηκεύει θλίψεις για το μέλλον." Τάσος Λειβαδίτης



Τρίτη, 4 Σεπτεμβρίου 2012

Η απαγωγή


Η απαγωγή

Όταν σταμάτησε ξαφνικά το κίτρινο κλειστό φορτηγάκι, μιλούσα στο κινητό. Είναι η μόνη μάρτυς όσων επακολούθησαν.
Ο δρόμος είναι στην άκρη της πόλης, κοντά στο σπίτι μου και αρκετά φωτισμένος. Η διαδρομή σκοτεινιάζει που και που,
γιατί οι περισσότερες λάμπες έχουν καεί. Περπατάω συνήθως μια ώρα κάθε βράδυ. Πέντε φορές από χίλια μέτρα. Τον ξέρω απ’ έξω και ανακατωτά. Κι αυτός με ξέρει. Περπατούν κι άλλοι, όλες τις ώρες. Διπλής κατεύθυνσης με μεγάλα τσιμεντένια πεζοδρόμια. Περπατάω χρόνια.
Εκείνη τη ώρα ήμουν ο μόνος περιπατητής.
Το Volkswagen. κόλλησε δίπλα μου. Άνοιξαν οι πόρτες του σχεδόν αυτόματα, με άρπαξαν οι δυό τύποι, ούτε κατάλαβα πως βρέθηκα μες την κλούβα. Ο χοντρός, σαν τον Βενιζέλο, δεν κουνήθηκε απ’ το τιμόνι, σανίδωσε το γκάζι κι έφυγε. Δηλαδή φύγαμε όλοι μαζί.
Πρόλαβα και είδα τους απαγωγείς μου, δεν φορούσαν μάσκες. Ο ένας ήταν λεπτός, ψηλός με μια ηλίθια φάτσα, φορούσε γυαλιά, σαν τον Σαμαρά. Ο άλλος μετρίου αναστήματος, ασπρομάλλης και κατσαρομάλλης, με μουστάκι, θύμιζε μαϊμού το πρόσωπό του, κάτι σαν τον Κουβέλη. Αυτός μου έδεσε τα χέρια πίσω, με ένα σκοινί νάιλον, σαν αυτό που έχει η μάνα μου στον κήπο κι απλώνει την μπουγάδα. Ο άλλος ο ψηλός μου φόρεσε μια κουκούλα.
Μίλαγαν μια γλώσσα συνθηματική μεταξύ τους, ακαταλαβίστικη σε μένα. Είναι τα τελευταία επώδυνα μέτρα. Έλεγε ο ένας. Με επιφύλαξη, έλεγε ο άλλος. Με πέταξαν σαν σακί στη γωνία της καρότσας και κουβέντιαζαν μεταξύ τους. Μυστήρια, εμπιστευτικά, σαν Μασόνοι σε Στοά.
Κατάλαβα όταν μπήκαμε στο χωματόδρομο, από τα σκαμπανεβάσματα της κλούβας. Μύριζε σάπιο κρέας και άρωμα από λεμόνι. Υπέθεσα ότι είχαμε μπει στο λεμονοδάσος του Κερατόκαμπου. Μισή ώρα έξω απ’ τη πόλη.
Το αίμα μου είχε ανεβεί στο κεφάλι, κουλουριάστηκα. Φώναζα, δεν μ’ άκουγαν.
Το στόμα μου κόλλησε. Νερό φώναζα. Λιποθύμησα, δεν θυμάμαι. Αν λιποθύμησα, ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου. Αλλά και πρώτη φορά με απήγαγαν τόσο βίαια.
Βρέθηκα μετά από ώρα-ες σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο. Δεν υπήρχε τίποτα άλλο, μόνο σκοτάδι. Ούτε παράθυρο, ούτε έπιπλα, το πάτωμα ήταν σανιδένιο. Ήμουν ολόγυμνος.
Χωρίς σώβρακο, χωρίς κινητό.

Κυρία μην ανησυχείτε, ο άντρας σας είναι καλά, μια χαμογελαστή αντρική φωνή. Όλα θα πάνε καλά!
- Ποιός είστε; Που είναι ο άντρας μου; Θα ήταν μετά τις τέσσερις το πρωί.
Η γυναίκα μου ήδη είχε δηλώσει την ανησυχία της στην αστυνομία, εκείνοι την καθησύχασαν και της είπαν απλά, θα περιμένουμε.

Ο τύπος με το μουστάκι άνοιξε την πόρτα, μπήκε λίγο φως μέσα στο θεοσκόταδο, σαν φάντασμα τον είδα, έβαλε το μαϊμουδίσιο κεφάλι του μες το δωμάτιο και είπε:
Μην ανησυχείτε όλα θα πάνε καλά. Εγώ είμαι μαζί σας.
Έκλεισε απαλά την πόρτα και πάλι πίσσα.
Ο πληθυντικός μόνο μου έλειπε τώρα, είπα μέσα μου.

Εξαφανίστηκε χτες βράδυ ο γνωστός συμπολίτης μας Κωστής Ταξιδεύων . Όπως κάθε βράδυ συνήθιζε να περπατάει κάθε βράδυ στην οδό Ουτοπίας. Συνήθως γύριζε μετά από μια ώρα τάχιστου βαδίσματος. Βγήκε με το σορτσάκι του, τα αθλητικά παπούτσια του και το κινητό του, γύρω στις 11. Όταν γύρω στις 12 και 30 τον αναζήτησε η γυναίκα του, το κινητό του έδειχνε να μιλάει. Η οδός Oυτοπίας είναι ένας δρόμος που περπατάνε πολλοί συμπολίτες μας. Όποιος τον είδε να τηλεφωνήσει στο σταθμό μας. Κάθε πληροφορία θα είναι χρήσιμη. Εικάζεται ότι είναι θύμα απαγωγής. Η γυναίκα του και η αστυνομία δεν μας δίνουν καμιά πληροφορία για την ώρα Παρακολουθούμε την εξέλιξη και θα σας ενημερώσουμε μόλις κι εμείς μάθουμε κάτι.

Μετά τις 1 τη νύχτα το κινητό του χτυπούσε, αλλά δεν απαντούσε.

Ο Κωστής Ταξιδεύων τα έβλεπε όλα σκούρα μπλε, μες το σκοτάδι. Όπως όταν έλουζε τα μαλλιά του, με τα μάτια κλειστά. Ένας μεγάλος φωτεινός μπλε κύκλος. Τώρα ολόγυμνος έκανε βόλτες μέσα σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο. Θέλησε να κατουρήσει. Κατούρησε στο πάτωμα. Σκέφθηκε ότι απόψε έχει πανσέληνο και δεν θα μπορέσει να δει την καμάρα του, όταν κάθε πανσέληνο του άρεσε να κατουράει στην εξοχή. Ακόμα και τα ούρα χρυσίζουν στο φως της πανσέληνου.

Μια φτιασιδωμένη γριά άνοιξε την πόρτα. Ίδια η Μέρκελ. Κρατούσε ένα δίσκο. Τον άφησε στο πάτωμα και έφυγε αφήνοντας πίσω χαοτικό σκοτάδι. Είχε πάνω μόνο ένα αγγούρι. Με ξύδι. Πεινούσα. Το έφαγα.

Μετά από λίγο ανοίγει την πόρτα, ένας τύπος με ιατρική ποδιά και χοντρά γυαλιά μυωπίας, κάτι σαν τον Μάνο, κρατούσε μια σύριγγα.
Από μικρός φοβάμαι τις ενέσεις,. Κάθε φορά που πάταγα ένα καρφί, ένεση. Αντιτετανικός ορός. Την άλλη φορά που έπεσε ο τυροτενεκές στο κεφάλι μου, τον στέγνωνε η γιαγιά στα τσίγκια, εγώ δεν έφταιγα, ένεση. Την φορά που έκανα τραμπάλα πάνω σ’ ένα κλωνάρι καρυδιάς και έπεσα πάνω στο αγκαθωτό σύρμα του φράχτη αποκάτω, ένεση. Εκείνη τη φορά θυμάμαι ότι δεν ήξερα καθόλου σωματογεωγραφία κι έλεγα ότι βγήκε το έντερο έξω στο μπράτσο. Ένεση αυτοί. Ποιοι αυτοί, οι μπαμπάς δηλαδή. Ούτε 7 χρονών δεν θα ήμουνα. Μετά δεν ξαναέκανα ένεση. Και τώρα ο τρελογιατρός, ένεση λέει.
Κάθε φορά με κυνηγούσε ο πατέρας μου για αυτή την ένεση στις πλαγιές του χωριού, τώρα ένας χοντρός με ιατρική ποδιά μέσα σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο. Κι εγώ ολόγυμνος, τον πούστη. Φώναξε ακόμα έναν φουσκωτό και με εγκλώβισε όσο και αν κλώτσαγα. Μετά από σαράντα χρόνια με τρύπησε η βελόνα. Ένα υγρό σαν δηλητήριο σκορπιού ένοιωσα να κυλάει μέσα στο σώμα μου. Στο χέρι που έχουμε όλοι εμείς μια σφραγίδα πάλι από ένεση. Αλλά με ξυραφάκι, όχι με βελόνα. Έσκιζαν το δέρμα και έριχναν το φάρμακο μέσα στη χαρακιά. Πάλι με κυνηγούσε γύρω απ’το σχολείο ο θείος καθηγητής τότε. Άκουγα ένεση και το ’βαζα στα πόδια. Και τώρα έγκλειστος, Που να τρέξεις μέσα σ’ ένα μαύρο δωμάτιο 3 επί 4;
Έφυγαν, τράβηξαν την πόρτα κι έφυγαν. Αμίλητοι. Από μέσα δεν υπήρχε χερούλι. Το Θεό τους μέσα . Τι άνθρωποι είναι αυτοί;
Η πόρτα ξανάνοιξε αρκετές ώρες αργότερα, άρχισα να χάνω το χρόνο. Μια ψηλή κολόγρια, αγέλαστη, κάτι σαν την Κριστίν Λαγκάρντ, έφερε άλλο δίσκο. Τον άφησε στο πάτωμα κι έφυγε. Είχε πάνω μόνο μια ντομάτα. Πεινούσα. Την έφαγα όπως τρως ένα μήλο.
Παράξενα άρχισα να ηρεμώ και να προσαρμόζομαι. Είχα σκεφθεί χιλιάδες πράγματα. Δεν σκεφτόμουν πια τίποτα. Με πήρε ο ύπνος. Γυμνός στα σανίδια.
Θυμάμαι μόνο την τελευταία σκέψη μου, ότι έξω είχε πανσέληνο κι εγώ κατουρούσα -σχηματίζοντας καμάρα-στο γκαζόν του κήπου, δίπλα να μοσχοβολάνε οι μαντζουράνες, οι ντάλιες, ο βασιλικός, οι τριανταφυλλιές, η αχλαδιά γεμάτη αχλάδια, η συκιά, να λαμπυρίζουν τα ρόδα, η κυδωνιά με αγένωτα ακόμα τα κυδώνια, ένα ταψί φουντούκια απ’ τη φουντουκιά. Το φεγγάρι μπλε τα φώτιζε όλα, όλα έμοιαζαν σαν θάλασσα με γαληνεμένο κύμα κι εγώ να κατουράω σαν τον πιτσιρικά της πλατείας που χρόνια ολόκληρα ολόγυμνος πετάει νερό απ’ το στόμα και κατουράει διαρκώς. Νερό φώναξα. Μέσα σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο, ερμητικά κλειστό.

Η εξαφάνιση μου πήρε διαστάσεις απαγωγής. Μετά τη μαρτυρία της γυναίκας μου, ότι δέχεται κάθε επτά ώρες τηλέφωνο από ανώνυμη κλήση.
Καλησπέρα σας, Μην ανησυχείτε ο άντρας σας είναι καλά. Η ίδια εκνευριστική φωνή.
-Τι θέλετε, που είναι, ποιοι είστε;
-Τίποτα κυρία μου, ο άντρας σας σύντομα θα είναι κοντά σας.
-Πόσο σύντομα, τι εννοείτε;

Ο Κωστής Ταξιδεύων σπούδασε Ωκεανολόγος στην Αγγλία παρασυρμένος από τις καταβυθίσεις του Κουστώ. Αναγκάστηκε όμως να επιστρέψει στην Ελλάδα και επειδή εδώ δεν έχουμε ωκεανούς- έχουμε μόνο πελάγη, βρήκε δουλειά στην Ελλη
νική Ορνοθογική Εταιρεία. Τα τελευταία χρόνια μελετούσε δύο ζευγάρια από Γύπες, κοντά στα Μετέωρα και στον Κόζιακα. Έπαιρνε καλά λεφτά από ένα πρόγραμμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και στους τέσσερις Γύπες έβαλε πομπούς και παρατηρούσε κάθε κίνησή τους. Το χειμώνα οι Γύπες ταξίδευαν στην Αφρική. Ταξίδευε συχνά κι αυτός εκεί, αν και μέσω δορυφόρου ήξερε ανά πάσα στιγμή που είναι και τι κάνουν. Τον τελευταίο καιρό ήταν στενοχωρημένος από τον θάνατο του ενός αρσενικού. Οι κυνηγοί, αυτοί οι μαλάκες ρίχνουν φόλες να σκοτώνουν τα αδέσποτα κυνηγόσκυλα να μην τρώνε αυτά τους λαγούς και τη φόλα την έφαγε ο Γύπας. Παρ’ όλο που διέκρινε την κίνηση αυτή από την οθόνη του υπολογιστή του, δεν πρόλαβε λόγω απόστασης εκείνη τη μέρα το μοιραίο. Έλειπε στην Αθήνα.

Δυό Ιατροφορεμένοι άνοιξαν την πόρτα του σκοτεινού δωματίου. Τα μάτια μου τυφλώθηκαν από το ξαφνικό άπλετο φως. Θα ήταν πρωί προς μεσημέρι. Τόση λάμψη.
Ήμουν παράξενα ήρεμος και νηφάλιος.
Με έβαλαν πάνω σ’ ένα νοσοκομειακό καροτσάκι, με σκέπασαν μ’ ένα πορτοκαλί σεντόνι και με οδήγησαν μέσα από ένα μακρύ διάδρομο, γεμάτο ασημί πόρτες ως το βάθος. Έστριψαν δεξιά, άλλος φαρδύς διάδρομος με πρασινοκίτρινες πόρτες, η κάθε μία τον αριθμό της. Απέναντι δυό πόρτες άνοιξαν διάπλατα και βρέθηκα στο διάστημα των μηχανημάτων. Κάτι σαν πυρηνικό εργαστήριο. Καρδιογραφήματα παντού. Οι δυό συνοδοί με σήκωσαν και με τοποθέτησαν πάνω στο κρεβάτι του Προκρούστη.
-Θα σε φέρουμε στα μέτρα μας. Είπαν μόνο.
-Δηλαδή; Το μόνο που είπα.
-Θα σε κάνουμε έναν φυσιολογικό άνθρωπο. Ευτυχισμένο.
Μου έδωσαν να πιω ένα ποτήρι νερό. Μύριζε ιώδιο.
Από εκεί και μετά δεν θυμάμαι τίποτα.

Είχαν περάσει εννέα μέρες, η ανώνυμη φωνή συνέχιζε να τηλεφωνεί κάθε επτά ώρες και να λέει το μονότονο: Κυρία μην ανησυχείτε, ο άντρας σας είναι καλά, σύντομα θα είναι κοντά σας. Τίποτα άλλο. Η φωνή ήταν αλλοιωμένη και κανένα μηχάνημα δεν μπορούσε να εντοπίσει την περιοχή. Το θέμα της απαγωγής μου είχε πάρει διαστάσεις. Γινόταν καθημερινή αναφορά πια και από τα κεντρικά δελτία των Αθηνών. Ήταν ολοφάνερο πια ότι είχα απαχθεί. Η γυναίκα μου αν και τη συμβούλευσαν να κρατήσει τη σιωπή της, μίλησε.
Υπήρχε μία και μοναδική μάρτυς. Εκείνη που μιλούσα μαζί της την ώρα της απαγωγής. Είχα προλάβει να κρύψω το κινητό στην εσωτερική τσέπη αστραπιαία.
Άκουσε τις αντιδράσεις μου, τις δικές τους κουβέντες. ''Τα τελευταία επώδυνα μέτρα''και όσα δεν άκουσα εγώ, το κεφάλι μου είχε γεμίσει αίμα εκείνη την ώρα. Ως τις 1 που φθάσαμε στο καταφύγιο των απαγωγέων και μου τα πήραν όλα. Και τα σώβρακα.

Το φεγγάρι ξεχάσθηκε μισό, λευκό, στον αχνό μπλε καθαρό ουρανό του Σεπτέμβρη. Ο ήλιος απ’ την ανατολή και κείνη τη μέρα, αιώνες η ίδια διαδρομή, έλουζε τους δρουσουλίτες της νύχτας.

Στην πρωινή εκπομπή ''η άλλη κόψη'', του Λευτέρη Μύτουλα, η συζήτηση άναψε. Το θέμα ήταν η απαγωγή και η επινόηση της πραγματικότητας.


Στη τηλεφωνική γραμμή έχουμε την κυρία Εβανς Μπλουμ Ελληνοαμερικανίδα , παλιά φωτογράφο του National Geograpfic. Είναι η κυρία που το βράδυ απαγωγής μιλούσε με τον Ταξιδεύοντα στο κινητό. Την ακούμε:
''Καλημέρα , good morning! Εκείνο το βράδυ της πανσέληνου, από ένα λάθος τηλεφώνημα βρέθηκα να μιλάω με τον Κωστή Ταξιδεύοντα. Τα τελευταία χρόνια η όρασή μου είναι μειωμένη, αν είδαν τα μάτια μου ομορφιά κι ασχήμια, ένα νούμερο πήρα λάθος, το τελευταίο, αντί για 6, 9. Απάντησε μια ευγενική φωνή με τη λέξη, Αγάπη μου.
Περίμενα να ακούσω τη φωνή του σοφέρ μου. Θα πήγαινα στο Αστεροσκοπείο Αθηνών, τελευταία παρακολουθώ τη νύχτα ένα αστέρι.. Τον Ξενοφώντα μου.
-Who is;
-Ο Κωστής Ταξιδεύων
-Συγνώμη, λάθος πήρα;
-Σωστά πήρατε
-Τι κάνεις;
-Περπατώ στα σύννεφα.
-Με τέτοιο Ουρανό απόψε; Που πατάς;
-Κρατιέμαι από ένα αστέρι;
Κάπως έτσι ξεκίνησε η συνομιλία μας. Μεταξύ σοβαρού κι αστείου. Μιλούσαμε πάνω από μισή ώρα και κατάλαβα αρκετά για αυτόν τον άνθρωπο.
Όταν ξαφνικά άκουσα εκείνο το διαπεραστικό μπιμπ στο τηλέφωνο, σαν να με κατάπιε και μένα μαζί του μία χοάνη ωκεάνιου κύματος. Άκουγα απ’ την ανοιχτή γραμμή πράγματα που δεν μπορώ να σας τα μεταφέρω εδώ, θα τα δείτε όμως δημοσιευμένα στο τεύχος του National Geografic του Δεκεμβρίου. Έχω ενημερώσει τη γυναίκα του. Σας λέω μόνο ότι ο Κωστής Ταξιδεύων θα είναι ελεύθερος ξανά σε 21 μέρες από την απαγωγή του. Δεν θα είναι όμως ο ίδιος άνθρωπος. Εξωτερικά ολόιδιος, εσωτερικά εννοώ. Στην πολύχρονη περιπλάνηση μου ανά τον κόσμο δεν είναι η πρώτη φορά που συναντώ ανάλογη περίπτωση. Παρατηρώ τι λένε στις ειδήσεις και πως τηρούνται οι κόκκινες γραμμές. Αυτά συμβαίνουν σε χώρες σαν τη δική μας, λέω δική μας γιατί νοιώθω μισή Ελληνίδα, όταν βρίσκονται σε στάδιο πειραματόζωου''.
Ο Μύτουλας δημοσιογράφος προσπαθούσε να διακόψει συνεχώς με ερωτήσεις. Η κυρία Μπλουμ του είπε ότι είναι κι αυτή κατά κάποιο τρόπο δημοσιογράφος, ερευνήτρια και φωτογράφος και πρέπει να σεβασθεί το επόμενο θέμα της, μια έρευνα ζωής.
Η κυρία Μπλουμ χαιρέτησε ευγενικά και έκλεισε το τηλέφωνο.
Ουσιαστικά φούντωσε τα αναπάντητα ερωτήματα και δεν είπε τίποτα.

Περιπλανιόμουν νιρβάνα μέσα σ’ ένα κτίριο που θύμιζε εντατική νοσοκομείου. Δεν είχα πια εκείνο το βάρος στο στήθος μου. Δεν με ένοιαζαν τα προβλήματα, ούτε τα δικά μου, ούτε του κόσμου. Συνομιλούσα με έναν τύπο σε αναπηρικό καροτσάκι, κάτι σαν τον Σόιμπλε λες και δεν συνέβαινε τίποτα, λες και έξω οι άνθρωποι δεν αργοπέθαιναν κάτω από τη δικτατορία των τρο ι κανών. Δεν μ’ ένοιαζε πια τίποτα.

Μια ξανθιά με πράσινα μάτια και πλούσιες καμπύλες στο τηλεφωνικό κέντρο, σαν κατσαρίδα την έβλεπα.


Την τελευταία μέρα μου είπαν ότι πλήρωσαν όλα τα χρέη μου στην τράπεζα, ότι πια είμαστε φίλοι, ότι δεν πρέπει να αφήνουμε τα ζιζάνια ανάμεσα στα λουλούδια, ότι όσο οι άνθρωποι είναι έφηβοι δικαιολογείται να αμφισβητούν, μετά δεν δικαιολογείται, και άλλα τέτοια ..


Το πρωί της 21ης Σεπτεμβρίου ήταν το τελευταίο τηλεφώνημα στη γυναίκα μου. Η σπαστική φωνή είπε:

Ο άντρας σας είναι ελεύθερος. Θα πάτε να τον παραλάβετε στην παραλία του Αρμενιστή. Στο μόλο Χανιώτη.

Στις 21 Δεκέμβρη διάβασα την έρευνα της κυρίας Μπλούμ στο National Geografic.


Ήξερα πια, ότι στο αίμα μου είχα τον ηλεκτρονικό ιό με την ονομασία ''Καμένος''. Όπως οι περισσότεροι.




ένα καράβι κι ένα φεγγάρι...





"Ένα καράβι κι ένα φεγγάρι
Απόψε η ζωή μου
ΕΣΥ και τα δυό
Κι εγώ;
Μισός στο καράβι
Μισός στο φεγγάρι
Ολόκληρος ΕΣΥ."

Κ.Τ., Κ.Ε.