έχε το νου σου στο παιδί..




Τρίτη, 26 Φεβρουαρίου 2013

Ανάμεσα σε δυό φέτες ψωμί, οι γεύσεις που Αγαπήσαμε..



Μετέωρα, ανάβαση με το καλάθι, 1908 ,του FRED BOISSONNAS.
"Κάθε φορά που ανοίγεις δρόμο στη ζωή,
μην περιμένεις να σε βρει το μεσονύχτι.
Έχε τα μάτια σου ανοιχτά βράδυ πρωί
γιατί μπροστά σου πάντα απλώνεται ένα δίχτυ."

Μικροί αποχωρισμοί

Τα μαλλιά της ίσα καστανά, έπεφταν ως την πλάτη της. Δεν χόρταινε να παρατηρεί το βάδισμά της, όταν χανόταν στο βάθος.
Το ραδιόφωνο έπαιζε ακόμα το Ο
ne Love, του Bob Marley. Ένα στενό δρομάκι οδηγούσε στο σπίτι της.  Στα μισά του δρόμου σταμάτησε για λίγο, κοίταξε πίσω, αυτός δεν είχε φύγει. Μικροί αποχωρισμοί.
Πριν λίγο ήταν μαζί, πάνω στα Μετέωρα. Κάτω η Θεσσαλική πεδιάδα μια απέραντη θάλασσα από φώτα. Ζεστή ανοιξιάτικη νύχτα. Μύριζαν οι πασχαλιές.
Μετά το
Sante, στάθηκαν ώρα μπροστά στην παλιά ζωντανή πόλη. Τοιχογραφία μιας άλλης εποχής, από ένα Γαλλικό τιμ ζωγράφων του δρόμου.Ύστερα πήραν το δρόμο για την Καλαμπάκα. Περασμένα μεσάνυχτα. Έφτασαν στο Καστράκι, ανέβαιναν πιο κοντά στον έναστρο Ουρανό. Λούστηκαν στο φεγγάρι. Θεόρατα μυστικά, δεν κρύβονταν άλλο.
Εκείνη τη νύχτα άνοιξαν οι καρδιές τους. Ήταν χρόνια φίλοι.

Ταξιδευτής
25 Φαβρουαρίου 2013

http://kostistaxithevon.blogspot.com/2013/02/blog-post_25.html?spref=fb



">
"Tα μαλλιά του φεγγαροασημένια, της άρεσαν αχτένιστα έτσι όπως τον έβλεπε να ξυπνά κάθε πρωί.Δεν χόρταινε να βλέπει το βυθό των πράσινων ματιών του, όταν η φαντασία του ταξίδευε ...
Μπήκε στη σοφίτα του.
Δεν άναψε κανένα φως .
Θα την οδηγούσε σ Εκείνον η Αγάπη της.
Έκατσε εκεί που καθόταν εκείνος.
Στο κάθισμα της Λύτρωσής Του.
Πήρε τη γόπα του απ το τασάκι.
Τον φίλησε ευλαβικά.
Κράτησε την πένα Του στα δυό της χέρια, μύριζε το άρωμα των δακτύλων Του,
 ναι ,πριν λίγο την είχε ακουμπήσει.
Χάιδεψε το προσωπό της ,σύροντας την με απαλές κινήσεις από το πηγούνι μέχρι τα κλειστά της μάτια.
Πάτησε play
Ο ψίθυρος της φωνής Του ...άρχισε να ζωντανεύει τα πεσμένα της φτερά.
Τ άπλωσε σε όλο το μήκος του γραφείου Του, αγκαλιάζοντας Τον.
Τον άκουγε...
Εκεί θα μπορούσε να μείνει για Ό λη την υπόλοιπη ζωή της.
ΜΑΖΙ Του..
Να Τον ακούει.
Θεέ μου πόσο κρατάει ένα "play"..;
"αν Σε χάσω θα πεθάνω, απ τον κόσμο θα χαθώ.."
Για Πάντα
Του Ο ρκίστηκε ξανά
..
Εκείνη τη στιγμή του Άνοιξε την καρδιά της.
"Δεν υπήρξαμε ΠΟΤΕ ΦΙΛΟΙ ψυχή μου...
όμως
για ό,τι είχες και έχεις στο μυαλό Σου
εγώ
ΤΟ Λ α τ ρ ε ύ ω.."
Άφησε το σημείωμα στο γραφείο Του
ΠΕΤΑΞΕ στη ΒΡΟΧΗ της.
Να Τον Συναντήσει στα Ο νειρά της.. ήθελε.
Άνοιξε τα μάτια της. Έκανε το τελευταίο της τσιγάρο.
Τα χείλη της ένα Ο .
Μικρές κοφτές εκπνοούλες, ζωγράφιζαν με τον καπνό,
  δέκα πέντε  Ο λόκληρα κυκλάκια.
Τόσα άντεξε...
Αύριο, θα προσπαθούσε 16 ,μεθαύριο 17, την άλλη μέρα 18 μέχρι να φτάσει,
το  ‘Α π ε ι ρ ο
..                                       "

">

Πέμπτη, 14 Φεβρουαρίου 2013

Έρωτα σε λένε.








Πιστεύω τον φίλο, πιστόν φίλο εν κινδύνοις γιγνώσκεις...

Στο δημοτικό μάθαμε καθαρεύουσα και ντοπιολαλιά. Όσοι από μας γεννήθηκαν και μεγάλωσαν σε χωριό. Ο δάσκαλος, ένας φασίστας του κερατά, έλεγε στους γονείς μου, τούτ
ος μιλάει πιο χωριάτικα και από σας.
Στο γυμνάσιο ήρθαν τα αρχαία, η γλώσσα της πόλης, άντε να μη πετάξεις κανένα ακαταλαβίστικο στην τάξη, μετά ήρθε η δημοτική, το 76-77, έπρεπε να ισορροπήσουμε, αρχίσαμε να μαθαίνουμε αγγλικά στο φροντιστήριο και γαλλικά στο σχολείο.
Ήρθαν και οι άτονες λέξεις, ήρθαν όλα μαζί. Η τυποποιημένη δημοσιογραφική γλώσσα και η ξύλινη των κομμάτων, ήρθαν και τα Greekenglish και κει τα κάναμε σαλάτα.
Ποιά είναι η γλώσσα που σκεφτόμαστε σήμερα;
Η ρίζα μας. Πως μεγαλώνει ένα δέντρο χωρίς τη ρίζα του;
Πως απλώνει κλαδιά να κελαηδήσουν την Άνοιξη οι κούκοι;
Η γλώσσα είναι που μας δημιουργεί τη σκέψη και η σκέψη τη γλώσσα.
Άμα η γλώσσα μας είναι φτωχή, αν οι λέξεις χάσουν το νόημα τους, και η ταυτότητα χάνεται.
Από πού ήρθαμε;
Γιατί ήρθαμε;
Ποιοι είμαστε, που πάμε;
Τι θέλουμε;
Τι θα απογίνουμε;
Ο έρωτας και ο θάνατος η διαδρομή μας, όλα τα άλλα το όχημα.
Όπως το σώμα είναι της ψυχής και της σκέψης το τρένο, όπως τα άνθη πάνω στα κλαριά, γεννιούνται καρπό να κάνουν.
Που ξοδευόμαστε;
Γιατί; Να προλάβουμε τον θάνατο. Μα αυτός θαρθεί στην ώρα του.
Ως τότε, απομένει ο Έρωτας.
Ο έρωτας για τη Φύση. Για τη φύση του Ανθρώπου.
Για σένα, για μένα, για κάθε τι που αναπνέει.



                                                                               






Κοίτα τα κύματα Αγαπημένη
Κοίτα πως τα ζωγράφισες
Τι απεραντοσύνη τους έδωσες
Κοίτα το μονοπάτι της θάλασσας
Πόσες νότες το στόλισαν

Ιριδισμοί από το χρώμα των ματιών σου
Τρυφερό απ'τα χείλη σου
Γαλάζιο, μπλέ βαθύ από το βάθος της ψυχής
Κατακόκκινο ηλιοβασίλεμα από τα Ο νειρα
Κι ένα φεγγάρι Ο λόγιομο
Για την περπατησιά Σου
Κοίτα Αγαπημένη

">

πηγή:https://www.facebook.com/kostes.taxideuon

Περπάτησα εψές το ροδώνα των ονείρων μου.
Χειμώνας.
Έπεσαν τα φύλλα,
ρόδια γεύτηκαν παιδιά κι ερωτευμένοι.
Τί γλυκός θόρυβος, κράκ, όταν σπάει το ρόδι!
Σκαστό φιλί θαρρείς.
Οι χούφτες γιομάτες ζουμερές ρώγες.
Σπλάτς και, χυμοί ερεθίζουν τους κάλυκες της γεύσης
στη βάση της γλώσσας.
Ολες οι γεύσεις στη γλώσσα χορεύουν.
Κι ο έρωτας μιά γεύση είναι.
Γιατί όμως;
Γιατί εσένα κι όχι άλλην;
Τί τρέχει;
Ανοίγω τα πανεπιστήμιά μου και διαβάζω:
“Το μέγεθος των υποδοχέων, μπλα, μπλα, μπλα…”
Και τί με νοιάζει εμένα βρε επιστήμη;
Εγώ, γεύομαι τα φιλιά της,
μαγεύομαι στην αγκαλιά της!
Αυτό μου αρκεί.
-Γιά κάτσε μπρε, των γκιούλμπαχτσέδων γιατρέ.
Τόσο κρύο,
φοβερή παγωνιά
και του Μαγιού, πανέμορφα μπουμπούκια!
-Εαρινοποίηση. Αυτό είναι.
Η αγκαλιά των χειμώνων στους γυμνούς κλάδους της ροδιάς
όταν ο έρωτας κουκουλώνεται τα σπάργανα των ληθάργων.
Ξυπνώ το πρωί καί, καρδιά μου σε νιώθω ανθισμένη!
Μα τί ‘ναι τούτος ο φράχτης με μύρια μυρωδάτα μπουμπούκια;
Άνοιξη είναι.
Ολόλευκα ανθισμένα γιασεμιά,
μπουγαρίνια ευωδιαστά.
Μόλις διέκρινα τη μορφή σου.
Έρωτα σε λένε.
Έρωτα των χειμώνων!

πηγή: http://vgiannelakis.wordpress.com/2012/12/12/%cf%8c%ce%bd%ce%b5%ce%b9%cf%81%ce%b1-%cf%84%cf%89%ce%bd-%cf%87%ce%b5%ce%b9%ce%bc%cf%8e%ce%bd%cf%89%ce%bd/

Εαρινοποίηση. Αυτό είναι.
Η αγκαλιά των χειμώνων στους γυμνούς κλάδους της ροδιάς
όταν ο έρωτας κουκουλώνεται τα σπάργανα των ληθάργων. Ξυπνώ το πρωί καί, καρδιά μου σε νιώθω ανθισμένη!
Μα τί ‘ναι τούτος ο φράχτης με μύρια μυρωδάτα μπουμπούκια;
Άνοιξη είναι.
Ολόλευκα ανθισμένα γιασεμιά,
μπουγαρίνια ευωδιαστά.
Μόλις διέκρινα τη μορφή σου.
Έρωτα σε λένε.
Έρωτα των χειμώνων!


Έρωτα σε λένε.

Από την συγκλονιστικότερη, ίσως, σωζόμενη αρχαία τραγωδία, ένα πολύ γνωστό απόσπασμα:

Χορός

Έρως ανίκατε μάχαν,
Έρως, ός εν κτήμασι πίπτεις,
ός εν μαλακαίς παρειαίς
νεάνιδος εννυχεύεις,
φοιτάς δ' υπερπόντιος
εν τ' αγρονόμοις αυλαίς·
καί σ' ούτ' αθανάτων φύξιμος ουδείς
ούθ' αμερίων σέ γ' ανθρώπων.
Ο δ' έχων μέμηνεν.
Σύ καί δικαίων αδίκους
φρένας παρασπάς επί λώβα,
σύ καί τόδε νείκος ανδρών
ξύναιμον έχεις ταράξας·
νικά δ' εναργής βλεφάρων
ίμερος ευλέκτρου νύμφας,
τών μεγάλων πάρεδρος
εν αρχαίς θεσμών.
'Αμαχος γάρ εμπαίζει Θεός, Αφροδίτα.
Νυν δ' ήδη 'γώ κ'αυτός θεσμών
έξω φέρομαι τάδ' ορών ίσχειν δ'
ουκέτι πηγάς δύναμαι δάκρυ
τόν παγκοίτην όθ' ορώ θάλαμον
τήνδ' Αντιγόνην ανύτουσαν.

....................................................................

Έρωτα, ανίκητε σε κάθε μάχη,
συ που κυριαρχείς όπου κι αν πατήσεις,
συ που ξενυχτάς τα κορίτσια
με τα τρυφερά μάγουλα,
που δρασκελάς πάν' από θάλασσες
και τρυπώνεις στους κήπους,
κανείς δε γλυτώνει από 'σε,
μήτε Θεός μήτε θνητός.
Όποιον αγγίξεις, τονε παλαβώνεις.
Συ, άνθρωπο φρόνιμον εξωθείς
στ' αδικο και στο χαμό,
συ π' άναβεις ταραχή κι αμάχη
ανάμεσα σε γιο και πατέρα,
νικά πόθος και λαχταρα για τη γλυκομάτα νύφη,
κόντρα σ' όλους τους μεγάλους νόμους.
Σαν ατάραχος Θεός τους περγελάς, ω Αφροδίτη.
Ήδη τώρα κι εγώ παρανομώ
που δε μπορώ να κρατήσω τα δάκρυα,
βλέποντας τη δύστυχη Αντιγόνη
να τη σέρνουν άκαιρα στον τάφο
που μέσα του μια μέρα όλοι θα μπούμε.

Δεν ξέρω τίνος είναι η μετάφραση...







">




Για τον Βαγγέλη...
Τὰ δῶρα

Σήμερα φόρεσα ἕνα
ζεστὸ κόκκινο αἷμα
σήμερα οἱ ἄνθρωποι μ᾿ ἀγαποῦν
μιὰ γυναίκα μοῦ χαμογέλασε
ἕνα κορίτσι μοῦ χάρισε ἕνα κοχύλι
ἕνα παιδὶ μοῦ χάρισε ἕνα σφυρί
Σήμερα γονατίζω στὸ πεζοδρόμιο
καρφώνω πάνω στὶς πλάκες
τὰ γυμνὰ ποδάρια τῶν περαστικῶν
εἶναι ὅλοι τους δακρυσμένοι
ὅμως κανεὶς δὲν τρομάζει
ὅλοι μείναν στὶς θέσεις ποὺ πρόφτασα
εἶναι ὅλοι τους δακρυσμένοι
ὅμως κοιτάζουν τὶς οὐράνιες ρεκλάμες
καὶ μιὰ ζητιάνα ποὺ πουλάει τσουρέκια
στὸν οὐρανό
Δυὸ ἄνθρωποι ψιθυρίζουν
τί κάνει τὴν καρδιά μας καρφώνει;
ναὶ τὴν καρδιά μας καρφώνει
ὥστε λοιπὸν εἶναι ποιητής
Μίλτος Σαχτούρης




Για τον Kωστή...

Ὅμως ὑπάρχουν ἀκόμα
λίγοι ἄνθρωποι
ποὺ δὲν εἶναι κόλαση
ἡ ζωή τους

ὑπάρχει τὸ μικρὸ πουλὶ ὁ κιτρινολαίμης
ἡ Fraülein Ramser
καὶ πάντοτε τοῦ ἥλιου οἱ ἀπομείναντες
οἱ ἐρωτευμένοι μὲ ἥλιο ἢ μὲ φεγγάρι

ψάξε καλὰ
βρές τους, Ποιητή!
κατάγραψέ τους προσεχτικὰ
γιατί ὅσο πᾶν καὶ λιγοστεύουν

λιγοστεύουν
(Μίλτος Σαχτούρης )





















Πηγή φωτογραφιών :Kωστής Ταξιδεύων









Σαν το δάσος του Αμαζονίου
Οξυγόνο και Ο μορφιά
Ποτάμι των ποταμών





Χρυσός και διαμάντια.
Τεράστιο ποτάμι , το μεγαλύτερο της γης
Ελπίδα ακατέργαστη,
Τίποτα δεν θα στερέψει πια.
Ο κισσός απλώνεται στο δέντρο
Η Αγάπη στο κορμί
Πράσινο φεγγάρι υφαίνει τα μάτια σου
Ξαγρυπνά τις νύχτες, μη χαθεί κάποια πολύτιμη στιγμή
Κάποια σταγόνα νερού που παράπεσε,
Κάποιο κλάμα παιδιού που δεν γεννήθηκε
Μη δε φωτίσει κάποιο Ο νειρο
Μη  χαθεί κάποια ελπίδα
Ένα έλατο καρφώνει τον Ο υρανό
Μια ρώγα σταφύλι στο στήθος μου
Ένα πινέλο που δεν πλύθηκε ποτέ, απ’ την τελευταία ζωγραφιά σου
Ήταν το χρώμα της Αγάπης είπες που θαρθεί
Ήταν Ο λη η τύχη του κόσμου στα χέρια σου
Πράσινο τσάι της πρώτης συνάντησης
Να ηρεμήσει η θάλασσα της ψυχής
Και μετά , μετά, δυό βήματα  πάνω σ’ ένα καταπράσινο λιβάδι
Πιο απέραντο απ΄ τη άκρη της ματιάς , σαν  έναν κόσμο που πλάθεται να αναγεννηθεί
Απ’ την Αρχή του Σύμπαντος

Έναν κόσμο με φωτεινές λέξεις, αξιοπρέπεια , δικαιοσύνη, αλληλεγγύη
Χωρίς όπλα , δίχως παιδιά να πεινάνε, δίχως θάνατο μες τη ζωή.
Κι ένα ποτάμι να κυλάει να ποτίζει όλη τη γη
Μια καταπράσινη γη
Μια καταγάλανη θάλασσα
Ένας ανοιχτός μπλε Ο υρανός

Σαν το δάσος του Αμαζονίου
Οξυγόνο και Ο μορφιά
 

Έρωτας
K.T.






«Να ζεις με ορμή τη ζωή σου και να ετοιμάζεσαι ήρεμα για τον θάνατο. Να είσαι έτοιμος να πεθάνεις κάθε στιγμή. Με επιθυμίες ανεκπλήρωτες».


ΣΤΑΘΜΟΣ


">


η απεργία ΕΡΧΕΤΑΙ...

"Δημιουργούν προβοκάτσιαες, οξύνουν το κλίμα,ετοιμάζουν νόμους για τις απεργίες, λένε ότι ο μισθός των 500 ευρώ είναι μεγάλος, ετοιμάζουν το τέταρτο μνημόνιο, αδίστακτοι , αδιάφοροι για το τι συμβαίνει στα σπλάχνα της κοινωνίας.Αυτή υ υπόκωφη σιωπή μυρίζει μπαρούτι, όσο και την εξοφλάνε μέσα από τα κανάλια τους...
Φοβούνται τους νέους. Γι’ αυτό τους εξορίζουν.
Καμιόνια φεύγουν τα παιδιά μας
300 κάθε μέρα φτάνουν στο Βερολίνο, στο Λονδίνο
Τα καλύτερα μυαλά αυτοεξορίζονται
Φοβούνται τη μέρα που η Ιστορία θα γράψει, όσα δεν έγραψε σε χρόνια διακόσια.
Ετοιμάζουν πιο σκληρούς, άγριους νόμους
Τώρα πια είναι έτοιμοι να σκοτώσουν εν ψυχρώ
Αυτοί οργανώνονται
Εμείς;"

" Έ και μείς οι εναπομείναντες δέ θα κάτσουμε με σταυρωμένα χέρια!"

"Είναι εδώ και καιρό έτοιμοι. Κάπως ανέτοιμοι ήταν τις πρώτες ημέρες της πλατείας, όταν ακόμη σταχυολογούσαν μεγέθη και ποιότητες αντίδρασης. Εκεί πολλοί φοβήθηκαν, φοβήθηκαν από την αρχή την ωμή βία και αυτό ήταν λάθος, δεν ήταν ακόμη τόσο έτοιμοι, εκεί χάθηκε μια μεγάλη ευκαιρία......"

"Μπορούμε!!!Τώρα δεν μπορούμε να περιμένουμε άλλοοοοοοοοοοο"

"Φυλακίστε της λίστας τους ληστές,
δώστε σεισάχθεια στους χρεωστές,
στο διάολο στείλτε
τους εφιάλτες και τους δανειστές!"

"Όχι δεν είναι αργά.... διατηρώντας την ίδια νοοτροπία του κάθε τότε, τότε ναι, πάντα αργά είναι....."




Τασο Κωστη Ευαγγελε Ελπινικη Ο λα τα Ο νοματα, Ο λαααααααααα φωναζωωωωωωωωωωωωωωωω....

Λαέ μη σφίξεις άλλο το ζωνάρι, η πείνα το καμάρι είναι του κιοτή, του σκλάβου που του μέλλει να θαφτεί

">

ΑΝΑΣΑ..

ζωγρ.atanur dogan

Σ' ευχαριστώ
Για τους απέραντους δρόμους
Της Άνοιξης τα τρυφερά κλαδάκια
Για τα ηλιοβασιλέματα του Καλοκαιριού
Για κείνα τα κίτρινα φύλλα του Φθινόπωρου
Τον χειμώνα του Αγγελόπουλου, σε κείνη τη φωτογραφία
Σ' ευχαριστώ γι' αυτή τη Φωνή,
Που την καρδιά μου γαληνεύει
Αυτή τη Φωνή που αντηχεί
Ο λο το είναι του κόσμου τούτου
Σ ευχαριστώ για το καράβι που μου χάρισες
Να ταξιδεύω στά μήκη και τα πλάτη
Που τόσο Αγαπήσαμε
Τόσο Αγαπάμε.

">




Γερανοί


Τέλη Γενάρη. Ηλιόλουστη μέρα.
Έκανα ένα μακρινό περίπατο, δυό μεγάλα άσπρα σύννεφα στον Ουρανό και ένα σμήνος από γερανούς.
Το σήμα της νίκης. Ένα βέλος.
Έρχονταν από μακριά, ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης, ο Ασκληπιός, ο Λεωνίδας, ο Καραϊσκάκης, ο Κολοκοτρώνης, ο Βελουχιώτης, ο Παναγούλης, ο Ελύτης, ο Ρίτσος, ο Σεφέρης γέμισαν τον Ουρανό.
Ήταν κι άλλοι πολλοί, αμέτρητοι, ατέλειωτοι.
Δεν είδα κανέναν εν ζωή. Οι καιροί άλλαξαν.
Ο ήλιος στο δειλινό χρωμάτιζε τις σκέψεις μου. Δίπλα η θάλασσα. Πάνω ο Όλυμπος. Οι θεοί. Η Βεργίνα , το Δίον, το Κάστρο του Παντελεήμονα.
Ήλιος και θάλασσα, εύφορη γη και Ιστορία η χώρα μου.
Μπήκα στο σπίτι.
Κι έβγαλα το καπέλο μου.
Όταν ήρθα σε Σένα.

Ταξιδευτής
31 Ιανουαρίου 2013

Η νύχτα του κόσμου


Θες να γίνω πηγάδι;
Να καθρεφτίζεσαι
Θες να γίνω δέντρο;
Να ξεκουραστείς
Θες να γίνω πουλί;
Να πετάξεις
Θες να γίνω καράβι;
Να ταξιδέψεις
Θες να γίνω φωτιά;
Όταν κρυώνεις
Θες να γίνω ουρανός;
Όταν ανασαίνεις
Θες να γίνω ποτάμι
Όταν στερεύεις
Θες να γίνω Ειρήνη
Όταν πολεμάς

Μόνο μη μου ζητάς να γίνω φεγγάρι
Τόσο σκοτάδι, πως να το αναλάβω;

Ταξιδευτής
29 Δεκεμβρίου 2012


Οι σφαίρες και το τριαντάφυλλο

Η μεγαλύτερη ποίηση του καιρού μας
Ένα οπλοπολυβόλο στα χέρια ενός εξεγερμένου εργάτη
Κι ένα κατακόκκινο τριαντάφυλλο
Στην κάνη.


Ταξιδευτής
16 Δεκεμβρίου 2012



Όλα Φως

Αυτό το λίγο φως
Ήταν για μας
Το πιο μεγάλο φως
Ήμασταν χιλιάδες άνθρωποι μαζί
Σαν ένας
Ή σαν δύο
Δεν έχει τόσο σημασία
Σημασία έχει ότι η νύχτα πλημμύριζε με φως
Άνοιγαν τα σκοτάδια
Να γεννηθεί ένας καινούριος κόσμος
Μέσα από μια τρυφερή λέξη
Ποίηση
Μέσα από μια ματιά
Χαμόγελο
Μέσα από τα έγκατα της ζωής
Έρωτας
Κι όλα γίνονταν φως
Μες στο σκοτάδι.
Ταξιδευτής
20 Νοεμβρίου 2012


Κατακόκκινα χέρια

Όταν με πλησίασες
Στην άκρη της λίμνης, πετούσα στρογγυλές πέτρες
Xαμογέλαγα με τις μπουρμπουλήθρες...
Μία δύο..
Μία, δύο, τρεις
Μία, δύο, τρεις τέσσερις….yesssss
Αιχμηρές πέτρες να πετάς στη λίμνη, μου είπες
Εκεί είναι το θαύμα
Σφάζουν τα χέρια, ματώνουν το νερό, σου είπα
Άπλωσες τα δικά σου χέρια
Κατακόκκινα
Ταξιδευτής
Μάιος 2012


Έλα να παίξουμε κρυφτό

Κρύψου να  σε ψάξω
Στις κόρες απ' τα μάτια
Μες την ανάσα
Στην αφή της καρδιάς
Στη μυρωδιά των μαλλιών
Ψάξε με
Πίσω από τις λέξεις
Μες τα τραγούδια
Στο μαξιλάρι της άρρωστης μέρας
Στις σταγόνες της σιγανής βροχής
Θέλω να μου χαρίσεις κάτι, μου είπες την πρώτη φορά
Κι εγώ δεν είχα να σου χαρίσω τίποτα
Θα ψάξω να το βρω, μου είπες
Ένα παιδί βγήκε στο μπαλκόνι με τα μπλε παράθυρα
Κρατούσε ένα κόκκινο μπαλόνι
Όπως ο ουρανός κρατάει τη νύχτα το φεγγάρι
Όπως ένας  άντρας τα μάτια μιας γυναίκας
Όπως το σώμα την ψυχή
Όπως Εσύ εμένα
Ή όπως εγώ Εσένα.

Ταξιδευτής
5 Μαΐου 2012


Ειρήνη

Ήταν μια όμορφη γυναίκα
Κάθονταν σ’ ένα παγκάκι, δίπλα στη θάλασσα
Τα μαλλιά της σκέπαζαν την πλάτη της
Το αεράκι τα ανέμιζε. Αυτή κάθε λίγο με θηλυκές κινήσεις του χεριού της, σαν να τα χτένιζε, τα άπλωνε ξανά στη πλάτη της
Αγνάντευε μακριά το γαλάζιο, αφημένη
Άνοιξε την τσάντα της, πήρε ένα κοκαλάκι
Μάζεψε τα μαλλιά της και τα έδεσε
Ήταν μια πασχαλίτσα
Την πλησίασα, είπα γεια και κάθισα δίπλα της
Είπε γεια
Ανάμεσα μας ένα βιβλίο. Η ιστορία μιας γέννας.
Μείναμε εκεί να αγναντεύουμε την απεραντοσύνη, έναν αιώνα.  
Είχε τη μεγαλύτερη συλλογή από κοκαλάκια, να δένει κάθε φορά
τα μακριά της μαλλιά.
Και μια μεγάλη καρδιά. Το αγαπημένο της κοκαλάκι.
Το όνομα της ήταν Ειρήνη.

Ταξιδευτής
Μάρτιος 2012


Μια άλλη φωνή

Mια φωνή να μ' αναστήσει
Θέλω μια πνοή
Μια τεχνητή αναπνοή
Μες το πηγάδι
Βλέπω ψηλά το φως
'Ενα ολοστρόγκυλος φωτεινός κύκλος
Είναι ψηλά
Δεν μπορώ να σκαρφαρλώσω, λεία τοιχώματα
Γλυστράει, σαρίζει το χώμα
Βυθίζομαι ακόμα πιο πολύ
Αναπνέω ακόμα, ξηρό το πηγάδι
Εγκατάλειψη
Στην αυλή ενός παλιού αρχοντικού
Αυτή η τρέλα της περιπλάνησης
Ούτε κατάλαβα πως έπεσα μέσα
Οι πληγές τσούζουν, αίματα ξηραμένα παντού
Δυο ποντίκια κοιμήθηκαν πάνω μου, όταν με πήρε ο ύπνος
Παλεύω με τις σαύρες
Είμαι γεμάτος χώμα
Τρώω χώμα
Πίνω τα κάτουρά μου
Σιχαίνομαι, δεν έχω άλλη επιλογή
Πριν βούτηξα μια μύγα και την έφαγα
Πεινούσα
Πάνω στα σκατά μου βουίζουν μύγες με πράσινα φτερά
Προσπαθώ
Ανεβαίνω
Το πηγάδι σαρίζει
Φωνάζω
Με όση φωνή βγαίνει
Ακούω τον αντίλαλο
Θέλω μια άλλη φωνή
Ανθρώπου βήματα, θέλω να ακούσω  να 'ρχονται
Ένα ανέμελο σφύριγμα ενός ταξιδιώτη
Μια άλλη φωνή
Μια άλλη φωνή
Μια άλλη φωνή.


Ταξιδευτής
2 Μαρτίου 2012


Για φαντάσου

Η πολιτεία να γέμιζε χαμόγελα, έτσι στα ξαφνικά
Η θλίψη και ο πόνος ως δια μαγείας να εξέλειπαν
Τα όνειρα με μιας να άνθιζαν, όπως η Άνοιξη το πρωί
Οι  πόλεμοι κάθε λογής να σταμάταγαν, τιμής ένεκεν
Για φαντάσου
Οι άνθρωποι να περπατούσαν γυμνοί στον ήλιο
Κι ο ήλιος να ήταν χάδι.
Οι νύχτες έναστρες με λέξεις από φως
Αν όλοι οι άνθρωποι αγάπαγαν όπως εσύ
Και τα κοράκια από πάνω μας ν’ άσπριζαν  ξαφνικά
Για φαντάσου
Ένα φως στο τούνελ
Ένα κόκκινο τριαντάφυλλο στον πάγο
Μια όαση στην έρημο
Μια χρυσή λίμνη στο βουνό
Για φαντάσου
Οι μετανάστες  στην παρέα μας να πίνουν κόκκινο κρασί
Οι άστεγοι στο σπίτι μας να μένουν
Τον Λειβαδίτη να απαγγέλει στίχους
Κι ένα φεγγάρι ολόγιομο
Για φαντάσου
Όλους εμάς που χαθήκαμε
Πάλι να ξαναβρεθούμε
Τόσες αγκαλιές, τόσα φιλιά
Τόση αγάπη
Για φαντάσου
Τη ζωή χωρίς θάνατο
Εγώ κι εσύ μαζί 
Κι όλοι οι αγαπημένοι μας μαζί.
Για φαντάσου
Τη ζωή, για τη ζωή.


Ταξιδευτής
Φεβρουάριος 2012


Σην αγκαλιά του κόσμου.

Έρχεσαι πάντα, όταν λιγοστεύει ο κόσμος μου,
να μου δείξεις την απεραντοσύνη του

Όταν γίνομαι μοναχικό δέντρο, αποκαμωμένο
απ' την ορμή του χειμώνα

Αγκαλιάζεις με τα άγια χέρια σου, τον κορμό μου
κοίτα πως ζωντανεύουν τα φύλλα μου

Τραγουδάς
κοίτα πόσο αγαπώ τα τραγούδια των ανθρώπων

Αναστενάζεις
απλώνεις εσύ μονάχη την άνοιξη, μες το χειμώνα

Κρατώ στα κλαδιά μου την ανάσα
της ψυχή σου

Όλη η φουρτούνα της θάλασσας
ηρεμεί

Βαρκούλα μικρή  Εσύ
κρατώ γερά τα κουπιά της

Σπασμένα φτερά του Γκιμπράν στους ώμους μου,
πετώ με τα δικά σου
Αιώνια στιγμή το φιλί σου
ανασαίνω στην αγκαλιά σου
Σην αγκαλιά του κόσμου.
Ταξιδευτής
Φεβρουάριος 2012



Γράμματα

Θες να χορέψουμε
μες τη βροχή
να φοράς εκείνο το διάφανο φόρεμα της νιότης
θέλω να δω γυμνό το σώμα  σου
μες τη βροχή.
Μη φοβάσαι δεν θα κρυώσεις,
θα είμαι πιο ζεστός
κι απ' τη βροχή.

Ταξιδευτής
Δεκέμβρης 2011


Στιγμή

Ένα καρυδότσουφλο στη λίμνη των ματιών σου
κόκκος άμμου στο περιγιάλι σου
ένα  κοκαλάκι στα μαλλιά σου
-άρωμα γης μετά τη βροχή.
Ψίχα της μεταλαβιάς σου
στιγμούλα στο μονοπάτι σου
φύλλο κιτρινισμένο στον αέρα σου
συλλαβή στα όνειρα σου.
Πόσο ασήμαντος  νοιώθω, την ώρα που ακούω
την μελωδία,
-όταν ανοιγοκλείνουν τα βλέφαρα των ματιών σου.
Πόσο σημαντικός νοιώθω, όταν καίω στη φωτιά σου,
έχοντας παραισθήσεις,
ότι δήθεν ζεσταίνω τα χεράκια παιδιών του δρόμου.

Ταξιδευτής,
Νοέμβριος 2011


Μορφή

Ήταν ο πιο γλυκός Σεπτέμβρης
Τα μαλλιά της τα έλουζε το φως
Το φεγγάρι, κοινός τόπος ονείρων
Ασήμιζε τα ακροδάχτυλα των χεριών της
Τα οδοφράγματα στήνονταν παντού
Οι ειδήσεις έρχονταν, μαύρες σαϊτιές
Η χώρα αργοπέθαινε
Ο κόσμος μπουλούκια στους δρόμους
Μάζευε ιστορίες για ένα βαρύ χειμώνα.
Τα σταφύλια της οργής, τα καταλάγιαζε η μορφής της
Το γέλιο της γάργαρο νερό
Τα μάτια της φεγγοβολούσαν τη νύχτα
Ήταν η πιο όμορφη γυναίκα
πάνω στη γη.
Ειρήνη και Ελπίδα μαζί.

Ταξιδευτής




Ο δρόμος

Mετά ο δρόμος έγινε δύσβατος, τα πόδια μας βάραιναν,
τα χέρια μας μάτωναν, η ανάσα μας  ακούγονταν δυνατά,
τόσο, που ούρλιαζαν πλάι μας οι λύκοι,
δεν φοβηθήκαμε,
ανταλλάξαμε τις καρδιές μας και συνεχίσαμε.

Είχαμε στο νου μας τις παγίδες, προχωρούσαμε σιγά,
πόσοι και πόσοι δεν τσακίστηκαν μες τα σκοτάδια,
πόσοι δεν έφτασαν ποτέ πριν τον θάνατο.

Από μακριά μπερδεμένες φωνές προγόνων,
πέρασαν κάποτε απ’ τον ίδιο δρόμο,
άλλοι δείλιασαν και γύρισαν πίσω,
άλλοι τράβηξαν μπροστά χωρίς να μετράνε
τον φόβο,
δίχως νερό στα παγούρια τους,
με ξερό στόμα, κόκκινα μάτια απ’ την αγρύπνια
των ονείρων,
σκεπάζονταν με κίτρινα φύλλα
τις κρύες νύχτες,
αγκαλιαζόταν με τ’ αστέρια
να ζεσταθούν .

Απλώθηκε ένα κόκκινο φεγγάρι καταμεσής στον ουρανό,
πήραμε χρώμα και συνεχίσαμε,
σαν  να περπατούσαμε  πάνω σε σύννεφα,
απαλά.
μην μας ακούσουν τα θηρία.

Πιαστήκαμε με τα χέρια,
μη χαθούμε.
Ήμασταν τόσο σίγουροι πια.

Ταξιδευτής
Σεπτέμβρης 2011


Η πρώτη φορά

Στις πέντε μπροστά στην Πολιτεία
Ούτε ένα σωματικό άγγιγμα
Ένα φιλί, μια χειραψία
Ούτε ένα υλικό δώρο
Όροι απαράβατοι
Τρέμουν τα χέρια μου
Τα πόδια μου λύνονται
Στις πέντε ακριβώς
Όπως σε περίμενα ακριβώς
Τα ήξερα Όλα

Ταξιδευτής
19 Μαρτίου 2011


Στην κορυφή μαγεμένα

Γιατί μεγάλωσε η ομορφιά πάνω σου
Η ομορφιά έχει ρίζες, όπως τα δέντρα
Ανθίζει σαν την άνοιξη
Έχει παρελθόν, όπως η παράδοση
Έχει μέλλον, όπως η αγάπη
Έχει μεγάλα μάτια, όπως Εσύ
Πλαταίνει το χαμόγελο
Όπως το ποτάμι της νιότης συναντά τη θάλασσα
Αποκτά σοφία, όπως ο χρόνος
Δημιουργεί ιστορία, όπως ο αγώνας
Για ένα πιο δίκαιο κόσμο
Είναι κατάκτηση
Σαν την ελευθερία
Είναι δέσμευση, όπως ο όρκος
Γίνεται πάθος, όπως ο μαύρος κύκνος
Χρώματα, σαν κουρτίνες δωματίου
Οικειότητα, σαν την φιλία
Αστραπή, σαν έρωτας
Αντίσταση, σαν δίκιο
Καλοσύνη, σαν μοίρασμα
Γέλιο, σαν γιορτή
Δάκρυ, σαν συγκίνηση
Λαχτάρα, σαν φρέσκο ψωμί 
Φως, σαν την πρωινή καλημέρα
Φιλί, όπως η σμίξη των αισθήσεων
Όνειρο, σαν νησί που ταξιδεύει
Ψυχή, σαν την αιωνιότητα
Γνώση, σαν ιχνηλάτης ονείρων
Ματιά, καθρέφτης
Φιλία, μωσαϊκό
Βάθος, πίνακας ζωής
Πορεία, όπως η Οδύσσεια
Ταινία, όπως ο Κισλόφσκι
Πέταγμα, όπως του γλάρου
Συντροφικότητα, όπως το πέταγμα δυό γλάρων
Μοναδικότητα, όπως ο Άνθρωπος
Α, όπως η αρχή
Ω, όπως το τέλος
Ο, όπως η ολοκλήρωση
Υ, όπως το πολύτιμο μυστικό
Η ομορφιά μεγάλωσε, δεν είναι ποτέ όπως τότε
Ο βυθός είναι η ζωή
Άπειρα τα χρώματα
Μεγάλα τα  Ό-νειρα
Στην κορυφή μαγεμένα

Ταξιδευτής
26 Φεβρουαρίου 2011



Τα μάτια των παιδιών

Παρθένα, αθώα, φωτισμένα απ' το πρώτο της γέννησης φως
ανέμελα παιγνίδια, έκπληκτα όνειρα
ψυχές τρυφερές καμωμένες σ' ένα σκληρό κόσμο
-κάποτε ήταν τα παιδικά μας κορμιά.
Τώρα, αυτή τη στιγμή, γεννιέται ένα παιδί
τώρα, αυτή τη στιγμή, πεθαίνει ένας γέρος
τώρα, αυτή τη στιγμή, αργοπεθαίνουν εκατομμύρια άνθρωποι
νέοι, μεσήλικες, πριν καταφέρουν να ζήσουν.
Ασελγούμε πάνω στις ζωές των παιδιών
χωρίς αιδώ, πάνω στα όμορφα μάτια τους
όπλα και πυρηνικά
ναρκωτικά και εμπόριο σάρκας
μπετόν και σίδερα
φράζουν τις αυλές τους
γεμίζουν με θλίψη τη δικιά τους ζωή, πριν ακόμα καταλάβουν τον κόσμο των μεγάλων αρπακτικών.
Πως να μεγαλώσει ένα παιδί σε μια τσιμεντένια αυλή και μια οθόνη,
δεν θα δει ποτέ, πως ένας σπόρος γίνεται όμορφο λουλούδι
με την μεθυστική μυρωδιά αγνού ονείρου.
Ακουμπισμένος στο παράθυρο της ομίχλης του κόσμου
γράφω ξανά, ένα γιατί.
Πριν πατήσω τέρμα το γκάζι και με την ιλιγγιώδη ταχύτητα του παραλογισμού
και καρφωθώ στους τοίχους τους, να διαρρήξω τα πέτρινα μάτια τους.
Με ένα  θάνατο για τη ζωή
του παιδιού
που ήμουν κάποτε κι εγώ.


Ταξιδευτής
29 Ιουνίου 2010



Ομορφιά

Κλείνω τα μάτια μου
Μήπως και σε δω
Mε ολάνοιχτα μάτια είσαι πάντα κρυμμένη
Πίσω από της ιστορίας το ναυάγιο
Μέσα  στα είθε του μέλλοντος
Σε κλέβω μέσα σ' ένα όνειρο, μέσα σε μια ευχή
Σε κλέβω κάτω από μια λέξη
Μόνο μια λέξη
Αυτή που εκείνο το βράδυ
Δεν σου είπα
Λιγόψυχος, έσκυψα το κεφάλι
Κι έφυγα  για πάντα
Να μείνω για πάντα.

Ταξιδευτής
31 Μαρτίου 2010


Άκου Ποιητή

Άσε μια χαραμάδα κάπου
Να φανεί μια αχτίδα
Για την υπόλοιπη ζωή μας
Ζωγράφισε αστέρια στη νύχτα
Ποιητή μη στέκεσαι στο βάθος του πηγαδιού ευθυτενής
Κοίτα πάνω
Θέλουμε μια ελπίδα από Σένα
Aς μοιάζει με ψευδαίσθηση

Ταξιδευτής
22 Νοεμβρίου 2009



Ομολογία

Τέλος καλό, όλα καλά
Σαιξπηρικός επίλογος.
Μετά την τρικυμία σου
Μετά την τρικυμία μου
Θέλω να πιω το γέλιο σου απόψε
Θέλω να μεθύσω την αναπνοή σου
Το σώμα σου βιολί να παίξω
Και το λακκάκι στο λαιμό σου
Να βουλιάξω
Κι εσύ
Όταν έρθεις το βράδυ
Θα με δεις ξαπλωμένο πάνω στα όνειρα
Και θα γελάς
Κι εγώ θα δαγκώνω δυό τριαντάφυλλα του μεσημεριού
Θα με ρωτάς, ''τι κάνεις;''
Πολύ κακό για το τίποτα, τίποτα, διαβάζω Σαίξπηρ.
Ομολογώ.

Ταξιδευτής
20 Νοεμβρίου 2009



ΑδΙεΞοΔα

Σοκάκια αδιέξοδα της πόλης
Κρύβουν το φως απ' τη ζωή σου
Αλλά εσύ έμεινες εκεί στη πλαγιά
Με τα πρασινοκίτρινα φύλλα στα δέντρα
Ποτίζοντας με τα μάτια σου την ομορφιά του κόσμου.


Ταξιδευτής
27 Οκτωβρίου 2009







Αιώνες τώρα

Οι φωνές σώπασαν.
Άκρα του τάφου σιωπή. Μόνο ένας λυγμός.
Ο λα σκοτάδι. Ένοιωθα ήρεμος, παγωμένος.
Μόνο το γλάρο, εκείνο τον άσπρο γλάρο που αγαπήσαμε ένοιωθα μέσα μου. Άσπρος να πετάει πάνω στο γαλανό Αιγαίο.
Σαν κύματα έσκαβες την ψυχή μου. Η ανάσα σου όλο πλησίαζε. Πιο δυνατή, λαχανιασμένη. Δεν σε έβλεπα. Μόνο σε ένοιωθα.
Η ανάσα σου όλο πιο δίπλα μου, σχεδόν πάνω μου. Ράγιζε η γη. Εσύ.
Όταν άνοιξες την κάσα, ο γλάρος φτερούγισε, έκανε ένα γύρω πάνω μας, Ένας ξύλινος άσπρος γλάρος, έκανε μια ολόκληρη στροφή στον συννεφιασμένο ουρανό, ήρθε και κάθισε πάλι στον γερμένο πάνω μου ώμο σου.
Τα μάτια μου ήταν κλειστά, άκουγα τους ήχους.
Με φίλησες στα μάτια. Αργά, αργά άνοιγαν. Μη τα φιλάς τα μάτια μου σου είπα, και τεντώθηκα. Το χέρι μου έσφιγγε ένα ξύλινο σημειωματάριο. Μύρισε όλος ο τάφος το άρωμα σου. Στα χείλη μου έσταξες ροδόσταμο. Με τα δικά σου.
Μια σταγόνα βροχής έπεσε στο μάγουλο σου. Διψούσα. Την ήπια.
Πάμε μου είπες και με πήρες στην αγκαλιά σου. Μας περιμένουν οι φίλοι μας. Είναι όλοι εδώ.
Ξαφνικά ένοιωσα να ανακτώ δύναμη. Με κράτησες στα χέρια σου. Πάτησα στα πόδια μου. Κάναμε μια βόλτα μες το νεκροταφείο. Αναμμένα κεράκια. Ψιχάλιζε. Το χώμα έγινε υγρό. Αφήναμε τα πατήματα μας. Ο γλάρος ήρθε στον δικό μου ώμο. Οι ανεμώνες μεγάλωναν μέσα στο φρεσκοσκαμμένο χώμα.
Περπατήσαμε αγκαλιά προς την πλαγιά με τα πεύκα. Σου διάβασα ένα στίχο που άφησε ένας φίλος. «Όταν μετά αιώνες οι σκαπάνες, σε αρχαίο τάφο βρίσκοντας τα οστά μου, θα δούνε πάνω τους να φωσφορίζει τ όνομα σου, άραγε θα ξαφνιαστούν; θα καταλάβουν πόσο σ’ αγάπησα; (Εκτωρ Κακναβάτος).
Γέμισε η πλαγιά του βουνού με τα φιλιά μας. Ξαφνικά. Η πόλη κάτω λυπημένη βροχή. Εμείς μούσκεμα.
Τώρα πρέπει να γυρίσουμε, σου είπα. Να έρχεσαι κάθε βράδυ. Να αγαπάς τους φίλους μας, Να μου λες τα νέα τους.
Φορούσες το άσπρο σου φόρεμα, το μακρύ, και το χαμόγελο σου.
Μπήκα ξανά μέσα, με φίλησες, με σκέπασες. Τρυφερά με την ανάσα σου. Ένοιωθα ευτυχισμένος. Φιληθήκαμε στο στόμα.
Θα έρχομαι αιώνια μου είπες.
Αιώνια θα σε περιμένω, Σου είπα.
Αυτή η βόλτα που κάνουμε κάθε φορά στη πλαγιά με τα πεύκα, άλλοτε με ήλιο, άλλοτε με βροχή, πότε με το φεγγάρι, πότε στη σκοτεινιά, είναι η σταγόνα της ευτυχίας μας.
Βέβαια είναι και εκείνο το αστέρι. Αιώνες τώρα."








πηγή: http://www.kostistaxithevon.blogspot.gr/search/label/%CE%A0%CE%BF%CE%B9%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AC

">

">