έχε το νου σου στο παιδί..




Κυριακή, 27 Απριλίου 2014

Κυριακή . .

ΣΑΒΒΑΤΟ

Μίλα

Θα γίνω οπαδός της σιωπής
Μη ξυπνήσω την πόλη
Άκου τη βροχή στην μαρκίζα
Βελόνες οι στάλες
Σιώπα, μη γελάς
Δες πως μοιάζουμε στη θλίψη
Μας ομορφαίνει αυτός ο καιρός
Σιώπα, ανθίζει η άνοιξη
Σιώπα
Η μνήμη πονάει, μην την αγγίζεις
Σιώπα
Και τ’ όνειρο πονεί, μη τ’ ακουμπάς
Μέθα γυμνή τη στιγμή
Μη μιλάς, μίλα με τη σιωπή
Μίλα με τα μάτια, στα ίσα
Σαν ενάντιος έρωτας του Μπρετόν
Μίλα.

Ταξιδευτής
Φωτογραφία: Μίλα

Θα γίνω οπαδός της σιωπής
Μη ξυπνήσω την πόλη
Άκου τη βροχή στην μαρκίζα
Βελόνες οι στάλες
Σιώπα, μη γελάς
Δες πως μοιάζουμε στη θλίψη 
Μας ομορφαίνει αυτός ο καιρός
Σιώπα, ανθίζει η άνοιξη
Σιώπα
Η μνήμη πονάει, μην την αγγίζεις
Σιώπα 
Και τ’ όνειρο πονεί, μη τ’ ακουμπάς
Μέθα γυμνή τη στιγμή
Μη μιλάς, μίλα με τη σιωπή
Μίλα με τα μάτια, στα ίσα
Σαν ενάντιος έρωτας του Μπρετόν
Μίλα.

Ταξιδευτής










Νύχτα με το που έρχεσαι
Σέρνεις μαζί σου πειρασμούς
Σέρνεις μαζί σου πάθος
Νύχτα με το που χάνεσαι
Γράφω στο δίπλα της καρδιάς
Κι ένα καινούργιο λάθος.

Κάθε που θα 'ρθει δειλινό
Νιώθω στο αίμα ανατριχίλα
Μάης κι Απρίλης πονηρός
Ταράζουν της καρδιάς τα φύλλα.

Μα μόλις φύγεις και χαθείς
Θέλω πολύ να ξαναρθείς
Νύχτα ονειρομάνα
Στήνω καρτέρι πρωινό
Για να φανεί το δειλινό
Ν' ακούσω την καμπάνα.

Κάθε που θα 'ρθει δειλινό
Νιώθω στο αίμα ανατριχίλα
Μάης κι Απρίλης πονηρός
Ταράζουν της καρδιάς τα φύλλα.



Πάλι χαράματα ..







ΚΥΡΙΑΚΗ..


Να ψάξω τα πινέλα μου...

A golden grove has ceased at last its chatter
In a merry accent of its birches' tongue.
Afar, a flight of cranes, dejected, flutter,
No more lamenting over anyone.

Who to lament for? In this world, we're strangers:
Go by, come in and leave the house anon.
The gone are summoned up by but a hemp-close
And a harvest moon above a bluish pond.

I'm all alone amid a barren flatland.
A gust of wind is carrying cranes away.
It is my joyful youth that I'm intent on,
But nothing in the gone do I bewail.

I don't feel sorry for the years being squandered,
Or for a lilac thriving of my soul.
A fire of rowan berries, in the courtyard,
Is burning red albeit unable to warm.

The rowan berry clusters will not scorch, and
The grass won't perish from the yellow dry.
Like trees are slowly shedding their foliage,
So am I shedding doleful words of mine.

And if the time, when sweeping with an airflow,
Should grab them all in one unwanted lump,
Then say as follows... that a golden birch grove
Has ceased its chatter in a lovely tongue.



Την απόλυτη σιωπή
ακολουθεί το ουρλιαχτό σου
μα δέν είναι κανείς να σ’ ακούσει.
Δέν ωφελεί το ανάθεμα·
τί ν’ ακούσει ο κανένας;
Τα ήσυχα βράδια του θέρους
τσακάλια διαφεντεύουν τους λόφους,
δέν τ’ ακούει κανείς·
τί ν’ ακούσουν τα πτώματα;
Αθώοι θώες
αθόρυβοι πτωματοφάγοι
θηρευτές ασπάλακων και αρουραίων
βάλσαμο της γης,
σιωπή γραμμένη με αίμα
κι αλίμονο στα τρωκτικά!

Βαγγέλης Γιαννελάκης
http://vgiannelakis.wordpress.com/2014/04/27/%ce%b1%ce%b8%cf%8e%ce%bf%ce%b9-%ce%b8%cf%8e%ce%b5%cf%82/

">

ΠΑΝΕΜΟΡΦΟ ΛΙΝΑΚΙ ΜΟΥ Σ Ε Υ Χ Α Ρ Ι Σ Τ Ω !
https://www.facebook.com/lina.fitili?hc_location=timeline

''Κι είναι ο κήπος μας κήπος μελαγχολίας'' - Κ. Καρυωτάκης



Σάββατο, 26 Απριλίου 2014

"σιωπή"

“Υπάρχουν στη ζωή καταστάσεις που δεν τις χωράει ο λόγος. Και τότε ή παραχωρεί τη θέση του στη σιωπή ή τρελαίνεται και γίνεται στίχος ή ξανατρελαίνεται και γίνεται τραγούδι…”
Ιάκωβος Καμπανέλλης

Λάμπρος Ροδούλα


"Αχ αγάπη μου! Μη ξεχάσεις τη θάλασσα, που με είδε να κλαίω τη νύχτα λόγω όλων αυτών των αναμνήσεων που έχω απο σένα Αχ αγάπη μου! Μη ξεχάσεις τη μέρα που χώρισε τη ζωή σου από αυτή τη φτωχή ,δική μου, ζωή .."

">

(Για μετάφραση των στίχων στα Ελληνικά ενεργοποιήστε τους Ελληνικούς υποτίτλους στο παραπάνω βίντεο. )

"Τ'όνειρο για άλλα ταξίδια ανέτειλε στον ορίζοντα... Περνούσαν σιωπηλά σα δυό γέροι ζεματισμένοι από τη ζωή,πέρα από τις παγίδες του πάθους,πέρα από τις κοροϊδίες των ψευδαισθήσεων και τους αντικαθρεφτισμούς των παθημάτων τους: πέρα από τον έρωτα. Γιατί είχαν ζήσει μαζί αρκετά για να καταλάβουν πως ο έρωτας είναι έρωτας σ'οποιαδήποτε εποχή και σ'οποιοδήποτε τόπο.. -Θα συνεχίσουμε ίσια,ίσια,ίσια ξανά για τη Λα Δοράδα. -Και μέχρι πότε νομίζετε πως μπορούμε να συνεχίσουμε; -Για όλα μας τη ζωή,είπε"


Ένα υπέροχο τραγούδι σε μια ονειρεμένη εικονογράφηση! Με την καταπληκτική ερμηνεία της Shakira ο έρωτας του Florentino και της Fermina από τη νιότη μέχρι τα γηρατειά! Σπουδαία ταινία από το βιβλίο του Gabriel Garcia Marcuez,

Ο ΕΡΩΤΑΣ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΧΟΛΕΡΑΣ


.....

σχεδόν παραμορφωμένη
Αντίο θλίψη
Καλημέρα θλίψη
Είσαι σημειωμένη μέσα στις γραμμές του ταβανιού
Είσαι σημειωμένη μέσα στα μάτια που αγαπώ
Δεν είσαι ολωσδιόλου η δυστυχία
Γιατί τα χείλια τα πιο φτωχά σε αναγγέλλουν
Με ένα χαμόγελο
Καλημέρα θλίψη
Έρωτας των αγαπημένων κορμιών
Δύναμη του έρωτα
Που η προσήνειά των ξεπετάγεται
Σαν ένα τέρας χωρίς σώμα
Κεφάλι απογοητευμένο
Θλίψη όμορφο πρόσωπο .

Δεν είμαι μόνος
Φορτωμένη
Με φρούτα ελαφρά στα χείλια
Στολισμένη
Με χίλια διαφορετικά λουλούδια
Θριαμβευτική
Μέσα στα μπράτσα του ήλιου
Ευτυχισμένη
Από ένα φιλικό πουλί
Θελκτική από μια σταγόνα βροχής
Πιο όμορφη
Από τον πρωινό ουρανό
Πιστή
Μιλώ για έναν κήπο
Ονειρεύομαι
Μα στην ακρίβεια αγαπώ

Paul Eluard

Καλό Σαββατοκύριακο
">

.....

"Μονάχα εγώ ρωτώ χωρίς ελπίδα
πού μένεις, πού κοιμάσαι και πώς ζεις,
κι εσύ που ξέρεις όσα η καταιγίδα
δεν έχεις κάτι για να μου πεις."
">

"ΣΧΕΔΟΝ ΤΕΛΕΙΑ"


">

Καρπίζουν μέσα μου παλιά καλοκαίρια
ανάβουνε βλέμματα αλλοτινά
θροΐζουν αγγίγματα

Τίποτα, τίποτα δε χάθηκε στ' αλήθεια
όλα είναι εδώ, όλα είναι εδώ

Μια σπίθα μόνο ανάβει πυρκαγιές
στις θημωνιές της μνήμης
πυρκαγιές στις θημωνιές της μνήμης

Κι αν η ελπίδα το μέλλον συντηρεί
η μνήμη τρέφει το παρόν
το παρελθόν μας δικαιώνοντας

Γιατί ότι υπήρξε μια φορά
δε γίνεται να πάψει να έχει υπάρξει

">


">

``````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````

..
Μίλα

Θα γίνω οπαδός της σιωπής
Μη ξυπνήσω την πόλη
Άκου τη βροχή στην μαρκίζα
Βελόνες οι στάλες
Σιώπα, μη γελάς
Δες πως μοιάζουμε στη θλίψη
Μας ομορφαίνει αυτός ο καιρός
Σιώπα, ανθίζει η άνοιξη
Σιώπα
Η μνήμη πονάει, μην την αγγίζεις
Σιώπα
Και τ’ όνειρο πονεί, μη τ’ ακουμπάς
Μέθα γυμνή τη στιγμή
Μη μιλάς, μίλα με τη σιωπή
Μίλα με τα μάτια, στα ίσα
Σαν ενάντιος έρωτας του Μπρετόν
Μίλα.

Ταξιδευτής




">





Ουζερί Σχεδόν τέλεια

28 Απριλίου 2014
 Δεν ήταν σαν τις άλλες Δευτέρες. Σε όλη την 28ης Οκτωβρίου μια ντουντούκα και καμιά δεκαριά άτομα, διαμαρτύρονταν για την αλλαγή στις λαϊκές αγορές. Δεν ήρθε ούτε ένας παραγωγός σήμερα, στην λαϊκή αγορά της Δευτέρας.  Το δευτεριάτικο παζάρι γίνεται από παλιά στο κέντρο της πόλης.  Σήμερα ούτε ένα φρέσκο αυγό, ούτε λαχανικά και φρούτα των παραγωγών, από τον κήπο στο πιάτο. Ούτε τα καροτσάκια της νοικοκυράς, ούτε φωνές, ούτε «έλα κυρία, το πρωί έκοψα τα μαρούλια».
Έβρεχε, σιγανά, ανοιξιάτικα.  Έφερνα γύρω γύρω τα τετράγωνα, από μαρκίζα σε μαρκίζα, χωρίς ομπρέλα. Πολυσύχναστοι δρόμοι,  από την παλιά αγορά ως σήμερα, πολύχρωμες ομπρέλες, αυτοκίνητα, τράπεζες, ψαράδικα, ηλεκτρικά είδη, φούρνοι, κοσμήματα, ανθοπωλεία, γραφεία κηδειών, τυροπιτάδικα, καφέ, βιολογικά προϊόντα, φαρμακεία, γραφεία δικηγόρων,  η 28ης Οκτωβρίου τελειώνει στα δικαστήρια. Όπως όλοι οι δρόμοι της αγοράς. Μόνο που εδώ κάθε πρωινό Δευτέρας, ξυπνάει η ανάσα της πόλης και συναντιέται με το χωριό και το χωράφι, χέρια  λεία και τρυφερά ανταμώνουν με  ροζιασμένα και σκληρά.
Ένας μόνο, ένας μεσήλικας στον ατέλειωτο δρόμο άνοιξε μια ομπρέλα από παγωτά αγνό και  ένα τραπεζάκι,  με πέντε χεριές τσάι του βουνού, ένα καλαθάκι με σακουλάκια ρίγανης, δυό λίτρα κρασί λευκό, ένα μπουκαλάκι με λικέρ ρόδο κι ακόμα ένα με λεμόνι. Πουλούσε και σκούπες, όχι ηλεκτρικές, φουκάλες, είχε και με ξύλο στην άκρη.
Τον πλησίασα από περιέργεια, από κοινό πόνο, ένας μόνος απεργοσπάστης σε ολόκληρη τη λαϊκή.  Πρώτη φορά έβλεπα καθολική συμμετοχή σε απεργία. Εκτός απ’ τον  Περικλή.
Φορούσε φόρμες μπλε σκούρες, με τιράντες κόκκινες, αλλά δεν διακρινόταν πια το χρώμα απ’ τις βαφές, όλη η γης πολύχρωμη πάνω του,  ήταν ελαιοχρωματιστής τον καλό καιρό. Ψηλός, ξερακιανός, αξύριστος, χαμογελαστός, με ένα καπελάκι που έγραφε ΑΟΤ.
«Θα πάρεις κάτι, είναι απόλυτη ανάγκη; Περίμενα  πως και πως το παζάρι της Δευτέρας, να πάρω τα φάρμακα για το παιδί».
Ο Περικλής περνούσε το δικό του σταυρό. Δεν του είπα τίποτα για τον δικό μου. Μιλήσαμε μες τη βροχή που δυνάμωνε, πήρα μια σκούπα με ξύλο στην άκρη.
Περπάτησα κρατώντας τη σκούπα τους γύρω δρόμους, την  Τιουσόν, την Καραϊσκάκη, βγήκα στη Κονδύλη, κοντοστάθηκα μπροστά στο άγαλμα του Σαράφη, μπήκα στον πεζόδρομο της Γλάδστωνος από τη πλευρά του Μικέλ, ένα φαρμακείο, ένα καφενείο από τα παλιότερα της πόλης, πλεκτά, σιδηρικά,  κλειδιά σε 1 λεπτό, ένα οπλοπωλείο, ένα ποδηλατάδικο, και πολλά άδεια μαγαζιά, κλειστό λόγω κρίσης.
Στάθηκα στη διασταύρωση Γλάδστωνος και Γαμβέτα. Το παπουτσάδικο είχε κλείσει την εβδομάδα που πέρασε. Ενοικιάζεται.
Τα χαμηλά σύννεφα άφησαν να φανεί λίγο ήλιος. Μερικές αχτίδες. Ήξερα, ότι κάπου εδώ θα άνοιγα το Ουζερί Σχεδόν τέλεια. Δεν ήξερα ακριβώς που.
Εδώ και μια βδομάδα μόνο την πινακίδα είχα στο μυαλό μου, τίποτα άλλο.
Εκτός από την κάρτα ανεργίας.
Κι ένα βιβλίο. Τη λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων.

">


Ουζερί σχεδόν τέλεια ή κότες ελευθέρας βοσκής;

30 Απριλίου 2014
Δούλευα διορθωτής στον εκδοτικό οίκο Ροζαλίδα. Δεν ήταν επιλογή μου, αλλά μπορούσα να κάνω τις δικές μου επιλογές με τα χρήματα που έβγαζα. Η Αθήνα ολοένα και στένευε πάνω μου.
Κάθε Τρίτη πήγαινα στον Κηφισό και έπαιρνα πακέτο από το χωριό. Λαχανόπιτα, αυγά, τυρί, παστίτσιο και μια καρτούλα με φιλοδώρημα, λες και μου χρώσταγαν οι γερόντοι. Δίχως αυτό η υπόγεια γκαρσονιέρα  που έμενα, θα με πέταγε από το παράθυρο στο πεζοδρόμιο. Δεν με πέταξε η γκαρσονιέρα, αλλά η Ροζαλίδα. Έκλεισε.
Ποια μνημονιακή κυρία θα έδινε  είκοσι ευρώ, για ένα Άρλεκιν των Βορείων προαστίων;
 Έμεινε το δυνατό γέλιο της διόρθωσης και η κάρτα ανεργίας.
Δεν άντεχα άλλο το ψάξιμο για δουλειά, σκέφτηκα τα καράβια, τα τρένα, τα αεροπλάνα και κατέληξα στο χωριό. Με ωτοστόπ.
Η πρώτη σκέψη στο χωριό, ήταν να κάνω κότες ελευθέρας βοσκής, στο βουνό του πατέρα μου. Θα έδινα χωριάτικα αυγά στα σούπερ μάρκετ και νόστιμα κοτόπουλα στα κρεοπωλεία. Η σκέψη δεν ναυάγησε ακόμα στο μυαλό μου, αλλά  κάποιο βράδυ στο καφενείο του χωριού, γεννήθηκε το Ουζερί σχεδόν τέλεια. Της πόλης. Εξ άλλου τι ήταν τα Τρίκαλα από το Πετρωτό. Μισό cd δρόμος.
Θα μπορούσα να συνδυάσω και τα δύο. Πάντα συνδύαζα πολλά στη θεωρία, αλλά ποτέ δεν κούμπωναν στην πράξη. Σαν υποψήφιος πολιτευτής, περιφερόμουν από κει και από δω. Άλλα σκεφτόμουν, άλλα έλεγα και άλλα έκανα.
Με διέκρινε πάντα μια χαρισματική τεμπελιά. Από μικρός ήμουν έτσι, θυμάμαι εκείνο της μάνας, όποιος δεν θέλει να ζυμώσει, δέκα μέρες κοσκινίζει.
Δεν πολιτεύτηκα όμως ποτέ.  Όχι γιατί δεν είχα άποψη πολιτική και κόμμα να με δεχτεί, αλλά  είχα ένα πρόβλημα. Δεν μπορούσα να στρογγυλέψω ποτέ τα λόγια μου, στις δυό προτάσεις μου, η μία έλεγε την αλήθεια, αναλογία ασήμαντη να ταξιδέψεις στην Ιθάκη.
Τώρα ήμουν αποφασισμένος.
Τέρμα η Ροζαλίδα, τέρμα τα αφεντικά, τέρμα η Αθήνα, τέρμα τα τηλεοπτικά παρα-πλανητικά. Ο χρόνος  είναι πολύτιμος να τον ξοδεύεις μέσα σε αστικά λεωφορεία και υπεραστικά δρομολόγια. «Ξόδευα άσκοπα το χρόνο μου και τώρα ο χρόνος ξοδεύει άσκοπα εμένα», διάβασα πριν λίγο στα Σονέτα του Σαίξπηρ, τα έχω ακόμα στην τσέπη μου.
Πως βρέθηκα πάλι σε τούτο τον δρόμο σήμερα; Ερήμωσε, η αγορά έκλεισε, εγώ και το παγκάκι. Ευτυχώς ήρθες εσύ στο μυαλό μου. Μετά είναι και το φεγγάρι. Κλείνω τα μάτια και πλάθω την εικόνα σου. Αύριο θα σε δω στην πορεία.
Κάπως φωτίζει η ζωή μου.

 ">

Καλύτερα Ουζερί Σχεδόν τέλεια 

 

2 Μαίου 2014

Δεν έχασα ποτέ την άχνα του χωριού. Ούτε τους παλιούς φίλους.
    Ίσως τους παλιούς συμμαθητές. Ο καθένας μετά το 78 πήρε το δρόμο του. Σπουδές, στρατός, επάγγελμα, οικογένεια, πεθερικά, παιδιά  εξοχικά και όλα τα σχετικά. Οι περισσότεροι γύρισαν πίσω, βολεύει η επαρχία τα παιδιά της.
  ‘Όταν το 88, έφυγα από τις εκδόσεις Ουτοπία, λόγω υπερφόρτωσης συσσωρευμένων ανεκπλήρωτων επιθυμιών, έκανα κι εγώ μια προσπάθεια επαναφοράς. Ήταν η μάνα, που ποτέ δεν κατάλαβε, ότι ζωή μου ανήκε σε μένα κι όχι στην αγκαλιά της.
 Ήταν και η πρόκληση της παρθένας πόλης. Ήταν τότε που η Ελλάδα ανήκε στους Έλληνες και στα περήφανα γηρατειά. Πριν την καταστροφή. Η Ευρώπη μας έδινε προοπτικές, να φτιάξουμε δρόμους επιστροφής. Πέρασαν βέβαια χρόνια, να επιστρέψουμε στην εποχή του 50.
Ήρθα στη πόλη μου. Και έκανα το The last book. Το έκλεισα μετά από τρία χρόνια.
Ο πατέρας ήταν ακόμα νέος. Γεμάτο συμβουλές για τον γιό του Χάρη.
- Να πάρεις και ένα φωτοτυπικό μηχάνημα, να βάλεις χαρτικά, να ανοίξεις επαφές με τα σχολεία, να βάλεις παιχνίδια, θα σε φάνε τα βιβλία, σε φορτώνουν οι εκδότες.
Ο Χάρης όμως δεν είχε τέτοια χάρη. Και γύρισα πάλι στην Αθήνα.
   Στις εκδόσεις Πνοή, βρήκα αμέσως δουλειά. Και καλό μισθό. Ήταν η εποχή που οι δείκτες ανέβαιναν, με πρώτο μήνυμα το χρηματιστήριο. Τότε πήρα άδεια οδήγησης και το Φίατ.
  Δυό φορές το μήνα ήμουν στο Πετρωτό. Έφευγα Παρασκευή απόγευμα, ξαναγύριζα στην Αθήνα ξημερώματα Δευτέρας. Το Φίατ είχε εφτακόσιες χιλιάδες χιλιόμετρα, όταν έφυγα από το δρόμο. «Αναγκαστική πρόσκρουση επί στηθαίου» έγραψαν οι εφημερίδες. Αλλά μόνο εγώ ξέρω τι έγινε. Εγώ βέβαια επέζησα, έστω κουτσαίνοντας. Για τον Παναγούλη δεν θα μάθουμε ποτέ, γιατί δεν πρέπει να μάθουμε.
 Από τότε οι φίλοι με φωνάζουν Χαρούλη. Από συμπόνια στο κουτσό βάδισμά μου φαίνεται. Οι ξένοι ο κουτσός Χάρης.
      Χτες βράδυ πήγαμε στο Παραμύθι, με τον παιδικό μου φίλο Τόλη. Αγαπάμε και οι δυό το Παραμύθι. Απ’ τα αγαπημένα μπαράκια στα μανάβικα.
 Όταν μετά τα τρία Jack Daniel’s, του είπα για το Ουζερί Σχεδόν τέλεια, μας πήρε το ξημέρωμα.
 ">

Ουζερί ...σχεδόν τέλεια

7 Μαίου 2014

Η Μπάγια  δεν είναι και η πιο Άγια απ’ τα χωριά.  Μπά  Άγια; είπαν το ΄55 και την είπαν Πετρωτό. Στο βουνό που τη σκιάζει το πρωί, μόνο πέτρες φυτρώνουν.
Είναι όμως το χωριό μου, και είτε το θέλετε είτε όχι, είναι το καλύτερο χωριό του κάμπου. Όπως και η χώρα η καλύτερη χώρα, η θρησκεία η καλύτερη, η ομάδα η καλύτερη, το κόμμα μου το καλύτερο. Εδώ τελεία.
Το σπίτι είναι στην μια άκρη του χωριού, και το σχολείο απ’ την άλλη. Παλιά είχε και σχολείο. Όταν πήγαινα εγώ σχολείο και ήμουν σχεδόν ένα μέτρο μπόι. Είχα και όνειρα τότε. Πως κάποια μέρα θα φύγω από το Πετρωτό. Ζήλευα χωριά με άλλα ονόματα, όπως το Δροσερό το καλοκαίρι και το Φωτεινό το χειμώνα.
Αλλά δεν διαλέγεις, ούτε τους γονείς σου, ούτε το χωριό σου. Πολλές φορές δεν διαλέγεις, ούτε και τη γυναίκα σου. Ειδικά όταν είσαι τυφλός από έρωτα.
Το σπίτι του πατέρα είναι πέτρινο. Μισό το έκτισε αυτός και μισό ο μάστορας, ο Διαμαντής.
Γεννήθηκα στο ένα δωμάτιο, μεγάλωσα στο άλλο. Έχει και μια μικρή κουζίνα. Τίποτα άλλο δεν έχει. Ο καμπινές ήταν εκατό μέτρα μακριά τότε. Ο πατέρας είπε, ότι θα πάρουμε διαμέρισμα στα Τρίκαλα, να έχει και τουαλέτα. Και πήρε το μικρό, ξενοίκιαστο τώρα, παρατημένο δυάρι. Με κουζίνα και τουαλέτα. Τώρα κολλητά στο σπίτι του χωριού έχει και τουαλέτα. Μόνο που βγαίνεις πάλι από το σπίτι, να πας. Το πρόβλημα της τουαλέτας τότε, ήταν από τα βασικά που οδήγησαν τους ανθρώπους στην πόλη. Μερικοί το θεωρούν το σημαντικότερο, -ίσως και το καλοριφέρ-, της μαζικής φυγής των χωριών στην πόλη. Δουλειά υπήρχε, τα λιβάδια  ήταν γεμάτο κοπάδια με πρόβατα, τα χωράφια έδιναν καρπό. Ένα άλλο πρόβλημα της εποχής του 60, ήταν οι λάσπες. Ο κόσμος νόμιζε, ότι στην πόλη δεν έχει λάσπες.
Εκατό μέτρα μακριά από το σπίτι στο Πετρωτό, μένει  ο Μάριοζ.  Ήρθε στην Ελλάδα από την Πολωνία, όταν στο χωριό οι αγελάδες έβοσκαν ανέμελες, στα καταπράσινα λιβάδια με πουά βούλες. Ακόμα και τα άλογα τότε έμοιαζαν πράσινα. Και ο ήλιος ξαφνικά μια μέρα πρασίνισε.  Μόνο το φεγγάρι ήταν χλωμό. Και τότε και τώρα. Τελικά μόνο το χλωμό φωτίζει τη νύχτα.
Ο Μάριοζ όμως, δεν ήρθε τότε στο Πετρωτό. Ήρθε στον κολοσσό της Ρόδου. Όταν ο κολοσσός κατέρρευσε, το αφεντικό του έκλεισε την ταβέρνα «Το πράσινο χταπόδι», και τον πήρε μαζί του στο χωριό. Θα του έβρισκε δουλειά στα Μαργαριτάρια. Το Πετρωτό όμως δεν είχε μαργαριτάρια, γιατί η θάλασσα  είναι πάνω από ώρα μακριά.
Και ο Μάριοζ έμεινε χωρίς δουλειά.
Το παρατημένο σπίτι που φώλιασε ο Μάριοζ, είναι τέσσερα ντουβάρια από τσιμεντόλιθα και μια σκεπή από τσίγκους. Μαζεύει ξύλα για τη φωτιά και ραδίκια για την κοιλιά. Όταν κατεβαίνει στα Τρίκαλα με κάποιον  χωριανό, πάει στο Lidl και ψάχνει τα σκουπίδια.Τότε ο Μάριοζ γυρίζει μες τη χαρά και η Λίζα κουνάει την ουρά. Η Λίζα είναι ένα όμορφο κανίς καθαρόαιμο  και πανέξυπνο. Και η σύντροφος του Μάριοζ.
Τον Μάριοζ τον συμπάθησα περισσότερο, όταν μια μέρα στο καφενείο του χωριού, ήρθε ο λαχειοπώλης.
- Δεν θέλω κερδίσω εγώ πολλά λεφτά, είπε. Δουλέψω θέλω. Δουλειά τίποτα. Δεν έχει φαί. Είναι άδικο ένας άνθρωπος κερδίσει τέσσερα εκατομμύρια. Πολλοί άνθρωποι κερδίσουν 500 ευρώ καλύτερα. Στους 10 κερδίζουν οι 5. Όλοι κερδίζουν την άλλη φορά.
Κοίταγαν όλοι τον Μάριοζ. Τι λέει αυτός, θυμάται  ακόμα τον Γιαρουζέλσκι. Σαραντάρης ο Μάριοζ, ψηλός, αδύνατος, αεικίνητος, δουλευταράς, -όταν έβρισκε καμιά δουλειά, αλλά έμοιαζε και τεμπέλης στην ηρεμία του χωριού.

- Μάριοζ γιατί δεν πας πίσω στην Πολωνία, του είπα το πρωί.
- Τι κάνω, εκεί χειρότερα. 
- Ο πατέρας σου τι δουλειά κάνει;
- Έφυγε, και έδειξε ψηλά.
- Η μάνα σου; 
- Σύνταξη του  πατέρα. Ένα σπίτι, τρία δωμάτια. Ένα δωμάτιο η μάνα, ένα αδελφός παντρεμένος, δύο παιδιά, το άλλο μικρός αδελφός σπουδάζει μηχανές.
Μάνα πληρώνει σπίτι, αδελφός δουλεύει κλαρκ carfour,φέρνει φαγητό σπίτι.
Τίποτα άλλο. Τίποτα.

Είπα αν καταφέρω και ανοίξω το Ουζερί, θα πάρω τον Μάριοζ μαζί μου. Δεν έλεγε να ξεκολλήσει το μυαλό μου… από το σχεδόν τέλεια.

">

Οι μεγάλες προσδοκίες

8 Μαΐου 2014
Περιφέρομαι μόνος στη Γλάδστωνος. Πέμπτη απόγευμα. Η αγορά κλειστή. Ήρεμη, γλυκιά ανοιξιάτικη βραδιά, ο ήλιος στη κορυφή του Κόζιακα. Ένα τόπι κι αυτός θα κυλίσει στην πίσω πλευρά του βουνού. Αν ήμουν  απ’ την άλλη πλευρά του βουνού άραγε; 
Διαβάζω ένα σύνθημα στον τοίχο ενός κλειστού, από την κρίση μαγαζιού: Ουτοπία είναι κάτι, που όταν πλησιάζεις ένα μέτρο, απομακρύνεται δύο. Και τι ωφελεί τότε; Σε κάνει να προχωράς.
Βγάζω από την τσάντα μου, ένα ανεξίτηλο μαρκαδόρο και απαντώ: Ουτοπία είναι να πιστεύεις ότι ο κόσμος θα μείνει ο ίδιος.
Εκείνη την ώρα περνάει ένας καλοντυμένος κύριος, με λοξοκοιτάει.
- Βρωμίζεις την πόλη.
Του χαμογελάω. Μετά πιο δυνατά. Η Γλάδστωνος γέμισε από το γέλιο μου. Ο αντίλαλος αντανακλά τα γέλια, όπως στο φαράγγι του Βίκου. Ο κύριος σταυροκοπιέται και φεύγει.
Φοράω το κοντομάνικο μαύρο μπλουζάκι και το σοκολατί παντελόνι. Τρέχω στην άλλη άκρη με τα αθλητικά μου παπούτσια. Ακόμα δεν ξόφλησα, σκέφτομαι. Μπορώ και τρέχω σαν κατοστάρης.
Λαχανιάζω. Κάθομαι στο παγκάκι. Με τους αγκώνες στα πόδια και την αναστροφή της παλάμης στο μάγουλο. Ποτέ το πρόσωπο μες τις παλάμες. Θα πεθάνει η μάνα σου, μην το κάνεις αυτό. Ποτέ όμως δεν πέθανε καμιά μάνα γι’αυτό τον λόγο. Μεγάλωσα με ένα σωρό προλήψεις. Ήμουν μοναχοπαίδι. Ποτέ δεν μ’ άφηνε  μικρό, να κάνω μπάνιο την ώρα που βασιλεύει ο ήλιος. Ούτε να μετράω τ’ αστέρια. Θα έβγαζα γαρδαβίτσες στα χέρια.  Εγώ βέβαια τα μέτραγα κρυφά τις νύχτες, ποτέ όμως δεν έβγαλα μυρμηγκιές.
Τότε είδα το μαγαζί Επιδιορθώσεις Ρούχων κλειστό, άδειο. Την άλλη φορά το προσπέρασα αδιάφορα. Ενοικιάζεται, πάνω στις ξύλινες πόρτες του. Κόντεμα, στένεμα, φερμουάρ, κουρτίνες. Στα μέτρα σας.
Μια αψίδα ψηφιδωτών για κάγκελα πάνω απ’ την βιτρίνα και μια μαρκίζα  χρώμα κυπαρισσί. Η φαντασία μου έγραψε αμέσως εκεί πάνω, Ουζερί σχεδόν τέλεια. Άρχισε το μάτι μου να ζωγραφίζει  τραπεζάκια από άσπρο μάρμαρο, ψάθινες καρέκλες και στο βάθος κήπος. Φαντάσου η πόρτα στο βάθος να οδηγεί σε κήπο!
Και πατάρι. Η βιβλιοθήκη, η λέσχη σκακιστών… Το πιάνο εκεί στη γωνία. Από κει η κουζίνα του συγγραφέα! Εν ριπή οφθαλμού, σαν έρωτας με την πρώτη ματιά, σαν να το περίμενα από χρόνια…
Έβγαλα ένα βιβλίο, οι μεγάλες προσδοκίες του Ντίκενς που το διάβαζα παιδί, πήρα το μολύβι φάμπερ και σημείωσα το τηλέφωνο.
Έτρεξα ένα κατοστάρι ακόμα στην άλλη άκρη, στο περίπτερο. Το τηλέφωνο το σήκωσε μια ανοιξιάτικη φωνή γυναίκας.
Δώσαμε ραντεβού αύριο. Σήκωσα ψηλά τα χέρια και τις γροθιές σφιγμένες και μ’ ένα άλμα στον ουρανό φώναξα Σχεδόν τέλεια. Ευτυχώς δεν με είδε κανένας αυτή τη φορά.  Η Γλάδστωνος ήταν άδεια. 


">

Στην εντατική της ουτοπίας

10 Μαΐου 2014
Το ραντεβού με την ιδιοκτήτρια ήταν στις 5 το απόγευμα. Στο Μικέλ καφέ, δέκα βήματα στον πεζόδρομο, από το υπό ονειρίαν  Ουζερί.
Η νύχτα που πέρασε ήταν για μένα οδυνηρή. Δεν έκλεισα μάτι. Μέτρησα ως το χίλια
,τουλάχιστον τρεις φορές. Δεν αναγνώριζα τον εαυτό μου. 
Μάης μήνας. Μήνας εκλογών κι εγώ παζάρευα τις ατομικές μου ονειρώξεις.
Μπορεί να ήμουν άνεργος, μπορεί να τα είχα χάσει όλα, δουλειά, γυναίκα, οικογένεια, αλλά στο κάτω κάτω της γραφής, είχα το παιδικό μου δωμάτιο στο Πετρωτό. Και κάποια κρυφή ελπίδα, ότι θα κατάφερνα τον πατέρα να βοηθήσει αν χρειαστεί. Παρά τα γεράματα οι γονείς ήταν ακόμα αυτάρκεις, λιτοδίαιτοι, ολιγαρκείς, σχεδόν ευτυχισμένοι.  Το μόνο πρόβλημά τους ήμουν εγώ. Δεν στέριωνα πουθενά. Ίσως γιατί δεν ήμουν σαν αυτούς. 
Που πήγαινα τώρα μόνος; Που είναι οι μέρες και οι νύχτες των αγανακτισμένων, που είναι οι φωνές και οι σιωπές στις πορείες, οι συμπλοκές με τα ματ της εξουσίας, που είναι ο Χάρης που αγάπησα; Εικόνες περηφάνιας που τώρα στοίχειωναν μέσα μου εφιαλτικά. Αντί να είμαι στη ροή των γεγονότων, έγινα βαλτωμένη στέρνα. Βατράχια κολυμπούσαν στο στομάχι μου.
Αυτό ήταν, πάει τέλειωσε η ζωή μου, την πρόδωσα εγώ ο ίδιος; Σκότωσα τον εαυτό μου;
Ο τόπος έξω βούιζε από συνθήματα, η χώρα μου δεν είχε πάτο στο γκρεμό, η Ευρώπη φλεγόταν εσωτερικά, οι σωτήρες ξεφύτρωναν σαν μανιτάρια, η λάβα της ανήσυχης σιωπής ήταν κοντά. Εγώ μακριά. Διάβαζα ξανά τα παιδικά μου βιβλία, έβγαινα κι έλεγα κουβέντες του καφενείου, έπαιζα σκάκι με τον Αλέξη, ο μόνος που ήξερε στο χωριό.
Ήταν τα χρόνια που με φόρτωσαν οι απογοητεύσεις; Τι να πει ο πατέρας, από παιδί δεν έπαψε ποτέ να παλεύει, τη γλύτωσε από τους τριεψελίτες στην κατοχή, εξορίες μετά τον εμφύλιο, βασανιστήρια στη χούντα, απογοητεύσεις μετά το 74 και στέκει ακόμα στα ογδόντα επτά του….Σαν λάβαρο στέκει στα μάτια μου, σαν αστραπή με διαπερνάει. Αντί να δίνω, παραιτούμαι στην αγκαλιά της μάνας πάλι, με κανάκευε μικρό, ένας γιός, μοναχογιός. Τώρα με δικαιολογεί με ένα χαμόγελο στο στρωμένο τραπέζι της. 
Τρέχω σε ποιητικές βραδιές, γράφω στο ημερολόγιο σκέψεις που δεν αφορούν κανέναν, πίνω στα μπαράκια και μεθοκοπώ απέναντι στα μάτια μιας μικρής. Και τώρα ήρθε και το Ουζερί να μου πάρει τα μυαλά….
-Πάλι πρωί γύρισες Χάρη, πως είσαι; Και με κοιτάει με σιωπηλό πρόσωπο ο πατέρας.
Όχι, ακόμα δεν μου είπε, δεν σ΄ αναγνωρίζω γιέ μου. Αλλιώς με σφάζει. Με τα μάτια του που ακόμα λάμπουν νιότη.
Είχε φεγγάρι η νύχτα που πέρασε, έρχονταν υγρό αεράκι από το βουνό, μοσχοβόλαγε άνοιξη και βασιλικό στο περβάζι. Ο Αλφρέντο, ο  μικρός παπαγάλος που με ημέρευε κοιμόταν στο σκεπασμένο κλουβί. Εγώ αγρυπνούσα στο δικό μου.  Μια εφιαλτική νύχτα πλάκωσε τις ουτοπίες μου.
Στις  επτά το πρωί, μετά από καιρό πήρα ένα 
zanax
 και κοιμήθηκα..
">

Ένα βήμα μπροστά

11 Μαίου 2014Συναντηθήκαμε στις 5 και 5. Την  περίμενα.
Ήμουν κολλημένος στο τζάμι, με την  παλάμη στο πρόσωπο να κρύβει τον  ήλιο. Κοίταζα μέσα σαν επιθεωρητής του Σέρλοκ Χολμς. Αν δεν ήταν ένα άδειο μαγαζί, θα νόμιζε κάποιος ότι ετοίμαζα διάρρηξη τη νύχτα.
-Είσαι ο Χάρης; 
-Γειά σας κυρία Σφήκα
Έβγαλε το κλειδί από τη τσάντα  της και άνοιξε την ξύλινη πόρτα. Μυρωδιά νοσοκομείου, ίσως έφυγαν τραυματίες οι πρώην ενοικιαστές. Το ηλεκτρικό ήταν κομμένο. Είχε όμως αρκετό φως, ήταν μια ζεστή καλοκαιρινή μέρα, η πρώτη  στα μέσα του Μάη. Όλα τα τραπεζάκια του καφέ δίπλα, ήταν γεμάτα από κοντομάνικα μπλουζάκια  στα σώματα νεαρών που διασκέδαζαν ανέμελα το απόγευμα.
Έριξα μια ματιά στο ισόγειο, ανέβηκα στο πατάρι, κατέβηκα στο υπόγειο. Ήταν αυτό που ήθελα. 
-Η πόρτα στο βάθος;
-Πίσω είναι ο ακάλυπτος, ανήκει στο μαγαζί. 
Είπα σχεδόν τέλεια, δεν άντεξα. Ήταν καλύτερο απ’ ότι είχα φαντασθεί. 

Η κυρία Σφήκα, με κοντά μαλλιά σαν της Οντρέ Τοτού στην Αμελί, ντυμένη μ’ ένα λινό πράσινο, σαν τα μάτια της φόρεμα, με γόβες μπαλαρίνας, έμοιαζε γύρω στα σαράντα. Στο πρόσωπό της ξεχώριζε το χαμόγελο και η μύτη της, ίδια με της Μπάρμπαρα Στρέιζαντ.  

Πήγαμε στο Μικέλ για καφέ, όρθιοι στο μπαρ, ήταν γεμάτο. Της  είπα τι θέλω να κάνω, της είπα και πολλά για μένα. Ήταν αρχαιολόγος και δούλευε στην Εταιρεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων. Μου μίλησε για το Κουρσούμ Τζαμί, για την μόνιμη έκθεση αρχαιοτήτων που φιλοξενείται εκεί, για την Πόλη και τη σιωπή του Τζαμιώτη που διάβαζε, το είχα διαβάσει μόλις βγήκε, τη ρώτησα για το σπήλαιο της Θεόπετρας και ντράπηκε. Δεν το είχε επισκεφτεί, όπως κι εγώ. Είπαμε θα πάμε μαζί, είμαστε απαράδεκτοι.
Ένοιωσα τυχερός. Η Ειρήνη δεν ήταν σαν τους πολλούς ιδιοκτήτες ακινήτων. Ζούσε με τον άντρα της, ήταν πολιτικός μηχανικός με πολλά προβλήματα κι εκείνος και τα δύο μικρά κορίτσια της. Αυτό το μαγαζί το κληρονόμησε από τον πατέρα της, όταν πέθανε πριν  από τρία χρόνια. Δεν πόνταρε τη ζωή της ποτέ στα κληρονομικά των γονιών της. 
Μου είπε ότι συμμετέχει σε μια λέσχη αλληλεγγύης που δημιουργήθηκε εδώ και έξι μήνες και παλεύει ενάντια στους πλειστηριασμούς, τις διακοπές της ΔΕΗ και του νερού και τώρα ήταν υποψήφια δημοτική σύμβουλος με τον Σύριζα. Πρώτη φορά κατέβαινε στις εκλογές, πάντα ήταν στον αντιεξουσιαστικό χώρο.
- Χρέος όλων μας Χάρη, είναι να διώξουμε όλους αυτούς που έφεραν τη χώρα και εμάς εδώ που φτάσαμε. Δεν έχουμε άλλη λύση, πρέπει να ενωθούμε και να παλέψουμε, όταν το καράβι βυθίζεται δεν κοιτάς τις διαφορές, μας ενώνει η ζωή. Η ζωή των παιδιών μας. Αν και αυτή τη φορά ο κόσμος γελαστεί και δεν αλλάξει ρότα, είμαστε άξιοι της μοίρας μας. 
Τα μάτια της φαινόταν αισιόδοξα, πήρα κι εγώ απ’ τα δικά της.  

Αρκούσε ο λόγος μας, αύριο θα υπογράφαμε το συμβόλαιο, το Ουζερί σχεδόν τέλεια, ήταν ένα βήμα μπροστά. 
Και το πρώτο εξάμηνο δεν ήθελε ενοίκιο. Τόσα άδεια μαγαζιά είπε, αν τα δίναμε στους άστεγους.
">


(συνεχίζεται..)
Σαν από χρόνια να έχουμε αποφασίσει τι θέλουμε

Ποιός πείθει ποιον πια;
Προς τι οι φωνές και οι κραυγές των ασήμαντων;
Τόσα πεταμένα χαρτιά, τόσες ιλουστρασιόν κάρτες, οικολογική καταστροφή και τούτη.
Τόσες δικές τους οθόνες και άλλες τόσ
ες εφημερίδες, περίμεναν τις εκλογές να επιπλεύσουν, με πρόσωπα αισιόδοξων πολιτικάντηδων, διασκεδάζοντας τον πόνο της κοινωνίας.
Που ήταν όλοι οι νεόκοποι της πολιτικής που μας πρέπει, όταν έπρεπε;
Μήπως κάποιοι το μετάνιωσαν για το κατά συρροή έγκλημα που διέπραξαν και τώρα ζητούν συγχώρεση αμαρτιών, ταγμένοι να μας σώσουν από το κακό που έκαναν στο μέλλον των παιδιών μας;
Τώρα που τα ψέματα έγιναν κανόνας και οι αλήθειες εξαίρεση, τώρα πια που ακόμα και οι πιο αφελείς ξέρουν, τώρα που είναι η ώρα να ξεκαθαρίζουν οι στάσεις των πλουσίων και των φτωχών, όσο και να καταλαβαίνουμε τους καταθέτες της βόλεψης, δεν υπάρχει κανένα δίλημμα για κανέναν.
Θα μετρηθούμε. Να δούμε ποιοι είμαστε οι πολλoί.
Είμαστε οι ανασφαλείς και ανασφάλιστοι, οι άνεργοι και οι εκπαιδευμένοι στην επιβίωση, είμαστε η εργασία της παραγωγής. Δεν είμαστε εμείς το εμπόριο της ελπίδας, το δικό μας όνειρο δεν είναι χαλίφης στη θέση του χαλίφη.
Το ξέρουμε πως ο σκληρός καπιταλισμός που πρεσβεύετε, έδωσε τη δυνατότητα στους λίγους καπάτσους να δυναστεύουν τις ζωές των πολλών. Εσείς νομίζετε ότι μπορείτε να φτάσετε τόσο "ψηλά" και τους ακολουθείτε κατά βήμα;
Ποιος είναι ευτυχής για τον κόσμο που ζούμε;
Ποιος στηρίζει τα όπλα, τα ναρκωτικά, το εμπόριο σάρκας, την αδικία των λίγων σε βάρος των λαών;
Ποιος παλεύει για την δικαιοσύνη, την ειρήνη, την εργασία, την παιδεία των πολλών; Και ποιος για τα συμφέροντα των λίγων; Ποιος παλεύει για τον πολιτισμό και ποιος για τα "αρώματα'';
Ποιος είναι ο συλλέκτης ύλης και ποιος ο συλλέκτης πεταλούδων; Ναι για πεταλούδες θα γράφω, μας κούρασαν τα τόσα δις που παπαγαλίζετε νυχθημερόν για χρόνια ολόκληρα, στήνοντας το παιχνίδι, όντας ανίκανοι να μοιράσετε στα ίσια δέκα καραμέλες σε δέκα μικρά παιδιά.
Τώρα θα μετρηθούμε. Τώρα που όλα τα προσωπεία έπεσαν, τώρα που τα ψέματα κουράστηκαν και έπιασαν στον κάδο των σκουπιδιών. Τώρα που ο ένας συνομιλεί με τον Θεό και ο άλλος με τους μισθούς της Μολδαβίας, τώρα που οι δούλοι των αφεντικών από βαλτωμένες λίμνες έγιναν βρώμικα ποτάμια, τώρα θα δούμε.

Τώρα θα δούμε, αν οι νέοι στη σκέψη, επαναστατούν ειρηνικά για να πάρουν στα χέρια τους την αλήθεια του κόσμου.
Τώρα θα δούμε για ποιόν χτυπάει η καμπάνα.
Τώρα που η ανάγκη πιέζει δυνατά, οι θεωρίες περισσεύουν.

Είναι τώρα ο καιρός να κορυφωθεί η αξιοπρέπεια του Ανθρώπινου Όλου. Γιατί πιότερο από την ύλη, το σημαντικό είναι το άυλο, ο έρωτας και όχι ο πόλεμος.
Το συλλογικό και όχι το ατομικό.


Σάββατο 17 Μαίου 2014


````````````````````````````
Τρίπτυχο του Μάη

Τα φύλλα της γαρδένιας έλαμπαν τρυφερότητα
Έγειρε πάνω της ένα βαθύ κόκκινο τριαντάφυλλο
Έμοιαζε να είναι δικό της
Έσμιξαν Ένα

Στον απέραντο κήπο
Της Άνοιξης

Κυριακή πρωί οι προσδοκίες
Εγκυμονούσαν από καιρό
Το απόγευμα γεννήθηκε το παιδί μας
Όταν κόπηκε ο ομφάλιος λώρος της χρόνιας στειρότητας
Ένα καινούριο κλάμα, απλώθηκε
Στον ατέλειωτο δρόμο του μεταξιού

Εμάς καρτερούσε ολόγιομο το φεγγάρι
Και ήμασταν όλοι εκεί
Εγώ, Εσύ, η φωνή σου, η φωνή μου, τα μεγάλα μάτια σου
Το γέλιο σου, και το κλάμα σου
Το χάδι και η πνοή σου
Σε έναν ατέλειωτο οργασμό.

Ταξιδευτής
19 Μαΐου 2014
Ανοιχτό παράθυρο τη νύχτα

Απέναντι η Ακρόπολη, από πάνω το φεγγάρι
Ένα άδειο δωμάτιο, στο πάτωμα ένα στρώμα
Και το Μονόγραμμα του Ελύτη
Για Σένα, έγραφε στο πρώτο φύλλο
Δυό άνθρωποι χωρίς φύλο
Χωρίς ιδιότητες
Δίχως σώμα, δίχως άλλες ανάγκες
Ούτε φαί, ούτε νερό,
Από παλιά εραστές, στα χρόνια του Πλάτωνα
Μόνο είχαν μάτια το φεγγάρι
Και το παράθυρο ήταν ανοιχτό
Στην απεραντοσύνη της ομορφιάς
Της νύχτας που θα χάραζε.

Φωτογραφία: Ανοιχτό παράθυρο τη νύχτα

Απέναντι η Ακρόπολη, από πάνω το φεγγάρι 
Ένα άδειο δωμάτιο, στο πάτωμα ένα στρώμα
Και το Μονόγραμμα του Ελύτη
Για Σένα, έγραφε στο πρώτο φύλλο
Δυό άνθρωποι χωρίς φύλο
Χωρίς ιδιότητες
Δίχως σώμα, δίχως άλλες ανάγκες
Ούτε φαί, ούτε νερό,
Από παλιά εραστές, στα χρόνια του Πλάτωνα
Μόνο είχαν μάτια το φεγγάρι
Και το παράθυρο ήταν ανοιχτό
Στην απεραντοσύνη της ομορφιάς 
Της νύχτας που θα χάραζε.

 20
Μαΐου 2014Δεν πάει άλλο

Δεν έχουμε άλλη πολυτέλεια για ψέματα
Καιρός για την αλήθεια
Τώρα είναι καιρός, όλοι εμείς να φωτίσουμε τα σκοτάδια
Έλεγες από χρόνια, δεν πάμε έτσι πουθενά, είναι πυκνή η νύχτα
Και φθάσαμε ως εδώ
Ο ένας να πεθαίνει μόνος του κι ο άλλος μόνος του να ζει
Αντί να πεθαίνει ο ένας για τον άλλον.

Φωτογραφία: Δεν πάει άλλο

Δεν έχουμε άλλη πολυτέλεια για ψέματα
Καιρός για την αλήθεια
Τώρα είναι καιρός, όλοι εμείς να φωτίσουμε τα σκοτάδια
Έλεγες από χρόνια, δεν πάμε έτσι πουθενά, είναι πυκνή η νύχτα
Και φθάσαμε  ως εδώ
Ο ένας να πεθαίνει μόνος του κι ο άλλος μόνος του να ζει
Αντί να πεθαίνει ο ένας για τον άλλον.

23 Μαΐου 2014Το καράβι μας

Απόπλους στο ταξίδι μας
Ζωή στα όνειρά μας
Φως στη νύχτα μας
Ο λα απ' την αρχή στο γύρω του κορμιού σου
Στο πηγαιμό στην δική μας Ιθάκη.

Φωτογραφία: Το καράβι μας

Απόπλους στο ταξίδι μας
Ζωή στα όνειρά μας
Φως στη νύχτα μας 
Ο λα απ' την αρχή στο γύρω του κορμιού σου 
Στο πηγαιμό στην δική μας Ιθάκη.

26 23 Μαΐου 2014


``````````````````````````````````````````````````````````````

26 Μαΐ 2014


Οξυγόνο



Αυτές οι ευρωεκλογές δεν γινόταν στη χώρα των παχέων αγελάδων με πουά βουλίτσες, ούτε στην Ελβετία του κατώτατου μισθού των 3300 ευρώ και της κοινωνικής ασφάλισης.

Γινόταν στην Ελλάδα της κατοχής και της πείνας. Στην Ελλάδα της ανεργίας και της μετανάστευσης, Και για να μην τα γράφουμε όλα, γινόταν στην Ελλάδα της ανθρωπιστικής κρίσης.
Κάποιοι προτίμησαν την αποχή, άρα δεν τους αφορά η ρότα της χώρας, - αποδέχτηκαν τη μοίρα του δουλικού.
Κάποιοι προτίμησαν ένα από τα σαράντα αμελητέα κόμματα διαμαρτυρίας ή και πολλές φορές γραφικότητας. Ο καθένας φαίνεται στην Ελλάδα κατέχει την απόλυτη αλήθεια. Και ο κάθε αριστερός βεβαίως.
Άλλοι μίλησαν για χαλαρή ψήφο, όπως επιλέγουμε δηλαδή που θα πιούμε καφέ ή σε πιο νησί θα πάμε το καλοκαίρι. Αξιοθαύμαστη χαλαρότητα.
Άλλοι λένε ότι άλλο οι τοπικές εκλογές, άλλο οι ευρωεκλογές, άλλο οι εθνικές. Τότε είναι που νοιώθω πολυδιχασμένος. Άλλος στο σπίτι, άλλος στη δουλειά, άλλος με τους γνωστούς, άλλος με τους ξένους, άλλος με τους χριστιανούς και άλλος με τους μουσουλμάνους, ένα σωρό από ατέλειωτα κατά το δοκούν «άλλος» η ζωή μου.
Δεν είναι εύκολο τελικά να σοβαρευτούμε! Όχι δεν είναι. Ο δρόμος για μια υγιή κοινωνία είναι ατέλειωτος και οι αρρώστιες μας πολλές.
Κάποιοι λένε τι κακό μας βρήκε και φτάσαμε εδώ που φτάσαμε. Ούτε κάνουν τον κόπο να δούνε γιατί, ποιος, και πότε;
Και έχει έναν ήλιο εκτυφλωτικό σήμερα, - αν και λατρεύω τα σύννεφα, ούτε ένα σήμερα. Ποτέ δεν πίστεψα στους κεραυνούς εν αιθρία. Πώς να πιστέψω ότι υπάρχουν άνεργοι και πεινασμένοι που πιστεύουν ακόμα το Σαμαρά και τον ελιά;
Καταλαβαίνω τους βολεμένους, τους παππούδες και τους πλούσιους, καταλαβαίνω την γεροντική σκέψη και το ατομικό συμφέρον. Είμαστε μακριά ακόμα απ’ αυτόν τον ανιδιοτελή Άνθρωπο. Είναι Ουτοπία. Αγαπάω όμως τη χειρολαβή της. Να πορεύομαι στον Άνθρωπο. Να λιγοστέψω το ζώο μέσα μου.
Λυτρώνομαι στη σκέψη ότι ο κόσμος πάντα πήγαινε μπροστά από τους λίγους. Αυτούς θέλω να ακολουθώ. Που πήγαν μπροστά τον κόσμο.

Πάλι κυριάρχησε το Εγώ, ανέραστα και άβουλα.
Ο πολιτικός κάνει το παιχνίδι του, ο πολίτης δεν έχει χρέος;

Ένα ήταν, είναι και θα είναι το χρέος μας, να διώξουμε αυτούς που έφεραν την χώρα μας στο σκοτάδι. Μόνο αυτό είναι το χρέος μας. Δεν μπορεί ο δήμιος να γίνει σωτήρας.
Χτες φυτέψαμε ένα δέντρο. Αύριο ένα δάσος. Οξυγόνο.
Ταξιδευτής
26 Μαίου 2014

27 Μαΐ 2014


Έχω να λευκό χαρτί μπροστά μου


Δεκάξι μέρες γεμάτο προσδοκίες. 

Με την Ειρήνη υπογράψαμε το συμβόλαιο, γίναμε φίλοι, μοιραστήκαμε την αγωνία του κόσμου. Και τη δικιά μας. 
Η χώρα μας βρίσκονταν πάλι σε κρίσιμο σταυροδρόμι. Από τη μια αυτοί που οδήγησαν τον τόπο μας στο μνημόνιο και στην κατοχή και από την άλλη όλοι εμείς, εξόριστα θύματα στην ίδια την πατρίδα μας.


- Χάρη, από το 74 και μετά σ’ αυτόν τον ευλογημένο από τη φύση τόπο, είχαμε όλες τις δυνατότητες να φτιάξουμε μια υγιή δημοκρατία. Θα έπρεπε η πρότερη ιστορία να μας είχε διδάξει, η κατοχή, ο εμφύλιος, οι διώξεις, η βία, η δικτατορία, οι βασιλιάδες και τα ξερονήσια. Πέτρινα χρόνια.  Γεννήθηκα τη μέρα που ήρθε ο Καραμανλής στην Ελλάδα. Δεν  τα έζησα. Όμως  πατέρας μου είχε τα σημάδια του. Είναι σαν να τα έζησα μέσα απ’ τα μάτια του, είχε τον τρόπο του να πλάσει τις κόρες του. Δάσκαλος αυτός, η μάνα μου τον ακολουθούσε μεγαλώνοντας εμένα και την αδελφή μου. Δεν ήθελαν να στερηθούμε, ότι λαχτάρησαν  εκείνοι. Την ελευθερία τους.  Έδωσαν κιόλας το όνομα στην μικρή αδελφή μου. Τον θυμάμαι στην παιδική μου αθωότητα, να λέει: Ποτέ πια βία, ποτέ πια πόλεμος. Ήταν αριστερός τον  ένοιωθα να αγαπάει όλον τον κόσμο. Ποτέ δεν διέκρινα μίσος μέσα του για ότι του έκαναν. Σ’ αυτή τη μεγάλη αγκαλιά του μεγάλωσα.  
- Ειρήνη το πρόσωπό σου είναι ένα χαμόγελο
- Απ’ τον πατέρα μου το κληρονόμησα. Και το μαγαζί. Δεν κατάφερα όσα εκείνος.
Συναντιόμασταν σχεδόν κάθε μέρα και κάθε βράδυ. Περπατούσαμε  να πιάσουμε κουβέντα σε περαστικούς, καθόμασταν στα μπαράκια το βράδυ να μιλήσουμε στους διπλανούς. Είχε τον τρόπο της, εκτός από το χαμόγελο, κληρονόμησε και τον τρόπο του πατέρα της.  Το Ουζερί είχε ξεχασθεί, ένας ανοιξιάτικος πολιτικός έρωτας απλώθηκε μέσα μου. Νομίζαμε πάλι ότι θα αλλάξουμε τον κόσμο. Όπως τότε, που ξημερώναμε αναλύοντας και συνθέτοντας τον κόσμο απ’ την  αρχή. Ήμασταν φοιτητές, ήταν τα καλύτερά μας χρόνια. Ακόμα δεν είχαμε μπει στην παραγωγή, ξέραμε τη μισή ζωή.

Σταμάτησα να γράφω, ζούσα την προσδοκία των εκλογών. Δεν είχα ανάγκη να γράφω, ήθελα να ενσωματωθώ πάλι στο κάρο της ελπίδας. Ας την είχα χάσει από καιρό. Φτάνει ένα άτομο φορές να σου αλλάξει ρότα. Ήταν η απρόσμενη συνάντηση με την Ειρήνη και το χαμόγελο. Ήταν και ο καιρός, μια μυρωμένη ανάλαφρη άνοιξη χύθηκε ξαφνικά μέσα μου.
Αργά το βράδυ πήγαινα στο Πετρωτό. Πότε με  τη μοτοσικλέτα που μου δάνειζε ο  Αλέξης, πότε με κάποιον άλλον Πετρωτιώτη.

Μια νύχτα περπάτησα κάτω από έναν ξάστερο Ουρανό. Ήταν ο χορός των άστρων. Θρόιζαν τα γινόμενα στάχυα στα χωράφια, θρόιζαν και τα δικά μου φύλλα. Συνάντησα μια αλεπού και έλαμπαν τα μάτια της, είδα έναν κουλουριασμένο στα αγκάθια σκαντζόχοιρο. Περπάτησα κάτω από τις φυλλωσιές των δέντρων. Κάτι πουλιά, της νύχτας πουλιά με μέθυσαν με ένα πρωτάκουστο κελάηδημα. Ένα σκυλί γαύγιζε από μακριά. Στη άσφαλτο που και που, τα φώτα των αυτοκινήτων με θάμπωναν...

Γράφω αυτές τις  σκέψεις μέσα στο ουζερί ….σχεδόν τέλεια. Τώρα είναι καιρός για δουλειά, πολύ δουλειά. Έχω να λευκό χαρτί μπροστά μου, πρέπει να το ζωγραφίσω.
Για να φτάσεις κάπου θα πρέπει να πάρεις το σωστό δρόμο, μου πέταξε ο πατέρας  το πρωί που καθόμασταν στο πεζούλι μαζί.

Ταξιδευτής
27 Μαΐου 2014 (8)


29 Μαΐ 2014


Η Χάνα Άρεντ έφταιγε




H Χάνα Άρεντ




Το χέρι μου δεμένο με γάζες, δεν το όριζα. Η Ειρήνη καθόταν δίπλα. Στη μόνη καρέκλα του δωματίου. Η νοσοκόμα της έδινε οδηγίες χρήσεως.
- Φθηνά τη γλύτωσες, είπε μόλις ανοιγόκλεισα τα μάτια
Το στόμα μου ήταν ξερό, ζήτησα νερό. Και συγγνώμη.
Δεν έπρεπε.


Φύγαμε αργά τη νύχτα από το Παραμύθi. Eίχαμε πιεί, όχι τόσο για αυτή την αψυχολόγητη αντίδραση.
Περπατήσαμε ήρεμα, συζητώντας. Πλατεία του ΟΤΕ, γέφυρα του Ασκληπιού, Ιουλιέτας Αδάμ, Πλατεία Δεσποτικού, Γαριβάλδη, Γέφυρα του παλιού Κτελ, Διβάνη, Γλάδστωνος, σταματήσαμε μπροστά στις Κηρήθρες χαζεύοντας τη βιτρίνα, μιλούσαμε για βιβλία. Ήταν γλυκιά μαγιάτικη νύχτα, η πόλη αραίωσε. Ο Ληθαίος κυλούσε ήρεμα, νανουρίζοντας την υγρή ομορφιά που ανέδυε μέσα από τα φώτα που καθρέφτιζε.
Η Ειρήνη έβγαλε από τη τσάντα της το βιβλίο που διάβαζε.Υπόσχεση πολιτικής, της Χάνα Άρεντ.
- Πέρυσι τον Μάιο είδα την ταινία  γι’ αυτή, εκείνο που δεν κατάλαβα τον έρωτα της για τον Μάρτιν Χάιντεγκερ. Πως κατάφερε αυτό το  λεύτερο μυαλό να πέσει στην παγίδα.
-Κατάφερε και βγήκε όμως. Όταν ο Χάιντεγκερ  υποστήριξε τον ναζισμό έφυγε.
-Ακόμα και τους Εβραίους έβαλε απέναντί της. Γερμανοεβραία η ίδια. Δεν είχα διαβάσει τίποτα δικό της. Μετά την  ταινία διάβασα  τον Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ, από τις εκδόσεις Νησίδες. Είναι σπουδαία φιλόσοφος. Και η ανθρώπινη κατάσταση, πολύ καλό.
- Χάρη τη λατρεύω. Όλα τα βιβλία της τα διάβασα.
- Ήταν τα μαύρα χρόνια της Ευρώπης. Έφυγε στην Αμερική, δεν άντεξε.
- Ανησυχώ Χάρη, εδώ η Χρυσή Αυγή, στη Γαλλία η Λεπέν, το τέρας βγάζει κεφάλι…
- Θα φαγωθούν μεταξύ τους τα καπιταλιστικά θηρία, το αδιέξοδο τους είναι κοντά. Ο ξέφρενος καταναλωτισμός αποκοιμίζει. Μόνο η ανάγκη αλλάζει τα πράγματα Ειρήνη. Και η ανάγκη τώρα είναι των λαών.
-Οι λαοί έχουν τα στίγματα, όσο ανέχονται. Ο φασισμός θέλει τσάκισμα από τη γέννα. Αλλιώς το ζώο αγριεύει.
- Αγρίεψε πολύ το ζώο, καιρός να πεθάνει, δεν βλέπεις που πάει ο κόσμος;


Καπνίσαμε απανωτά τσιγάρα μπροστά στο παγκάκι του βιβλιοπωλείου, της πήρα το βιβλίο, περπατήσαμε προς τη κεντρική πλατεία, απόψε θα έπαιρνα ταξί για τον μισό δρόμο. Τον άλλο μισό θα τον έκανα με τα πόδια. Ως το Πετρωτό. Ήταν καιρός να μείνω στο δυαράκι του πατέρα. Το ουζερί ήταν καιρός να μεθύσει.

Τότε είδα τον αγκυλωτό σταυρό στο τζάμι, πρώτα ενός διπλανού ποδηλατάδικου και μετά το  στίγμα πάνω στο δικό μου Όνειρο. Σκοτώσαν οι φασίστες το γελαστό παιδί είπα και έσφιξα δυνατά τη γροθιά μου.  Σημάδεψα πάνω στο σπρέυ, το τζάμι κατέρρευσε. Γέμισα αίματα. Και η Ειρήνη, τυλίγοντας το χέρι μου με την πράσινη ζακέτα της.

Είχε δίκιο όταν μου είπε, φθηνά τη γλύτωσες. Δεν ξέρω γιατί, ποτέ δεν υποστήριξα τέτοια βία. Αν δεν ημερωθούν οι άνθρωποι δεν πάμε πουθενά, έλεγα πάντα.

Της χαμογέλασα. Ήμουν ένας άλλος. Ένα απόστημα χρόνων είχε σπάσει.
Εκείνη την ώρα μπήκε ο γιατρός. Σαν να μην υπήρχα.
Τουλάχιστον τρείς μέρες θα μείνει εδώ. Αν θέλετε μπορείτε να φύγετε, δεν υπάρχει λόγος…

Ταξιδευτής
29 Μαίου 2014 (9)



1 Ιουν 2014


Ένα τραίνο που αγκαλιάζει όλη τη γη






Ένοιωθα περικυκλωμένος από τα Ματ. Στην αρχή μου ζήτησαν το διαβατήριο, ήταν  ένας μεσήλικας φαλακρός  με  πολιτικά.Την ώρα που μιλούσα με τον Αλέξη για τις φωτιές που άναψαν εδώ.

Μετά σαν θηρία όρμησαν πάνω μου, δεκάδες γουρούνια με ασπίδες και γκλόμπς, φορούσαν ασφυξιογόνες μάσκες, δεν διέκρινα τα πρόσωπά τους. Δεν καταλάβαινα τα Τούρκικα. Μια δυνατή κλωτσιά στα αχαμνά με έριξε κάτω. Σαν σακί με τράβηξαν πάνω στην άσφαλτο. Τα χείλη μου μάτωσαν, το στόμα μου γέμισε αίμα, λέξη δεν έβγαζα. Δίπλα μου άκουγα φωνές και συνθήματα. Ο πόνος δυνάμωνε,  λες και με είχαν δέσει πίσω στο κάρο και με σεργιανούσαν μέσα στο ανήμπορο πλήθος.  Η πλατεία Κιζιλάι  γέμισε ασφυκτικά δακρυγόνα και βρώμικο νερό.  Ήμουν λιπόθυμος πια, αδύνατος στα χέρια τους, όταν έπεσε μια γκλομπιά στο κεφάλι μου. 

 Έβγαλα μια φωνή πόνου. Πετάχτηκα πάνω. Μούσκεμα στον ιδρώτα. 
- Τι έπαθες, είπε ο Σπύρος από δίπλα μου. Δυό μας στο ίδιο δωμάτιο της ορθοπεδικής του Νοσοκομείου. Αυτός έπεσε από τη μηχανή, σακατεύτηκε. 
Το χέρι μου ήταν δεμένο από ψηλά, μες τι νάρθηκα και στις γάζες. 
- Φώναξε τη νοσοκόμα, ψέλλισα..  Εφιάλτης. Νερό. Διψάω. 

Από πάνω μου ένα τρυφερό χαμογελαστό πρόσωπο προσπαθούσε να με ηρεμήσει. Ήπια νερό, ο πόνος στο χέρι τώρα ήταν δυνατός.  
- Σιώπα, θα σου κάνω μια ένεση, θα νοιώσεις καλύτερα.   Μέσα απ’ τη προταγμένη βελόνα, εγώ έβλεπα τα γαλάζια μάτια της. Την έλουζαν τα ξανθά της  μαλλιά. Μέσα στην άσπρη στολή της, ήταν σαν άγγελος. 
- Πως σε λένε;
- Μάρθα. Έλα, δώσμου τα άλλο χέρι σου. 

Η σήραγγα άδειασε, όταν την τράβηξε πονούσε και το άλλο χέρι. Ο πόνος ισορρόπησε τώρα. 
- Θάρθω σε λίγο να σου  αλλάξω τις γάζες.  Κι έφυγε. 

Ο Σπύρος κοιμόταν στο διπλανό κρεβάτι,ήταν η δεύτερη εβδομάδα στο κρεβάτι , μετά από τρεις εγχειρήσεις.
Από το παράθυρο φαινόταν  το πρώτο απόγευμα του Ιούνη. Ζεστός καιρός με σύννεφα έτοιμα να  δροσίσουν τη γη. Τα χελιδόνια είχαν κάνει φωλιά στο μπαλκόνι και πηγαινοέρχονταν. Είχε μια καλοκαιρινή άχνη ο καιρός έξω, η άσπρη κουρτίνα φλέρταρε με το δροσερό αεράκι του κάμπου κι εγώ  προσπαθούσα να γλυκάνω τον πόνο με το φαντασιακό είναι μου. 

Όσο θυμάμαι τον εαυτό μου πάντα ήμουν αλλού. Ένα ανικανοποίητο αίσθημα με κυνήγαγε. Παιδί ονειρευόμουν να μεγαλώσω, μεγάλος ήθελα να μικρύνω.  Ήμουν στο χωριό και ονειρευόμουν την πόλη. Είμαι στην πόλη κι αναζητάω το χωριό.
Αγάπησα πιο πολύ την Ελλάδα απ’ έξω. Εδώ όλα τα έβλεπα στραβά, όταν έλειπα δεν έβλεπα την ώρα να γυρίσω πίσω. Ο πιο ένθερμος οπαδός της χώρας μου ήμουν εγώ, όλα τα δικαιολογούσα στων ξένων τις επιβολές.
Στα πιο μεγάλα ταξίδια μου δεν έπαιρνα βαλίτσες. Παρά μόνο την φαντασία μου, το απρόσμενο, το απροσδόκητο, την περιπέτεια της ζωής. Τον έρωτα. 
Κι ένα τραίνο, ένα τραίνο που αγκαλιάζει όλη τη γη. Με σταθμούς, την  Ειρήνη και τ’ Ό νειρο.


Ταξιδευτής
1 Ιουνίου 2014(10)

3 Ιουν 2014


Ανεβαίναμε τώρα μια δύσκολη ανηφόρα





Ήθελα τόσο πολύ να γράψω. Το χέρι μου δεν πονούσε πια, αλλά δεν είχε ούτε δάχτυλα, ούτε ενέργεια. Ήταν ένα αξεσουάρ ντυμένο με άσπρες γάζες.
Ποτέ δεν έγραφα, πάντα φρόντιζα τα γραπτά και τα βιβλία των άλλων. Διορθωτής, επιμελητής, αποθηκάριος,  μεταφορέας από τον εκδοτικό στο βιβλιοπωλείο, βιβλιοπώλης. Το παιδί για όλες τις δουλειές, για το μεροκάματο.
Σχεδόν τριάντα χρόνια το μόνο άρωμα που φόρεσα ήταν της μελάνης και του βιβλίου. Στο μυαλό μου σκέψεις και εικόνες άλλων, σημεία στίξης, αριθμοί και λογαριασμοί, ένας λογιστής που ανακύκλωνα την καθημερινότητα, σπρώχνοντας το χρόνο. Ένα διήγημα με το απολυτήριο του Γυμνασίου στο χέρι και κάτι ημικαταθλιπτικά ποιήματα της εφηβικής μοναξιάς και ανασφάλειας.
Τώρα όμως ήθελα να δοκιμάσω.
Τι είναι το γράψιμο; Τόσοι και τόσοι γράφουν, τόσα και τόσα βιβλία τυπώνονται, κι άλλα μόνο για να τυπωθούν. Τόσα και τόσα βιβλία, στίβες στα κομοδίνα, στα ράφια της βιβλιοθήκης, στα κουτιά της αποθήκης, τόσα βιβλία που σημάδεψαν τις μέρες μου. Ποτέ δεν ένοιωσα μόνος. Το μυαλό μου δεν ησύχασε ποτέ, ούτε η καρδιά μου κατέβασε ποτέ χαμηλά τους σφυγμούς. Εκεί οι μάχες, εκεί ο πόλεμος, εκεί ο θάνατος και ο έρωτας εκεί.  Εκεί το ταξίδι, εκεί η στάση, εκεί το παραμύθι, εκεί και η ζωή. Σημαντικά, πολλές φορές και ασήμαντα σημαντικά, πελώρια κύματα που με κυμάτιζαν στη πιο γαλάζια θάλασσα, που με κατέβαζαν στον πιο μαγικό βυθό. Γεμάτα σημάδια απ’ αυτά είναι το σώμα, ο νους και η καρδιά.
Τα αρνήθηκα πολλές φορές τα βιβλία.  Εγώ θέλω να ζήσω έλεγα, δεν θέλω σκέψεις και θεωρίες άλλες. Ζήλεψα τη δουλειά του αγρότη, του κτίστη, του μαραγκού, του κηπουρού, τα ζευγάρια που άλλαζαν φιλιά στο δρόμο, τους νέους που επαναστατούσαν στις πορείες, τους ανθρώπους που φλέγονταν για έναν καλύτερο κόσμο. Όσες φορές τ' αρνήθηκα, άλλες τόσες φορές τα λάτρεψα. Σαν το δολοφόνο στο τόπο του εγκλήματος.
Ήθελα τώρα να γράψω. Ήθελα τώρα να μεθύσω, να χορέψω, να ζωγραφίσω, να φτιάξω αγάλματα και ήρωες της εποχής, ήρωες που άλλαξαν τον κόσμο, ήθελα τώρα να τραγουδήσω τα δικά μου τραγούδια, να μην ακούω πια των άλλων τα τραγούδια.
Αδειάζει ο ηθοποιός στη σκηνή, εκσπερματώνει ο συγγραφέας πάνω στο χαρτί.  Ένας μικρός θάνατος και μια ανάσταση. Λύτρωση. 
Κανέναν δεν ενδιαφέρουν τα ατομικά βιώματα. Η παγίδα. Πρέπει να ψάξω αυτά που ενώνουν τους ανθρώπους, πως όμως αν δεν βρω αυτά που τους χωρίζουν. Πως να μιλήσεις για το τώρα, δίχως την ιστορία και πως να αποκλείσεις τον έρωτα που γεννάει τη ζωή. Τι να πεις για  τον πόλεμο και την ειρήνη, τους δυνάστες και τους λαούς, αυτούς που γκρεμίζουν ότι οι άλλοι κτίζουν. Αέναος πόλεμος η ζωή. Και ο έρωτας. Όλα πεθαίνουν και όλα γεννιούνται ξανά. 
- Τι σκέφτεσαι πάλι, ρωτάει ο Σπύρος δίπλα μου. 
- Βαρέθηκα Σπύρο έκτη μέρα σήμερα εδώ μέσα. Με περιμένει το Ουζερί.

 - Φεύγουμε, με ένα μεγάλο χαμόγελο. 
Ήταν η Ειρήνη, μόλις μπήκε στο δωμάτιο. Φορούσε φόρμες και αθλητικά παπούτσια. Στη πλάτη της είχε περασμένο ένα σακίδιο. Φρεσκολουσμένη μοσχοβολούσε καλοκαίρι. Κι όμως  έξω έβρεχε. Χειμωνιάτικη υγρασία μέσα στον Ιούνη. Όμορφο μέσα στο Όμορφο. 
- Πάμε, είπα. Χαιρέτησα το Σπύρο, πήγα στις νοσοκόμες και είπα ευχαριστώ. Την Δευτέρα για τα ράμματα, είπε η Μάρθα. 

Το αυτοκίνητο της Ειρήνης, ένα παλιό μπορντώ 
tipo, μας περίμενε κάτω. 
- Πάμε. Πάμε να σου δείξω την πόλη από ψηλά. 
- Ειρήνη, θέλω μια χάρη. Πάρε μαζί σου το λάπτοπ. 
 Οδηγούσε δίπλα στο Ληθαίο. Έβρεχε, τρυφερά, χαϊδεύοντας ο ουρανός τη γη.  Έστριψε στη γέφυρα του Αγίου Νικολάου, μπήκε στο Βαρούσι. Σταμάτησε σ’ ένα μικρό ανακαινισμένο αρχοντικό. 
- Εδώ μένω, είπε. Περίμενε. 
Γύρισε αμέσως, ακόμα χάζευα έκθαμβος το σπίτι που έμενε. Οδηγούσε τώρα στη Μπάρα, ανεβήκαμε ένα δρομάκι, πέρασε μια γέφυρα πάνω από την Εθνική Τρικάλων-Ιωαννίνων, φθάσαμε στα Δημοσιουπαλληλικά.
Μου έδειξε τα σπίτια αυτής της καινούριας συνοικίας της πόλης, δεν είχα πάει ποτέ εκεί τα τελευταία χρόνια. Θυμήθηκα την περιοχή με απέραντα πράσινα λιβάδια, τότε που πηγαίναμε εκδρομή με το Α' Γυμνάσιο. Εκδρομή στο Σελίμογλου. 
Πρόσεξα στο βάθος μιας αυλής, μέσα στα νεόκτιστα σύγχρονα σπίτια, ένα παλιό κειμήλιο. Σαν να έρχονταν απ’ τα βάθη των αιώνων.  Ποιός μπορούσε να το αγγίξει; Κάποιος γνώριζε την ιστορία του. Σ’ αγαπώωω.
Ανεβαίναμε τώρα μια δύσκολη ανηφόρα, στη κορυφή του βουνού. Hotel Ananti.
Όταν φτάσαμε ήταν όλη η πόλη στα μάτια μας. Έβρεχε σιγανά. Θεραπευτικά.
Η Ειρήνη έβαλε το λάπτοπ πάνω στο τραπέζι.
-Δυό μπύρες.
Ήξερε. Ένας μονόλογος, χείμαρος δικός μου. Η σιωπή έσπασε. 
Κι αυτή, με τα μεγάλα της δάκτυλα έγραφε. Έγραφε  γρήγορα, να με προλάβει. Εμένα.
Και το χρόνο.

Ταξιδευτής

3 Ιουνίου 2014 (11)


Έρεβος



Βαθιά σιωπή, πηχτό σκοτάδι. Απλώνεται στα μάτια μου η ωχρά κηλίδα. Θαμπώνει ο κόσμος. Στο τέλος θα σβήσει. Απόλυτη νύχτα. Γεννήθηκα, μεγάλωσα, γερνάω. Από το σκοτάδι στο σκοτάδι. Μια ανάσα δρόμος ήταν. Ένα μεγάλο τραγούδι. 
Ανέβηκα στη κορυφή του βουνού. Στέκομαι κι αγναντεύω. Βλέπω πίσω μου τη δύσκολη ανηφόρα. Μια ζωντανή εφηβεία. Μπροστά μου η σοφία των γηρατειών. Σάκος που κυλάει στην κατηφόρα. 
Πονάει το πόδι μου στην πρώτη υγρασία, το χέρι μου δεμένο, το ένα μάτι μου σχεδόν τυφλό. Δεν με βαραίνουν τα χρόνια μου. Η χώρα μου με εξορίζει. Πάντα με εξόριζε ύπουλα. Τώρα φανερά. Στον καιάδα όσοι δεν παράγουν για το καλό της πατρίδας.
Το καλό της πατρίδας.  Το καλό της οικογένειας. Το καλό της θρησκείας. 
Στη Θεογονία του Ησίοδου έμαθα  τα στοιχεία της φύσης. Χάος, Γαία, Έρως. Έτσι γεννήθηκαν οι Θεοί. Οι άνθρωποι έχουν ανάγκη τους θεούς. Να πιαστούν, να περάσουν στην αιωνιότητα. Οι άνθρωποι έχουν ανάγκη να κυριαρχήσουν, σαν τον Δία. Οι άνθρωποι έχουν ανάγκη το παράλογο. Δεν αντέχουν τη λογική. 
Ο Κρόνος έτρωγε τα παιδιά του. Ο γιός Δίας νίκησε τον πατέρα Κρόνο. Ο Κρόνος και  οι Τιτάνες φυλακίστηκαν στα Τάρταρα. 
Ποιός Δίας σήμερα θα νικήσει τους Κρόνους της γης;  Ποια νύχτα, από τις νύχτες του κόσμου, θα αφήσει το Κοσμογονικό αυγό στους κόλπους του Έρεβους;
Ποιος θα γεννήσει πάλι τον Έρωτα; 

Δεν μπορώ να αλλάξω τίποτα από τα γεννώμενα, τίποτα δεν γνωρίζω για τα μέλλοντα. Τώρα ζω. Πάνω στη στιγμή της αιωνιότητας ακροβατώ.

Μια νύχτα κατέβηκα κρυφά στο πάτωμα -1 του νοσοκομείου. Δεν με είδε κανείς. 
Άνοιξα την πόρτα του ψυγείου. Είδα το θεόσταλτο πρόσωπό της. Τα μάτια της ήταν σφαλισμένα. Ολόγυμνη. Στέγνωνε στο θάνατο. Ξύρισαν τις μασχάλες και το τρίχωμα του εφηβαίου της. Την σκέπασαν με  λευκό σεντόνι. Το τράβηξα. Το πήρα μαζί μου. Το τελευταίο άρωμα της. Έφυγα σαν κλέφτης. Στο κρεβάτι μου τυλίχτηκα με το σεντόνι της. Μιας άγνωστης γυναίκας. Με πήρε ο ύπνος ανασταίνοντας τα όνειρά της. 
Την άλλη μέρα έμαθα για την αυτοκτονία της. Απέτυχε στις Πανελλήνιες, είπαν στην τηλεόραση. 

Έρεβος. Σκοτάδι βαθειά μέσα στη γη.  Ερχόμαστε  για λίγο και πάμε πάλι εκεί. Αιώνες τώρα αυτό το αέναο ταξίδι. Άραγε είμαστε οι ίδιοι  που σουλατσάρουμε μεταξύ ζωής και θανάτου;  Έρεβος στα σύνορα με τον Άδη. 

-Δυό μπύρες ακόμα. 

 Η μέρα παρέδιδε  σκυταλοδρομώντας στη νύχτα. Άναψαν τα φώτα της αίθουσας. Άχνιζε φως η απεραντοσύνη του Θεσσαλικού κάμπου στο άγγιγμα της ψιλής βροχής. 
Η Ειρήνη σήκωσε το ποτήρι της. Στην υγειά μας.

Στην  υγειά του Έρωτα. Αυτός  έσπρωξε τον Έρεβο και την Νύχτα να κάνουν τον αέρα, το φως και τη μέρα. Αλλιώς σκοτάδι θα ήταν η ζωή μας.
Η Ειρήνη χαμογέλασε και πήρε πάλι το πληκτρολόγιο κοντά της.

Ταξιδευτής
5 Ιουνίου 2014(12)

Σταγόνα ιδρώτα κάτω από το μάτι



Πήρα βαθιά ανάσα. Σαν τριήμερο τις πρώτες μέρες του καλοκαιριού.

Στις πιο μαύρες μου σκέψεις, αντίδοτο της Μεσογείου το φως, της λεμονιάς το άρωμα, η γέννα ενός παιδιού. Απομακρύνω το βλέμμα  μου από τον σπαραγμό του τάφου. Η χώρα μας γερνάει. Άκουσα πως πάει χρόνος, που  δεν ακούστηκε κλάμα νεογέννητου στο χωριό. Χθες έφυγε ο Μηνάς ο γιατρός στην Ιρλανδία, ήταν μια προσδοκία  και μια περηφάνια στο καφενείο του χωριού. Δεν μιλάνε πια για τις συντάξεις, για τα χωράφια που άκοπα καλλιεργούν χωρίς αντίκρισμα. Τώρα  ανεβαίνει ο κόμπος της σιωπής, ερήμωσε η παιδική χαρά, αναρωτιούνται τι δεν κάναμε καλά. Ποιός θεός μας καταράστηκε;  
Κανένας θεός δεν καταράστηκε τη γη, ούτε τους ανθρώπους, μήτε το πεπρωμένο.  Οι θεοί αποκούμπι του θανάτου, προσεύχονται για τη ζωή. Μυριάδες χαρές απλόχερα μοιράζουν στα ζωντανά της γης, στον Άνθρωπο τις περισσότερες. Ο νους και οι αισθήσεις, η καρδιά και η ψυχή ακατάλυτα, αιώνια, ζωντανά εργαστήρια αναβλύζουν αδιάκοπα τη γονιμότητα του ευ ζην.
Δεν είδα ποτέ αστραπή, ούτε βροντή, σε ουρανό χωρίς ένα σύννεφο, δεν είδα ποτέ να λαθέψει η φύση, παρά να τελειοποιεί, την  πιο θεϊκή ομορφιά. Κανένα έργο του ανθρώπου δεν θα συλλάβει το θαύμα της γέννησης, τον οργασμό της φύσης. Γλυκομίλητα τα πουλιά, δοτικά παιχνιδιάρικα τα ζώα, καρπερά καταπράσινα δέντρα, τριανταφυλλένιου κάλους τα φυτά, δροσερός ο αέρας στην  κάψα του καλοκαιριού. Όλα δώρα των θεών στον άνθρωπο. Το νερό και το σύννεφο, η φωτιά και το χιόνι, τόση αγάπη η φύση στον άνθρωπο. Και ο άνθρωπος;
Πέρασαν τόσοι αιώνες και δεν ημερώθηκε ακόμα. Αλλάζει πουκάμισο σαν φίδι, ούτε ένα μάθημα δεν πήρε από την ιστορία του. Και ας κελαηδάει ο γκιώνης όλη νύχτα να απαλύνει τους εφιάλτες του. Δεν τον ακούει κανείς.
Τα δοτικά πουλιά και τους δοτικούς ανθρώπους λάτρεψα, λες και αυτοί κατάλαβαν από νωρίς το πέρας της ζωής. Είναι οι άλλοι, αυτοί που νόμισαν ότι θα κυριεύσουν τη γη. Αυτοί που νομίζουν, ότι τη δεύτερη φορά θα βρουν τα λάφυρα της πρώτης. Ούτε ένας ως σήμερα δεν ήρθε από τον Άδηνα μας φέρει μήνυμα τέτοιο.
Σωρεύουν πλούτη, πατώντας πάνω στο μέλλον των παιδιών. Φτιάχνουν πολέμους να πουλήσουν τα όπλα τους. Εμπορεύονται τη σάρκα, ανίκανοι να ερωτευτούν.
Η δυστυχία της απληστίας γεννά τη φτώχια. Πρόθυμοι υπηρέτες
εκείνοι οι ματαιόδοξοι, που γεμίζουν το κενό με κάλπικο χρυσάφι.
Αύριο η βροχή θα σταματήσει, ο ήλιος θα χρυσίσει τις πέτρες, τα δέντρα, τη θάλασσα, τόση ομορφιά  στα μάτια μας. Αυτό το χρυσάφι του κόσμου φθάνει να γεμίσει ολόκληρη η γης. Να μεγαλώσουν όλα τα αγέννητα παιδιά, κανένα πρόωρα να μην πεθάνει. Ο άνθρωπος βιάζει τον κύκλο. Αγνοώντας τον πυρήνα του. Τον έρωτα.

Μίλαγα ακατάπαυστα, σαν να μην ήμουν εγώ, ένα παραλήρημα ασύμβατο της στιγμής, ξένο στην εποχή. Από τη μια το άσπρο, από την άλλη το μαύρο, χάθηκε η πανδαισία των χρωμάτων, χάθηκε η φύση. Ψηλά κτίρια, στενοί δρόμοι, κελιά που μας φυλάκισαν, πόλεις γεμάτο σκουπίδια. Το χρώμα της ανατολής, χάθηκε το ηλιοβασίλεμα. Νύχτωσε. Τεχνολογικός αιώνας. 1984 του Όργουελ.

Πληκτρολογούσε γρήγορα η Ειρήνη. Είδα μια σταγόνα ιδρώτα κάτω από το μάτι της.
Σταμάτησα.

-Πάμε, της είπα

Όταν φτάσαμε στο Βαρούσι, έξω από το σπίτι της, η βροχή είχε σταματήσει. Στο ύψος του δρόμου το φωτεινό ρολόι της πόλης. Πάνω στο Βυζαντινό κάστρο. Το ρολόι χτύπησε εννέα φορές. Ένα μικρόσωμο σκυλί γραπωμένο στο μπαλκόνι γαύγιζε, καλωσορίζοντας την παρουσία της.
-Θα γεννήσει η Σπινούλα, μου είπε.
-Θέλω έναν πιστό φίλο, είπα.


Ταξιδευτής
7 Ιουνίου 2014(13)

Καληνύχτα Κεμάλ. Καλές κούρσες





Είπαμε καλό βράδυ, μ’ ένα διπλό χαμόγελο. Έπρεπε να μείνει στο σπίτι. Είχα ανάγκη να μείνω μόνος. Να περπατήσω. Η πολυτέλεια της δημιουργικής μοναξιάς.
Τα μανάβικα μετά τη βροχή είχαν βγάλει τα τραπεζάκια έξω.  Πολλά τραπέζια γέμισαν κιόλας. Τα φώτα της πόλης είχαν ανάψει.
Ένα αναμμένο κερί στη μέση, ένα μικρό ανθοδοχείο με μικρά άνθη  της φύσης, άσπρα τραπεζομάντιλα, άσπρα πιάτα, μαχαιροπήρουνα, ανάποδα ποτήρια. Τα περισσότερα γκαρσόν με ποδιά ως τα γόνατα, μοίραζαν άλλα χαμόγελα στους περαστικούς. Εστιατόρια ακριβά, ταβέρνες, κουτουκάκια, πιτσαρίες, μπαράκια. Μια γειτονιά δίπλα στο Βαρούσι, κάτω από το Φρούριο, που αναστήθηκε. Στη κατοχή τα μπορντέλα, μετά αποθήκες παντός είδους, ύστερα η  λαϊκή αγορά. Τίποτα δεν ευδοκίμησε. Ώσπου άνοιξε το Παραμύθι. Και τα Μεζεδοκαμώματα. Μετά ένα μετά το άλλο τα παλιά σπίτια, οι αποθήκες, πήραν το χρώμα της νύχτας. Τα βράδια εδώ βουίζει η πόλη χειμώνα καλοκαίρι.
Με το χέρι δεμένο, κρεμασμένο στον ώμο, βρέθηκα μπροστά στο  άγαλμα του Σαράφη. Απέναντι στη κεντρική γέφυρα έστριψα δεξιά. Το άγαλμα του Κανάρη αγνάντευε τον Σαράφη. Ο Κανάρης έμεινε δώρο στα Τρίκαλα, μετά από κάποια ναυτική εβδομάδα. Η Εθνική αντίσταση αντλεί δύναμη από το 1821. Τη νύχτα κάνουν σινιάλα στο σήμερα.
Ο Ασκληπιός επιβλητικός πάνω στη  παρακείμενη γέφυρα έμοιαζε να απορεί. Ο καταρράκτης στα πόδια του αναδεικνύει  τη υγρή ομορφιά της πόλης.  Στέκομαι μπροστά στον Ασκληπιό και διαβάζω: «Εγώ ο Ασκληπιός, εξ Ιερής Τρίκκης ηκώ. Ευσέβιος ΙΙΙ.14.6». Νεαροί πάνω στη γέφυρα κάνουν σκέιμπορντ και πίνουν μπύρες.  Παίρνω  μία Amstel από το διπλανό περίπτερο. Κάθομαι σ’ ένα πεζούλι και παρατηρώ. Χαζεύω ένα άλλο ζωντανό άγαλμα που στήνεται δίπλα μου παριστάνοντας την Αφροδίτη της Μήλου. Μπροστά του ανάποδα το άσπρο του καπέλο. Οι νεαροί σταματάνε το σκέιμπορντ και αρχίζουν τις γκριμάτσες στην Αφροδίτη. Αυτός- αυτή άγαλμα. Οι περαστικοί σταματάνε για λίγο. Χαμογελάνε και φεύγουν.

Ένα μεγάλο καράβι  απλώνει τα πανιά του. Μοιάζει με τριήρη. Άνθρωποι κάθε ηλικίας περιφέρονται  στο κατάστρωμα. Ντυμένοι με άσπρα κουστούμια οι άντρες, με λευκά φορέματα οι γυναίκες. Αντί να κωπηλατούν, κρατάνε ένα βιβλίο και διαβάζουν. Το πλοίο είναι φωταγωγημένο. Μετά όλοι πετάνε τα βιβλία τους στο ποτάμι.  Επιπλέουν όλα με τη ράχη στο νερό. Γεμίζει ο Ληθαίος μικρά καραβάκια. Στην απέναντι  κεντρική γέφυρα εμφανίζεται μια ορχήστρα. Εκατό κιθάρες παίζουν το βαλς των χαμένων Ονείρων. Λευκά ζευγάρια λικνίζονται στους ρυθμούς της μουσικής.
Φευγαλέες εικόνες είναι η ζωή. Στιγμές άπιαστες. Κάποιοι φωτογραφίζουν. H οπτασία της στιγμής.

Γύρισα όλο τον κόσμο. Μόνο η φαντασία μεγάλωνε τις εικόνες μου. Αυτή οδηγούσε το ταξίδι μου. Αυτή γέννησε τη σκέψη μου. Χειρολαβή στο όνειρο, φτερό στο πέταγμα.


Οι μέρες που πέρασαν με κούρασαν. Άυπνος, αξύριστος, ταλαιπωρημένος, μπήκα στο ταξί.
- Στο Πετρωτό.

 «Είναι η δεύτερη κούρσα που κάνω σήμερα. Από τις 5 το απόγευμα  είναι 11 και ακόμα τα έξοδα  του ταξί δεν έβγαλα. Δεν πάμε καλά. Όλα καταρρέουν κι αυτοί μας μιλάνε για ευτυχισμένα  σενάρια. Και μας τουμπάρουν κάθε φορά. Και τους ψηφίζουμε, με τη γαμημένη ελπίδα ότι κάτι θα αλλάξει. Τον Δία του και το κουτί της Πανδώρας. Τριάντα χρόνια στο τιμόνι τέτοια δυστυχία δεν έζησα. Ποιος φανταζόταν ότι θα ξαναζούσαμε πείνα, δεν πρόλαβα να ξεχρεώσω το ταξί και μας πήρε η κάτω βόλτα. Πώς να σπουδάσω τώρα τη κόρη που θέλει να γίνει γιατρίνα και διαβάζει ολημερίς. Έφερνε και η γυναίκα μου ένα τετρακοσάρι το μήνα, μπαλώναμε καμιά τρύπα, πάνε κι αυτά. Έκλεισε το sport center, τριάντα άτομα στο δρόμο. Τρέχω και δεν προλαβαίνω. Έτρεξα τώρα στις εκλογές, μου είπαν πάλι διάφορα, αλλά δεν τους πιστεύω πια. Να μας έχει ο θεός γερούς, ας είναι καλά ο κήπος στο χωριό……..»

Δεν έβαλε γλώσσα μέσα ως το Πετρωτό. Δεν έβγαλα μιλιά. Τον άφηνα να λέει.
Μόνο την ώρα που τον πλήρωνα, τον ρώτησα τι ψήφισε στις εκλογές.
-Ελιά,  είπε. Αυτά φίλε δεν αλλάζουν. Εγώ γεννήθηκα Xριστιανός, Oλυμπιακός και Πασοκτζής.
-Καληνύχτα Κεμάλ. Καλές κούρσες.

Ταξιδευτής
9 Ιουνίου 2014 (14)

Δεν κατάλαβα τίποτα



Η Μάρθα μου θύμιζε την Μεγκ Ράιαν στην ταινία You've Got Mail. Η  μάλλον ήταν γνήσιο αντίγραφο. Ο τρόπος που μιλούσε, οι κινήσεις των χεριών της, τα γαλάζια μάτια της, τα χείλη της, το αφελές χαμόγελο, η παιδικότητα στο πρόσωπό της. Mόνο τα μαλλιά της έπεφταν ως την πλάτη.

- Να κόψεις τα μαλλιά σου, της είπα την ώρα που έβγαζε τις γάζες απ’ το χέρι μου.

Σταμάτησε και με κοίταξε κάνοντας ένα μορφασμό του γιατί. Το γλυκό πρόσωπο της πήρε εκείνο το ναζιάρικο ύφος, όταν η γυναίκα αναζητά επιβεβαίωση της ομορφιάς της.

- Γιατί είναι καλοκαίρι. Είδες ποτέ την ταινία Έχετε μήνυμα στο κινητό σας;

- Όχι, γιατί;

- Τότε μίσησα τον Τομ Χάνκς.

- Τι σχέση έχει ο Τομ Χανκς με τα μαλλιά μου;

- Αυτός καμία. Αλλά ευχαρίστως θα τον έπνιγα τότε.

- Γιατί δεν τον έπνιξες;

- Γιατί τον ερωτεύτηκε τελικά η Kathleen Kelly και ήθελα να ζήσει.

- Ποια είναι η Kathleen Kelly;

- Είχε ένα μικρό ζεστό, όμορφο βιβλιοπωλείο, σε μια γειτονιά. Φροντισμένο με αγάπη, με γνώση, σαν ζεστό τσάι τον χειμώνα.

-Και;

- Ο Joe Fox της το έκλεισε. Ρόλος ήταν αυτός; Σπουδαίοι ηθοποιοί σε μικρούς ρόλους. Μια ρομαντική κομεντί ήταν. Ήταν ο καιρός που έκλεινα κι εγώ το δικό μου βιβλιοπωλείο. Έτσι ερωτεύτηκα την Μεγκ Ράιαν. Ήμασταν στην ίδια πλευρά του ποταμού και βλέπαμε απέναντι. Ήταν αδύνατο να περάσουμε  το ποτάμι. Μείναμε παρατηρητές. Ο ένας κοίταγε τα μάτια του άλλου. Τελικά η Μεγκ, το τόλμησε. Αλλά ξέρεις καλά, μπροστά στα κέρδη δεν υπάρχει διάλογος. Ο νόμος του ισχυρού. Η Μέγκ απογοητεύτηκε. Γύρισε πίσω και έπεσε κλαίγοντας στην αγκαλιά μου. Αφού έκλεισα το βιβλιοπωλείο, ένα διάστημα παρηγορήθηκα στην αγκαλιά της Μέγκ. Βλέπεις οι άνθρωποι όταν συμπάσχουν καμιά φορά ερωτεύονται κιόλας.

- Δεν κατάλαβα τίποτα.

- Ούτε κι εγώ. Μάρθα έκοψες τα ράμματα και δεν κατάλαβα τίποτα. Στον οδοντίατρο δεν μιλάω. Πώς να μιλήσεις με τον τροχό στο στόμα; Τότε πλάθω εικόνες ελκυστικές ή αναπολώ στιγμές ηδονής. Είναι ένας τρόπος να μη πονάς. Όταν έχεις κάποιο πρόβλημα, να σκέφτεσαι ότι κάποιος άλλος έχει μεγαλύτερο από σένα. Και να μη πονάς. Δεν θέλω  να πονάς, να γιατρεύεσαι, σοφά μου έλεγε η μάνα μου. Βέβαια ο πόνος με νίκησε πολλές φορές. Τώρα ορκίστηκα να τον νικήσω.

- Χάρη, έτοιμος. Θα βάζεις betadine δύο εβδομάδες.

-Έχω. Κάποτε έβαζα σ’ ένα πληγωμένο γατάκι που βρήκα στο δρόμο.

- Όχι, θα πάρεις άλλη.

- Θα κόψεις τα μαλλιά;

- Δικό μου θέμα.

Της είπα για το Ουζερί. Αλλάξαμε τηλέφωνα και χαμόγελα αμηχανίας. Κι έφυγα για τη Γλάδστωνος. Είχα το κλειδί στην τσέπη, δεν ήθελα να μπω απ’ το σπασμένο τζάμι.

Ο ήλιος έκαιγε. Ήταν μια ζεστή μέρα, ακόμα δεν είχε πάει μεσημέρι.

Μπροστά στη Περιφερειακή Διοίκηση, πάνω από διακόσια άτομα φώναζαν για τις παραλίες που θέλουν να μας πάρουν τούτο το καλοκαίρι. Τις πιο όμορφες. Φώναζα κι εγώ μαζί τους.

Ταξιδευτής
10 Ιουνίου 2014 (15)

Σχεδόν στα χείλη


Βρέθηκα στη Γλάδστωνος την ώρα που έκλεινε η αγορά. Οι μαγαζάτορες έβαζαν μέσα την πρωινή πραμάτεια του δρόμου. Παιδικά ρούχα, φθηνά παπούτσια, ομπρέλες για τις καλοκαιρινές μπόρες, καροτσάκια για τη λαϊκή, είδη κομμωτηρίου, βιολογικά προϊόντα, ένα καινούριο καφέ με γιγαντοοθόνη έξω να δείχνει τον αγώνα Βραζιλίας – Ισπανίας, δίπλα χρώματα και σιδηρικά, φρεσκοκομμένος καφές, νήματα για πλέξιμο, είδη δώρων και Κρητικά προϊόντα, μια πιτσαρία κι ένα εστιατόριο Εν Ελλάδι, ένα φαρμακείο κι ένα παλιό καφέ, ένα βιβλιοπωλείο κι ένα μαγαζί για αντικλείδια, γραφεία γιατρών και δικηγόρων. Τα πρόσωπα των ιδιοκτητών σκυθρωπά, τα βήματα τους αργά, λίγες οι κουβέντες. Άλλη μια μέρα χωρίς αντίκρισμα.  Η κυβέρνηση έβαλε αυτόν που έβαζε τάξη στην ανάπτυξη της χώρας. Κανένας πια δεν πιστεύει στην ανάπτυξη. Όλοι μιλάνε για τις εκλογές του Σεπτέμβρη.  Εκτός από τον Γιακουμότο,  είπε κάποιος. Ρώτησα ποιος είναι ο Γιακουμότο και μου είπαν κάποιος που βγαίνει στα κανάλια από το 74 κάθε μέρα και λέει τις προβλέψεις. Κρυφακούω τις κουβέντες των περαστικών, βλέπω τα χαμηλά τους πρόσωπα. Κάποιοι περιμένουν ένα βραζιλιάνικο θαύμα.  Μια ανάταση, χρόνια στο γόνατο. 
Η Γλάδστωνος έχει την οικειότητα της οικογένειας, το παλιό φιλότιμο του προσωπικού δρόμου, την ιστορία της πόλης. Στέκεται με το ένα πόδι στη δεκαετία του 60 και με το άλλο στο χαοτικό μέλλον. Τούτο τον δρόμο ή τον ερωτεύεσαι ή τον αρνείσαι.  Αναπνέει τη γειτονιά, τους καημούς και τα όνειρα μαζί.  Αρνείται τα νέον χρώματα και τα αστραφτερά καμώματα.  Λες και στέκεται δίπλα στις πραγματικές ανάγκες των ανθρώπων. Το χειμώνα περνάει ο σαλεπιτζής, το καλοκαίρι ο παγωταντζής. Στο σταυροδρόμι μόνιμα το ακορντεόν απλώνει τη μελωδία του σε όλο το δρόμο. Όταν συχνά περνάει και η λατέρνα συντονίζονται όλα πάνω στο  Σ’ αγαπώ γιατί είσαι ωραία.  
Στη γωνία μια μάνα  κάθεται σταυροπόδι, θηλάζει το μωρό της και παρακαλάει. Δίπλα της ένα  εξάχρονο ζωγραφίζει σ’ ένα μπλε τσαλακωμένο τετράδιο. Δίνω κάτι ψιλά στη μαμά, τι ζωγραφίζεις ρωτάω τον μικρό; Με κοιτάει με τα μεγάλα του αθώα μάτια, ένα μικρό χαμόγελο αχνοφέγγει στο προσωπάκι του. 
-Προσεύχομαι, ζωγραφίζω τ’ όνειρο του μπαμπά, ψάχνει να βρει δουλειά. 
-Τι δουλειά; 
-Είναι μηχανικός αυτοκινήτων.  
-Τώρα που είναι; 
-Είναι άρρωστος, σπίτι. Παίρνει χάπια.
Η μαμά έμοιαζε άσχημη, ενώ ήταν όμορφη. Το στήθος της διαφανές λευκό, διέκρινες μέσα του τις σκούρες φλεβίτσες. Στα μάτια της μαύροι κύκλοι…..
Πρόλαβα και πήρα ένα  κόκκινο τετράδιο 
magic clips  κι ένα pilot V5. Κι ένα μαθητικό μέτρο. Καιρός για σχέδιο. 
Είδα πρώτα το σπασμένο ακόμα τζάμι, μετά είδα την πόρτα ανοιχτή. Μπαίνοντας είδα και την Ειρήνη.
-Εδώ είσαι; Τη χαιρέτησα 
-Σε περίμενα Χάρη. 
Φορούσε ένα φόρεμα με τον ουρανό του καλοκαιριού πριν τον δεκαπενταύγουστο, πάνω ατέλειωτα μικρά άστρα, ο αποσπερίτης, η πούλια και ο αυγερινός. Και το μισό φεγγάρι. 
-Πόνεσες; 
-Όχι. Δεν κατάλαβα τίποτα.
-Τώρα ξέρεις.
-Γηράσκω αεί αναθεωρών, έγραφε ο Αναγνωστάκης. 
-Χάρη έχω καλά νέα. Σκέφτηκα. Ξέρω καλά ποιος είσαι. Ξέρω πως δεν μπορείς να κάνεις βήμα και ψάχνεις τρόπους. Θέλω να σε βοηθήσω. 
-Πως; Ήδη με βοήθησες, δεν πληρώνω ένα εξάμηνο νοίκι. Ώσπου να ξεκινήσει το ουζερί. Θα το παλέψω. Γιατί το πιστεύω. Θα τα καταφέρω. 
- Έχω κάτι χρήματα στην άκρη, θα σου τα δώσω δανεικά να ξεκινήσεις. 
-Μα..  Απόψε θα μιλήσω στον πατέρα. Ελπίζω να βοηθήσει εκείνος.  Στο κάτω κάτω δεν είναι ντροπή, μοναχογιός είμαι.  Δηλαδή ντροπή είναι να μη μπορείς να σταθείς στα δικά σου πόδια και να ακουμπάς στη ηλικία μου στα χρόνια των γονιών σου. Αλλά δεν έχω άλλη λύση.
- Κάνε ότι νομίζεις. Πάρε αυτή την επιταγή. Θέλω να σε βοηθήσω στο ξεκίνημα σου. 
- Ξεκίνημα στα 55;
- Δανεικά ε; Σε εμπιστεύτηκα από την πρώτη στιγμή. Θέλω μόνο μια χάρη; 
-Τι; 
-Σε μια γωνιά θα βάλεις το γραμμόφωνο του πατέρα μου, θέλω όταν  έρχομαι να τον θυμάμαι μες τα τραγούδια. Μες τις σκέψεις σου. Λάτρευε κι εκείνος σαν εσένα, τα βιβλία και τα τραγούδια. Ξέρω, διαισθάνομαι τι πας να κάνεις. 
-Ευχαριστώ Ειρήνη. 
Της έδωσα ένα φιλί στο μάγουλο, δίπλα στα χείλη, σχεδόν στα χείλη. 
Και τώρα δουλειά. Από τώρα. Θέλει πολλή δουλειά το όνειρο. 
Απέναντι το Μικέλ καφέ ήταν γεμάτο από νέους. Καταμεσήμερο στην κάψα του Ιούνη. Προσπαθούσα να μαντέψω το δικό τους όνειρο.
Πως είναι να είσαι είκοσι χρονών στην Ελλάδα των μνημονίων;
Ταξιδευτής
12 Ιούνη 2014 (16)

Ο πατέρας μου όπως παιδί



Το καλοκαίρι κοντά στις 5 το απόγευμα, η ζέστη είναι αφόρητη. Η άσφαλτος αχνίζει σαν νερό που βράζει στην κατσαρόλα. Ο Θεσσαλικός κάμπος παίζει πότε με τον ήλιο, πότε με τα σύννεφα. Χρυσά στάχια φορτωμένα σιτάρι, θεριζοαλωνιστικές μηχανές σε εγρήγορση, πομώνες που εκτινάζουν υπόγειο νερό στα πράσινα φύλλα φρεσκοσκαλισμένων χωραφιών, πέτρινα άδενδρα βουνά σαν της Πάρου, αντανακλούν το λιοπύρι. Το μεγαλύτερο δέντρο στις Κυκλάδες είναι το αρμυρίκι άκουγα και απορρούσα, πριν επισκεφτώ αυτά τα νησιά. Όταν πήγα τα λάτρεψα. Τα  λίγα δέντρα έμοιαζαν παράταιρα. Το άσπρο και το γαλάζιο δεν επιδέχονται το πράσινο.
Το λεωφορείο έφτανε στο Πετρωτό μετά από πολλές στάσεις και περάσματα από παρακείμενα χωριά. Στο διπλανό κάθισμα η κυρία διάβαζε το καινούριο άρλεκιν της Μαντά.
Ιδρωμένος δεν ήθελα τίποτα άλλο, παρά ένα κρύο ντουζ. Μπήκα  στο σπίτι χαιρέτησα τη μάνα και τον πατέρα, φόρεσα ένα παλιό μαγιό και πήγα τρέχοντας στο διπλανό τριφύλλι. Ποτίζονταν το τριφύλλι, ποτίζονταν και το σώμα μου.
Το σπίτι στο Πετρωτό είναι στην άκρη του χωριού. Παραπάνω είναι η μάντρα του Ηλία, με τα πρόβατα. Ο Ηλίας έχει ένα κοπάδι πρόβατα κι ένα τσοπανόσκυλα. Δικό του είναι το χωράφι με το τριφύλλι. Δεν κατάλαβα πότε έφθασαν τρία τσοπανόσκυλα δίπλα μου. Ύπουλα. Στάθηκαν μπροστά μου. Γαύγιζαν τώρα και έδειχναν τα δόντια τους. Από μικρός ήξερα πως δεν πρέπει να φοβάσαι τα σκυλιά. Αν το βάλεις στα πόδια θα σε ξεσκίσουν. Συνέχισα το ντουζ σαν να μη συνέβαινε τίποτα. Άρχιζα να σφυρίζω. Γαύγισαν αρκετή ώρα. Βαρέθηκαν κι έφυγαν. Τα νίκησα.
Ο πατέρας καθόταν κάτω από την κληματαριά, όταν γύρισα. Η μάνα έβγαινε από την πόρτα με τρία άσπρα φλιτζάνια καφέ.
-Έλα παιδί μου να σε δούμε, να σε χαρούμε. Σαν να μην ήρθες.
-Μάνα μια χαρά είσαι στην ηλικία σου. Κι εσύ πατέρα.
-Δεν είμαστε Χάρη, θα πεθάνουμε, σιμώνει η ώρα μας. Ποτέ δεν ζητήσαμε τίποτα από σένα. Αλλά θέλαμε μια ακόμα χαρά. Λαχταρήσαμε ένα παιδί, ένα εγγόνι, να έρχεται στο χωριό και να φωνάζει παππού, γιαγιά. Να γεμίζει η αυλή από κλάματα και γέλια, από παιχνίδια και φωνές. Αυτή τη χαρά δεν μας την έδωσες γιέ μου.
-Ποτέ δεν ξέρεις πατέρα. Στο κάτω κάτω της γραφής όλα τα παιδιά του κόσμου δικά σου παιδιά είναι. Εσύ  το είπες αυτό πατέρα.
-Είναι αλλιώς Χάρη. Αλλιώς ένα παιδί από τα σπλάχνα σου. Είμαι μάνα και ξέρω.  Αλλά δική σου είναι η ζωή. Ποτέ δεν θελήσαμε να σε εγκλωβίσουμε στα δικά μας θέλω.
-Το ξέρω καλά μάνα. Και σας ευγνωμονώ. Με μεγαλώσατε με την ελευθερία της αγάπης. Πάντα μείνατε δίπλα μου ανοίγοντας δρόμους. Ποτέ δεν ήρθα στη θέση του Κάφκα. Ποτέ δεν σταθήκατε εμπόδιο. Αν ο καθένας δεν ζήσει τη ζωή του, αν δεν κάνει τα λάθη του πως άντρας θα γίνει;
-Χάρη μες το μπαούλο έχω κλειδωμένα τα δικά μου γράμματα. Όταν πεθάνω θέλω να τα βάλεις σε μια σειρά, ένα βιβλίο θέλω να τα κάνεις. Φύτεψα πολλά δέντρα, έκανα ένα παιδί. Εσένα. Θέλω κι ένα βιβλίο. Τη σκέψη μου θέλω να την καμαρώνεις. Μόνο τότε θα είμαι άξιος πατέρας. 
-Σε καμαρώνω πατέρα. Πάντα σε καμάρωνα. Κι εσένα μάνα.
-Το πρωί περπάτησα ως το κτήμα του Τάσου. Ευλογημένο κτήμα. Και τι δεν  έχουν φυτέψει τα παιδιά του, ο Γιάννης και ο Νίκος. Ήταν και η Αρετή εκεί, με ρωτούσε για σένα. Και τα μάτια της έλαμπαν. Μου έδωσαν ένα μικρό πεπόνι, το πήρα δεν ήθελα να το κουβαλήσω, μοσχοβόλησε το σπίτι. Φέρτο ρε γυναίκα να το κόψουμε. 
-Εδώ είναι η Αρετή;
-Χώρισε πριν από ένα χρόνο και γύρισε στο χωριό. Η Μυρτώ της είναι πέντε χρονών τώρα. Θέλει λέει να σε δει. 
-Θα συναντηθούμε πατέρα, να θυμηθούμε τα χαμένα μας όνειρα. 
-Γιατί το λες αυτό. Ο καθένας πλάθει τον κόσμο του Χάρη, αν δεν μπορεί να ζήσει αυτόν που ονειρεύτηκε. Ποτέ να μη λες ότι κάποιος άλλος φταίει. Εγώ φταίω να λες για ότι δεν κατάφερα, δεν μετανιώνω για τίποτα. Παρά για όσα δεν τόλμησα. 
Ο πατέρας ήταν πάντα η δύναμη. Για κάθε παιδί ο πατέρας είναι ο δυνατός. Τούτο το απόγευμα ήταν ο πατέρας μου όπως παιδί.


Ταξιδευτής
14 Ιουνίου 2014 (17)

Ίδιος ο Χριστός





-Ρένα
Ο Αλέξης κατάλαβε ότι δεν είχε πλέον επιλογές. Η επόμενη κίνηση ήταν ρουά ματ. Το παιχνίδι τελείωσε. Κράτησε πάνω από τρεις ώρες. Ξεκινήσαμε πρωί και είναι μεσημέρι. Ήταν και  τέσσερα άδεια μπουκαλάκια ούζο Τσιλιλή στο τραπέζι. Θα τα πλήρωνε ο Αλέξης. Αυτό ήταν το τίμημα. Ο Αλέξης ήταν ανίκητος στο σκάκι, η νίκη μου ήταν ακόμα πιο σημαντική. Δεν ήταν βέβαια η πρώτη φορά που έχανε από μένα, αλλά το συνολικό σκορ ήταν συντριπτικό υπέρ του. Από τότε που κατάλαβα ότι εκνευρίζεται τον πατούσα στον κάλο. Του πέταγα δήθεν αδιάφορες ειδήσεις. Πάνω που του είπα πως οι αστυνομικοί ζητάν επίδομα σιδερογροθιάς, έχασε τη ψυχραιμία του και τον πύργο του αναίτια. Χωρίς ψύχραιμη και καθαρή σκέψη στο σκάκι, όσο καλός και να είσαι θα χάσεις.
-Το απόγευμα, πάμε, είπε.
Το καφενείο είχε αδειάσει, ο ουρανός γέμισε μολυβί σύννεφα. Έρχονταν μπουρίνι, άρχισε να αστράφτει, βροντές μακρινές. Δώσαμε ραντεβού στις  7.
Η μάνα είχε στρώσει το τραπέζι, ο πατέρας έβλεπε ειδήσεις καθισμένος στη πολυθρόνα.
-Έκανα το αγαπημένο σου φαγητό, σε περιμέναμε Χάρη.
-Άργησα μάνα, στο καφενείο συναντώ ανθρώπους που είχα χρόνια να τους δω.  Έρχεται μπόρα. Σκοτείνιασε ο ουρανός.
-Πάνω στο θέρο, θα κάνει ζημιά. Τώρα που ο κοσμάκης θέλει να μαζέψει τα κόπια του.
 Ο πατέρας έφερε από το  υπόγειο την τραμιτζάνα με το κόκκινο κρασί.
-Να δεις κρασί που έχω Χάρη. Μεταλαβιά. Αυτό το μικρό αμπέλι στα παλιοκόνακα, μας δίνει το κρασί της χρονιάς. Ας  είναι καλά ο Σταύρος που με βοηθάει ακόμα. Σου έστειλα και στην  Αθήνα, σου άρεσε;
-Ναι πατέρα, το θυμάμαι. Ήταν ένα Σαββατόβραδο. Η Όλγα  έκανε στο φούρνο ψητή σαρδέλα, με κάλεσε σπίτι της. Πήρα ολόκληρη την τραμιτζάνα και πήγα. Έκανε ένα ψοφόκρυο έξω, Γενάρης μήνας.  Πώς να ξεχάσω εκείνο το βράδυ;  Μεθύσαμε και οι δυό, από  ποιήματα της Όλγας, από κρασί, από έρωτα. Μας βρήκε το χάραμα στο πάτωμα. Βούιζε χαρά ο κόσμος γύρω μου.
Η μάνα είχε στρώσει στο τραπέζι το άσπρο τραπεζομάντιλο, τρία κολονάτα ποτήρια, τα καλά μαχαιροπήρουνα και στη μέση το γυάλινο ταψί. Κολοκυθάκια στο φούρνο, με στογγυλοκομένες λεπτές πατάτες, καρότο, πιπεριά κόκκινη, λεπτοκομένη φρέσκη ντομάτα, κρεμμύδι φρέσκο και δυόσμο.
-Όλα από τον κήπο Χάρη, ο κήπος είναι η μεγάλη μου αγάπη. Ξέρεις τι είναι να βλέπεις να ξεμυτίζουν οι σπόροι από το χώμα, να μεγαλώνουν, να καρπίζουν. Ο κήπος μου δίνει ζωή. Τον πατέρα σου τον χάνω στο αμπέλι, αν με βοηθούσε λίγο παραπάνω. Αλλά δεν παραπονιέμαι, όσο βαστάν τα πόδια μου τον κήπο δεν τον αφήνω. Σήμερα πήρα τις πρώτες ντομάτες, μοσχοβολάνε. Αύριο αν είσαι εδώ θα κάνω τα φασολάκια.
-Μπράβο μάνα, έτσι ζωντανή σε θέλω. 
-Πονάνε τα πόδια μου, αλλά το παλεύω. Ακόμα νοιώθω νέα
-Μα είσαι νέα. Oι άνθρωποι μπορεί να γερνάνε στο σώμα, μα όσο το μυαλό τους σκέφτεται με ορμή, δεν γερνάνε ποτέ. Εξ άλλου δεν έφτασες τα εκατό. Τόσες ευχές σου δίναμε με τον πατέρα στα γενέθλια να τα εκατοστίσεις.
-Στην υγειά μας. Για πες μας για την Όλγα, γιατί δεν ήρθατε μια φορά μαζί; είπε ο πατέρας
-Αν είναι νάρθει πατέρα θάρθει.
-Δείξε μας μια φωτογραφία της, να τη χαρούμε κι εμείς.
Πήρα το πορτοφόλι μου και έβγαλα τη φωτογραφία της Όλγας. Ήμουν ερωτευμένος μαζί της. Το ένοιωσα ακόμα μια φορά όταν είδα τον πατέρα να φιλάει τη φωτογραφία.  Και τη μάνα να δακρύζει …
Η Όλγα με άσπρο παλτό, κοντά ξανθά μαλλιά, πράσινα μάτια στα χιόνια. Ήταν μια Κυριακή στην Πάρνηθα που πήγαμε για σκι. 
Πρώτη φορά είδα τέτοια θεομηνία στο χωριό. Το σπίτι έτρεμε συθέμελα από τα κατακόρυφα μπουμπουνητά, άστραφτε και βρόνταγε, ο αέρας λυσσομανούσε, ο ουρανός άνοιξε στα δυό. Πελώρια κύματα η βροχή, καρύδια το χαλάζι.
-Καταστροφή, είπε ο πατέρας. Ξεσκέπαστο μαγαζί η αγροτιά. Τίποτα δεν θα μείνει.
-Πάνε τα καλαμπόκια στον κήπο, έλεγε  η μάνα. Και ήθελα τόσο πολύ φέτος να κάνω καλαμποκάλευρο.
Τα νερά ποτάμι από το βουνό, λίμνιασε ο κάμπος. Δεν κράτησε πάνω από μισή ώρα. Αφήσαμε το φαγητό στη μέση. Κοιτούσαμε ανήμποροι απ’το παράθυρο. Καμιά προσευχή δεν εισακουόταν.
-Μας εκδικείται η φύση. Κανείς δεν μπορεί να τα βάλει μαζί της, είπε ο πατέρας.  Οι άνθρωποι νομίζουν ότι μπορούν να νικήσουν με τα όπλα τους, το μόνο λόγο η φύση τον έχει.
Το απόγευμα στις 7 πήγα στο καφενείο. Τίποτα δεν θύμιζε στον Ουρανό το μεσημέρι. Οι δρόμοι ξεπλύθηκαν, ο κάμπος γυάλιζε. Κλωνάρια από δέντρα  στους χωματένιους δρόμους.
Η είδηση όμως δεν ήταν η καταιγίδα. Όλοι σκυφτοί. Δεν πίστευαν…
-Κρεμάστηκε ο Βαγγέλης, τον βρήκε η μάνα του στο δωμάτιο την ώρα του κατακλυσμού.
Μείναμε όλοι βουβοί. Ήταν μόνο 33 χρονών. Ίδιος ο Χριστός.


Ταξιδευτής
17 Ιουνίου 2014 (18)

Μια αιωνιότητα η διαδρομή


 

Ήμουν στο φαράγγι του Βίκου με την Αρετή. Μόλις είχα τελειώσει το στρατό. Φορούσα ένα ξεθωριασμένο τζην, άσπρο μακό μπλουζάκι, κόκκινο μπουφάν, κοντά μαύρα μαλλιά. Στα χέρια μου κρατούσα το δίκοχο. Η Αρετή δεν ήταν ούτε  δεκάξι. Ντυμένη με τη μπλε ποδιά. Τα καστανά μαλλιά της τα έχε δεμένα πίσω, έλαμπε το πρόσωπό της. Τα μάτια της ήταν πιο πράσινα από το πράσινο της άνοιξης. Βράχια και πράσινο. Και η χαράδρα.
Γεμάτο μικρά κίτρινα λουλούδια γύρω μας.  Έσκυψα και μάζεψα μερικά. Της χάρισα ένα μικρό μπουκέτο.
Ένας  ψηλολέλεκας Άγγλος με την ασθενική γυναίκα του ενοχλήθηκε.
It is not right what you did, είπε;
Why;
Nature for everyone
Ήμουν έτοιμος να του επιτεθώ, το ύφος του με ενόχλησε.  Μην του απαντάς, είναι χαζός, με τράβηξε από το χέρι η Αρετή.
Κάτω απλώνονταν το φαράγγι. Μπροστά η Αρετή άκρη άκρη και πίσω της εγώ. Έβλεπα το τρεμάμενο σώμα της. Φοβόταν. Μη κοιτάς κάτω της έλεγα. Μπροστά να κοιτάς. Ένα στενό δρομάκι και το παραμικρό στραβοπάτημα θα γινόταν μοιραίο. Σε μερικά σημεία το ύψος ξεπερνάει τα χίλια μέτρα. Κάτω άφαντος ο Βοϊδομάτης.
Σταθήκαμε σ’ ένα μικρό άνοιγμα. Η Αρετή  κόλλησε πάνω μου, το μετάνιωσε.
- Πως θα γυρίσουμε τώρα;
- Μη φοβάσαι
Η πλάτη μου ακουμπούσε στην πέτρα.. Πέρασα τα χέρια μου γύρω από τη μέση της. Ένοιωθα να με τρυπάει το μικρό σφιχτό της στήθος. Τα μαγουλάκια της κατακόκκινα, το δέρμα της τρυφερό άσπρο. Με τον δείκτη μου της άνοιγα τα χείλη της. Τα δόντια της πιο άσπρα από άσπρα. Άγγιξα τη γλώσσα μου στα χείλη της. Τραβήχτηκε. Ξεκουμπώθηκε ένα κουμπί από την ποδιά της. Κρυφοκοίταζα το στήθος της. Σαν της Παναγίας. Κολλημένη πάνω μου, φοβάμαι.
Ένα πουλί κελαηδούσε πάνω από το κεφάλι μας. Της έλυσα τα μαλλιά. Έπεσαν στη πλάτη της, σαν καταρράκτης. Μια πασχαλίτσα πάνω στον λαιμό της. Τρόμαξε. Την πήρα στο χέρι μου.  Την άφησα πάνω  σ’ ένα μικρό τρυφερό κλαδάκι στη σχισμή της πέτρας.
Η Αρετή μοσχοβολούσε κόκκινο τριαντάφυλλο ραντισμένο φρεσκοκομμένο χαμομήλι. Μέθυσα με την μυρωδιά της. Την κοίταγα ίσα στα μάτια. Την ένοιωθα κατάψυχα. Ήμουν ευτυχισμένος για πρώτη φορά.
Πήρα μια κοφτερή πέτρα κι έγραψα Αρετή πάνω στο βράχο. Μετά άρχισα να φωνάζω, βάζοντας τα δυό μου χέρια σαν χωνί στο στόμα μου.
- Αρετήηηηηηηηηηηηηηηηηηηηηηηηηηηηηηηηηηηηη!
Γέμισε το φαράγγι Τιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιι!
-Τι;
- Σ’ αγαπώ.

Η γης που πατούσα κόπηκε. Δεν κατάλαβα πως. Έπεφτα στον γκρεμό, ευτυχισμένος. Ολόκληρο το φαράγγι του Βίκου ένα Τιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιι. Και η σεντόρεια κραυγή της Αρετής. 
Μια αιωνιότητα  η διαδρομή.
Μέχρι που σκόρπισα. σαν σκόνη στο σύμπαν.

Το απόγευμα, στην κηδεία του Βαγγέλη, μετά από χρόνια είδα την Αρετή. Ντυμένη στα μαύρα. Ίδια εκείνα τα μεγάλα πράσινα μάτια. Ξεχώριζαν μέσα στο βουβό κλάμα.

Ταξιδευτής
18 Ιουνίου 2014 (19)

Πτωματοσυλλέκτες.






Στο πάτωμα, με την πλάτη στον τοίχο ζωγραφίζω σχέδια. Ένα βουνό από τσαλακωμένα χαρτιά μπροστά μου. Τέσσερα πατημένα τενεκεδάκια Άμστελ, πεταμένες γόπες Καρέλια. Μια χρυσή κασετίνα γεμάτη δίπλα μου. Πετάω εκνευρισμένος το τετράδιο στον απέναντι τοίχο, διώχνω τη μύγα απ’ το  χέρι μου, ζεσταίνομαι, βγάζω και το μακό. Το πετάω μέσα στις σκόνες κι αυτό. Τα γένια μου έχουν μεγαλώσει, δεν θυμάμαι πότε λούστηκα τελευταία φορά. Μυρίζω ιδρώτα, το μαγαζί μυρίζει μούχλα. Ένα άδειο μαγαζί. Ένα άσπρο χαρτί. Θέλω να το ζωγραφίσω. Δεν είμαι ζωγράφος. Πονάει το κεφάλι μου, πάω στο απέναντι φαρμακείο και παίρνω ένα κουτί ντεπόν. Πίνω ένα, πίνω και μια γουλιά μπύρα ακόμα. Δεν είναι καλή η συνταγή. Πρέπει να ηρεμήσω. Ανάβω τον zipo, κάθομαι σταυροπόδι, κάνω γιόγκα, κοιτάω το ταβάνι, ακούω στη διαπασών τον εκφωνητή του ματς, φωνές γηπέδου με πνίγουν. Μια μεγάλη μύγα μπαίνει από το σπασμένο τζάμι. Ζουζουνίζει πέρα δώθε. Ανοίγω διάπλατα την πόρτα. Δεν βγαίνει. Παίρνω το μπλουζάκι από το πάτωμα και την κυνηγάω. Σταματάει το θόρυβο μόνο όταν κάθεται στο ταβάνι. Κάνω μπάλα τη μπλούζα και την εκσφενδονίζω. Παλεύω μαζί της. Ιδρώνω. Κομμάτια ιδρώτας ποτίζει το πάτωμα και τη σκόνη. Αποκαμωμένος κάθομαι. Πάλι η πλάτη στον τοίχο. Ανοιχτά τα πόδια και τα χέρια. Δεν υπάρχει καρέκλα. Η μπύρα ζεστάθηκε. Ξανασηκώνομαι, πετάγομαι στο διπλανό περίπτερο και παίρνω άλλη. Παγωμένη. Μούσκεμα, πέφτει ο πυρετός. Δεν είχα πυρετό. Δεν με πονάνε τα λαιμά. Ένα λαιμό έχω. Θα σε πνίξω του λέω. Σύνελθε. Ο πόνος. Με εκδικείται το σώμα. Η Ελλάδα του Μάκη και του Σάκη. Η Ελλάδα πέφτει πάνω μου. Μια κίνηση απελπισίας. Τα δυό μου χέρια αρπάζονται. Το ένα γρατσουνάει το άλλο. Αδυσώπητο μίσος. Στο τέλος και τα δυό στάζουν αίμα. Πάω στον απέναντι τοίχο και σωριάζομαι πάλι. Το στομάχι μου πονάει δυνατά. Δεν προλαβαίνω να σηκωθώ, κάνω εμετό πάνω μου. Βρωμάει ο τόπος γύρω μου. Ένα άδειο μαγαζί. Οι κινέζοι θα πάρουν τα λιμάνια. Κανένα λιμάνι δικό μου πια. Θέλω να δώσω πάλι μπουνιά στον τοίχο. Συγκρατήθηκα. Το νοσοκομείο. Κάποιος κοιτάει μέσα στο άδειο μαγαζί. Στο άδειο μου κεφάλι. Σε λίγη ώρα καταφθάνει ο ομάδα Δίας. Με κράνη και πανοπλία. Έμοιαζαν θηρία.Μπουκάρουν μέσα. Μου ζητάνε ταυτότητα. Δεν έχω. Δεν έχω καμία ταυτότητα. Αφήστε με. Να ηρεμήσω θέλω. Με κυνηγάτε όσο τα χρόνια μου. Τι θέλετε από μένα;  Μου είστε άγνωστοι. Ποτέ δεν σας ζήτησα τίποτα. Δεν σας δίνω τίποτα. Οι μπάτσοι κάθονται απέναντι. Εγώ στο πάτωμα. Ζητάω ένα χαρτί απ’ αυτούς. Θα σας γράψω όλα τα στοιχεία μου. Το χαϊβάνι μου δίνει μια κόλα χαρτί. Ζητάω το τετράδιο. Θέλω κάπου να ακουμπάω. Μου το δίνει το άλλο χαϊβάνι. Γράφω ανορθόγραφα σαν τον Μποστ. Ζωγραφίζω. Η μαμά Ελλάδα, ο Πειναλέων, η Ανεργίτσα τα παιδιά της. Πενήντα χρόνια από τότε. Τα παιδιά της γέρασαν. Άλλα πέθαναν, άλλα πήραν σύνταξη. Λίγα μωρά γεννούνται μ’ ένα βαρύ σακί στον ώμο. Ασήκωτο. Κοιτάν να δραπετεύσουν. Η χώρα τους μια φυλακή. Οι μπάτσοι στο κεφάλι μου. Έλα μαζί μας.
-Γαμηθείτε. Παραβιάσετε το προσωπικό μου άσυλο. Σκοτώσατε τη ζωή μου. Πάρτε το πτώμα μου. Πτωματοσυλλέκτες.

Με κοίταγαν βουβοί και άβουλοι. Ήρθα εδώ να σχεδιάσω το αύριο. Το ουζερί… σχεδόν τέλεια. Να έρχεστε να πίνουμε τσίπουρα, να μεθάμε με ποιήματα. Σας αρέσει η ποίηση;

Είδα δυό μικροσκοπικά ανθρωπάκια στην πόρτα να φεύγουν. Μια μικρή νίκη.

Βγήκα έξω στη Γλάδστωνος. Έπεφταν χοντρές σταγόνες βροχής. Η βροχή δυνάμωσε. Λύτρωση.


Ταξιδευτής
19 Ιουνίου 2014 (20)


Τα κεράσια της Μεσοχώρας

Μεσοχώρα, Ασπροπόταμος, Καζάνια
Φώτο από www.facebook.com/groups/mesochora/


Όταν ήμουν μαθητής στο χωριό, η εκκλησία ήταν υποχρεωτική. Κάθε Κυριακή. Ντυνόμασταν, στολιζόμασταν, μπροστά ο μπαμπάς, πίσω η μαμά και εμείς. Συν γυναιξί και τέκνοις, έλεγε ο πατέρας μου. Ανάβαμε κερί και ορθοστασία μέχρι να τελειώσει. Μαρτύριο. Κι ένα άλλο μαρτύριο, που ακόμα δεν μπορώ να ξεχάσω, εκείνη η εικόνα μπαίνοντας δίπλα στο παγκάρι. Η κόλαση και ο παράδεισος. Ο φόβος και ο τρόμος, μη παραβούμε τις δέκα εντολές. Η κόλαση με τα καζάνια να βράζουν, φλόγες σαν φίδια να βγάζουν δηλητήριο, κολασμένοι να γκρεμοτσακίζονται και από δίπλα τα γέρικα ζευγάρια στα παγκάκια γεμάτο χαμόγελα, πεταλούδες, πολλές πεταλούδες λες και ο ζωγράφος κουβάλησε ολόκληρη την κοιλάδα των πεταλούδων της Ρόδου. Ο πατέρας ήταν αυστηρός και θρήσκος. Δεν σήκωνε κουβέντα.
Απειλή του κάθε φορά ήταν η κόλαση.  Εγώ έβγαζα τη γλώσσα έξω και τον κορόιδευα. Ήμουν μικρός αλλά καταλάβαινα τις αντιφάσεις του. Από τη μια ο καλός θεός που όλα τα συγχωρεί και από την άλλη τα καζάνια που έβραζαν. Εγώ βέβαια προτιμούσα τα καζάνια στο ποτάμι, που με έβρισκες που με έχανες, στον Ασπροπόταμο ήμασταν τα μεσημέρια. Περιέργως τότε φώναζε η μαμά, θα πνιγείτε στο ποτάμι, ξέρετε πόσοι έχουν πνιγεί. Όταν γυρίζαμε το βράδυ άρχιζε το δικό της τροπάρι. Μην αργήσετε έξω, κυκλοφορούν φαντάσματα. Έρχονται οι πεθαμένοι από το νεκροταφείο, κρατάνε ένα  μεγάλο σύρμα αναμμένο και κυνηγάνε τα παλιόπαιδα. Να είστε καλά παιδιά. Άλλες φορές μας μιλούσε για αγίους με άλογα και κοντάρια, που βγαίνουν βόλτα στο χωριό τη νύχτα και μαζεύουν τα παιδιά  Εμείς τρομάζαμε, αλλά μυαλό δεν βάζαμε. Παίρναμε τα κολοκύθια από τον κήπο, βγάζαμε τα σπόρια και την ψύχα από μέσα και βάζαμε ένα αναμμένο κερί. Ανοίγαμε δυό μάτια και μια μύτη και βάζαμε τη νεκροκεφαλή μέσα στον κήπο με τα φασόλια και τα καλαμπόκια. Ο Αντώνης ήταν μεγαλύτερος διάβολος από μένα. Έβγανε η μάνα να πάει στον καμπινέ δίπλα στον κήπο όταν νύχτωνε και έβαζε τις τσιρίδες. Δεν είχαμε ρεύμα τότε στη Μεσοχώρα. Η λάμπα με το πετρέλαιο ήταν όλο το φως και το φεγγάρι. Όταν είχε. Γέμιζε ο τόπος κολοφωτιές, ξέρεις πυγολαμπίδες. Εμείς τις πιάναμε και πασαλείφαμε τα ρούχα, σαν εξωγήινα ανθρωπάκια γινόμασταν. Φώναζε πάλι η μάνα, θα γεμίσετε ψύλλους, τώρα θα δείτε στον πατέρα σας όλα. Ο πατέρας μόνο η εκκλησία τον ένοιαζε, μετά έπαιζε κολτσίνα στο καφενείο και μεις παρακαλούσαμε να κερδίσει, να φέρει λουκούμια στο σπίτι. Πόσα λουκούμια δεν φάγαμε παιδιά, τα μισά δόντια τα χάσαμε από τα λουκούμια. Αλλά και γλυκά του κουταλιού η μαμά έκανε. Τα κεράσια της Μεσοχώρας είναι τα καλύτερα κεράσια για γλυκό. Η μαμά τα έλεγε τραγανά. Εμείς κόβαμε βάντες και τρώγαμε σκουλήκια και κεράσια μαζί. Άλλα και τα βατόμουρα. Μαύρα και πιο τραγανά από τα κεράσια. Μαύρα χείλια, κόκκινα χείλια. Τα κράνα γίνονταν μετά της Παναγίας.

-Μάστορα, πάρε μια ανάσα
-Χάρη πήγα πάλι την Κυριακή στη Μεσοχώρα. Σαν παιδί ένοιωσα. Κοιτάχτηκα στον καθρέφτη στο χολ και τρόμαξα. Άσπρα μαλλιά, ρυτίδες, κοιλιά, τρόμαξα Χάρη. Είδα και μια φωτογραφία από τότε που ήμουν φαντάρος στην Ξάνθη με χακί ρούχα και δίκοχο. Τα μισά κιλά. Αλλά τότε παίζαμε μπάλα  κάθε μέρα. Χτες το βράδυ έβλεπα τον Μέσι και ήπια πέντε μπύρες. Τώρα είμαστε θεατές Χάρη, τότε ήμασταν πρωταγωνιστές.
-Το σημάδι στο μπράτσο από πού είναι Λάμπρο;
-Απ’ τη Μεσοχώρα κι αυτό. Ήμουν ούτε δέκα χρονών, φάγαμε το μεσημέρι, κάθε μέρα πίτες και φασολάκια είχαμε το καλοκαίρι. Πήραμε τη φέτα το καρπούζι και πήγαμε κάτω από την μεγάλη καρυδιά. Μετά ανέβηκα πάνω σε ένα κλωνάρι της καρυδιάς να κάνω κούνια, έσπασε το κλωνάρι και βρέθηκα στο φράχτη με το αγκαθωτό σύρμα. Βγήκαν τα έντερα έξω από το μπράτσο, έλεγα. Εδώ ο Δίας γέννησε από το κεφάλι την Αθηνά. Στον Νοσοκομείο για αντιτετανικό. Κάθε φορά και μια ένεση. Πατούσα καρφί, ένεση, έπεφτε ένας τενεκές στο κεφάλι ένεση, ένεση για τη μια αρρώστια, ένεση για την άλλη, να κι άλλο σημάδι στο άλλο χέρι από ένεση με ξυραφάκι.
-Λάμπρο θα χρειαστούμε άλλο τσιμέντο; Ο άμμος φτάνει για σήμερα;
-Φτάνουν μη σε νοιάζει, εγώ έκτισα τα Ζαγοροχώρια, δυό τοίχους στο Ουζερί πως θα κάνουμε; Λίγο ασβέστη θα πας να πάρεις μόνο. Ένα σακουλάκι στον ώμο.

Ο Λάμπρος συμμαθητής στο γυμνάσιο του άρεσε να κτίζει. Σταμάτησε το γυμνάσιο στην τετάρτη και από τότε κτίζει. Είχα χρόνια να τον δω, αλλά τον βρήκα. Μέχρι αύριο θα  είναι έτοιμο το τζάκι, το μπαρ, οι θόλοι στους τοίχους για τα κρασιά, έχουμε πέντε μέρες τώρα που δουλεύουμε.  Στα διαλείμματα καπνίζουμε και λέμε ιστορίες. Είμαι καλός βοηθός λέει. Είχα καιρό να ακούσω καλή κουβέντα.

Ταξιδευτής
24 Ιουνίου 2014 (21)

Ελίχρυσα Αμοργινά






Το ουζερί αρχίζει να διαφαίνεται. Ο Πάνος σκαλίζει πάνω στο ξύλο την προμετωπίδα. Πήγα χτες από το εργαστήριο. Σπουδαίος ξυλογλύπτης. Αφήνει την προσμονή στο αποτέλεσμα. Κι εγώ τον εμπιστεύομαι, από την πρώτη στιγμή που είδα τη δουλειά του. Έχει πια φως και νερό. Χωρίς αυτά δεν υπάρχει ζωή. Ούτε ουζερί.
Δεν σκέπτομαι τίποτα άλλο. Όλος ο κόσμος μου γυρίζει ..σχεδόν τέλεια. Όπως στον έρωτα τις πρώτες μέρες.  Σαν το καράβι  που ταξιδεύει πάνω στα γαλάζια νερά του Αιγαίου κι εσύ να παίζεις με τους γλάρους, να τσιτώνεις τα μάτια σου για την ώρα που θα ερωτοτροπούν τα δελφίνια. Μ’ ένα μαύρο μακό. Το χρώμα που άρεσε στο  φόρεμα της αγαπημένης σου. Και την φωτογραφική μηχανή στο λαιμό. Μη χάσεις τη στιγμή.
Μέσα μου αναπτύσσεται μια σχέση αγάπης και μίσους. Καμία φυλακή δεν αντέχω.
Έχασα τις αγαπημένες μου συνήθειες. Τα μάτια της κουζίνας φλογίζουν το κόκκινο. Εδώ θα ετοιμάζεται το εκλεκτό πιάτο ημέρας. Στους τοίχους κρέμονται τα ξανθά μαλλιά της. Όταν οι πόρτες θα κάνουν ρεύμα, θα ανεμίζουν, θα πάνε στα μάτια της. Αυτή με μια κίνηση του χεριού της θα τα επαναφέρει. Τα στήθη της σαν δυό μικρά μπαλκονάκια  πάνω από την πινακίδα. Ίσα που θα χωράνε μια γλάστρα το καθένα. Αμοργινά Ελίχρυσα. Να πλέκω από τα άνθη τους στεφάνια. Να στολίζω τα μαλλιά της, κοινός θνητός εγώ, Αρχαία θεά εκείνη. Να καταπραΰνει το θυμικό. Οι αισθήσεις να λογιάζουν. Γεμίζει από μόνη της το χώρο, όταν απλώνει τα χέρια της. Το πρόσωπό της κερί αναμμένο τη νύχτα. Ούτε μια παραφωνία στην ορχήστρα.
Θυμώνω με τον εαυτό μου. Κάθε φορά θυμώνω. Αφήνω πάλι τον έρωτα να καθορίσει τη ζωή μου. Ατέλειωτη τραμπάλα. Μια στον ουρανό και μια στα τάρταρα. Καμία ισορροπία. Παραμορφωμένοι φακοί τα μάτια μου. Με βουλωμένο κερί τα αυτιά μου. Πέφτω λιπόθυμος του μυαλού, στο λήθαργο του καλοκαιριού.  Ολόκληρος έχω κατακτηθεί.  Στα χέρια των αισθήσεων. Περισσότερο των παραισθήσεων.
Δεν διαβάζω, δεν κοιμάμαι, δεν μαθαίνω τις ειδήσεις, δεν μιλάω στην μάνα και στον πατέρα, στο ίδιο σπίτι. Πέφτω μπρούμυτα στο κρεβάτι και ιδρώνω το μαξιλάρι.
Ξαφνικά μου γεννιέται η ιδέα να πάρω μια δερμάτινη τσάντα. Να κουβαλάω μαζί μου ένα βιβλίο, ένα φακό, τα γυαλιά μυωπίας και του ηλίου, το κινητό, τα τσιγάρα, το πορτοφόλι, τη φωτογραφική μηχανή, τα κλειδιά από το σπίτι στο χωριό, από το διαμέρισμα του πατέρα, από το ουζερί, από την ξεχασμένη αποθήκη στο χωριό. Σκέφτομαι την αποθήκη. Τις κούτες με τα βιβλία, το γραφείο από καρυδιά, ράφια και πάγκοι από το παλιό βιβλιοπωλείο, κουτιά με σημειώσεις και φωτογραφίες, ένα παλιό ξύλινο σκάκι. Έχω χρόνια να πάω στην αποθήκη. Τη φαντάζομαι μες τη σκόνη και τις αράχνες, μπορεί τα ποντίκια να έφαγαν τα βιβλία, μικρές σαύρες να περπατάνε πάνω στους τοίχους, ίσως ένα φαρμακερό φίδι να κρύφτηκε σε μια γωνιά, μαύρες κατσαρίδες, κόκκινες κατσαρίδες, μια αποθήκη με παλιά πράγματα, βιβλία με αφιερώσεις,  βιβλία χωρίς αφιερώσεις, άλλα αδιάβαστα και άλλα διαβασμένα, ποιήματα που έγραφα στα δεκαοκτώ.
Πόσο επίπεδη γίνεται η ζωή δίχως τη φαντασία; Ούτε ένα φτερούγισμα. Ούτε ένα ταξίδι. Ούτε μια πεταλούδα να ακούς την αναπνοή της. Δυσβάσταχτη.
Κι εγώ είμαι αλλού. Ο κόσμος μέσα μου μαγικός, νοιώθω τόση ευτυχία, δίχως κάτι να με ενοχλεί. Δεν είμαι εγώ.  
Το ξέρω καλά. Κι άλλη φορά με τύλιξε ο έρωτας. Κάθε φορά  που έκανα κάτι έπεφτα με τα μούτρα. Πολλές φορές με τα  χέρια έτρωγα, με τα μούτρα έπεφτα στο πιάτο. Τώρα πρέπει να μάθω. Να τρώω επιλεκτικά σαν βασιλιάς. Μεγάλωσα πια.
Να αρνηθώ την ποσότητα, εκλεκτικές συγγένειες, λεπτές στιγμές.
Η μάνα μου χτες έκανε τρεις πέστροφες. Μία σε κάθε πιατέλα. Μου τις έφερε ο Λάμπρος από τον Ασπροπόταμο.  Τις έψησε με αέρα, τυλιγμένες σε λαδόκολλα. Τις σέρβιρε με κρεμμυδάκι και σκόρδο ψημένα, με ρίγανη και λαδολέμονο. Τις στόλισε με τρεις φέτες ντομάτα και μαρούλι. Έστρωσε πάλι το άσπρο τραπεζομάντιλο και τα κολονάτα ποτήρια. Το άσπρο κρασί του πατέρα ήταν ακόμα πιο παγωμένο χτες.   Ήταν ένα ζεστό μεσημέρι, πρώτη του Ιούλη. 
-Μάνα, τι γιορτάζουμε πάλι;
-Το καλοκαίρι γιέ μου. Η ζωή είναι πολύτιμη, όσο τα μάτια μας. Κάθε μέρα τη γιορτάζουμε.
Ο πατέρας έβαλε ένα παλιό δίσκο στο πικάπ.

Μήλο μου κόκκινο ρόιδο βαμμένο 
μήλο μου κόκκινο ρόιδο βαμμένο 
γιατί με μάρανες τον πικραμένο 

Γέμισε η κουζίνα παράδοση και άρωμα λεμονιού. Στο ανθοδοχείο η μάνα μου έβαλε ένα κλαδί λεμονιάς με άνθη. Σπατάλησα  δυό λεμόνια για το άρωμα, είπε.
Εγώ πάλι δεν μιλούσα, -δεν ήταν από την εθνική που έχασε, ήταν που δεν ξεκολλάει το μυαλό μου από το ουζερί. Και το μέλλον. Και το μέλλον της ανθρωπότητας. Ολάκερης.

Ταξιδευτής
2 Ιουλίου 2014 (22)

Έχω ένα όνειρο

Το παλιό εργοστάσιο στη Θεμιστοκλέους, σήμερα είναι Πολιτιστικό κέντρο. Μουσείο, όλες εκείνες οι μηχανές που έφτιαχναν τα αναψυκτικά Κλιάφα, μηχανές πάγου, μπουκάλια  και καπάκια, τυπογραφεία παλιών εφημερίδων. Κέντρο ιστορίας και πολιτισμού, αίθουσα διαλέξεων και συνεδρίων, διδασκαλία της τοπικής ιστορίας, παιδική βιβλιοθήκη. Ένα παλιό εργοστάσιο, ένα σύγχρονο κτήριο κοσμεί την πόλη. Το ένα πόδι στο παρελθόν, το άλλο στο μέλλον, κεντράρουν το σήμερα. 
Κάθε Ιούνη ο πατέρας έφερνε το πρώτο κασάκι στο σπίτι. Πορτοκαλάδα, λεμονάδα, βυσσινάδα, ανάκατα. Όταν άδειαζαν τα ωραία εκείνα μπουκάλια, πήγαινε πίσω το κασάκι και έφερνε άλλο. Αυτό γινόταν όλο το καλοκαίρι.  Ήταν άλλη η γεύση. Και η αίσθηση. Το γυάλινο μπουκάλι.  
 Έφεραν χτες από το καινούριο εργοστάσιο, το ψυγείο στο Ουζερί.  Αναψυκτικά Κλιάφα.  Με πλάγια πορτοκαλί γράμματα σε μπλε φόντο. Το μόνο επώνυμο μέσα στο Ουζερί.  Γιατί το …σχεδόν τέλεια, φιλοδοξεί στα χνάρια αυτής της οικογένειας να περπατήσει. Ποτέ δεν συμπάθησα τις φίρμες για λόγους αισθητικής και ιδεολογίας. Μονόχρωμα χωρίς στάμπες μακό. Οπαδός της απέριττης ομορφιάς. Στολίδια από δω, στολίδια από κει πάντα με μπέρδευαν. Μια χλαμύδα όλα τα ρούχα μου. Αν και το καλοκαίρι θα ήταν όμορφο να κυκλοφορούσαμε γυμνοί. Αλλά πόσα ωραία δεν σκοτώθηκαν. Που πήγε το κάλος των αρχαίων με την επέλαση του χριστιανισμού;  Εκεί στο Σούνιο τι απέμεινε; Γιατί ο  Σεφέρης έγραψε « Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει»;
 Πώς να θωρήσω τα γυμνά της χείλη, το άρωμα από τα φρεσκοπλυμένα μαλλιά της, να θαυμάσω την αφτιασίδωτη σάρκα του προσώπου της, κατάματα να δω την ομορφιά της;  
 Μόνος μου, κάθομαι πάνω στο μπαρ, μυρίζει φρεσκοβαμμένο το μαγαζί. Η μυρωδιά του ξύλου, ψάθινες καρέκλες, τραπεζάκι με άσπρο μάρμαρο, ακόμα μοιάζει γυμνό. Ακούγεται ανεπαίσθητα ο θόρυβος από το ψυγείο Κλιάφα, σκέφτομαι πως τίποτα που δεν θα είναι τοπικό δεν θα μπει εδώ μέσα.  Έρχονται στο μυαλό μου άλλες εποχές, τότε που τα σπίτια είχαν αυλές και ο κόσμος το καλοκαίρι ξένοιαστος στα μπαλκόνια. Τριανταφυλλιές και βασιλικός, ασβέστη και βραδύτητα.  Το παντοπωλείο της γειτονιάς, τον φούρνο που έψηνε τα φαγητά, τον μανάβη που μοσχοβόλαγε φρούτα το μαγαζί του. Τότε που τα φρούτα μοσχοβόλαγαν. Και κοντά σ’ αυτά και οι άνθρωποι, οι ανάσες τους, τα λόγια τους, τα χαμόγελα, η ξενοιασιά τους, τα πρόσωπα που έλαμπαν αλήθειες.  Ίσως εγώ να μεγάλωσα, ίσως εγώ να χάθηκα μέσα στην απρόσωπη πολιτεία, μέσα στις νέον πινακίδες, στα αχανή πολυκαταστήματα. Κι όταν δεν έχω κέρμα για το καρότσι της κατανάλωσης, μπαίνω αγοράζω ένα γιαούρτι Τρίκκη, ένα γάλα εργοστασίου και φεύγω….Φεύγω  με σκοτωμένο τ’ όνειρο. Την ολιγάρκεια και την αυτάρκεια μαζί, δεν μπόρεσα να αποκτήσω στα απέραντα λιβάδια της ελληνικής γης. Βλέπω τις ουρές έξω από τις πολυεθνικές, κοράκια που τον ιδρώτα αρπάζουν του λαού και αρρωσταίνω. Και ο λαός, αυτός ο λαός δεν θυμάται τίποτα , εζήλεψε τας  Ευρώπας να εξορίσει τα παιδιά του. Άμα αγαπάς τη χώρα που σε γέννησε, τους ανθρώπους της που συγκοινωνείς, τότε αγαπάς την ελιά και το ελληνικό αμπέλι, αγαπάς τον ήλιο και τη θάλασσα, που σε μεγάλωσαν. 
Κάτι τέτοια σκεφτόμουν, την ώρα που μπήκε η Ρένα. 
-Καμαρώνεις, αφ’ υψηλού;
-Σκέφτομαι τον Σεφέρη; 
-Ένας Διπλωμάτης ήταν και αυτός
-Έπαιρνε στροφές όμως, λάτρευε τη χώρα του
-Τι σε τσίτωσε πάλι; 
-Αυτός ο τόπος γέννησε σημαντικούς ανθρώπους, ξέχωρα ευλογήθηκε από τους θεούς. Θεόρατοι βράχοι υμνούν τα ουράνια, ατέλειωτα δάση και ποτάμια, γεφύρια πέτρινα, εύφορος κάμπος και λατρεμένα φαράγγια, μια ζωγραφιά γεννήθηκε. Τον Ταμήλο ποιος τον γέννησε;
-Τα έμαθα, και έβαλε τα γέλια. Μπορείς και ασχολείσαι  με τους Ταμήλους ακόμα; Δεν είναι  ο μόνος, ο άλλος ο απόστρατος είναι καλύτερος ή το άλλο το παιδάκι που προώθησε ο μπαμπάς. Αλλά οι αποτυχημένοι και ανίκανοι κανακεύονται πια στη πολιτική κουνίστρα.  
-Ρένα εγώ δεν τον ξέρω και δεν με ξέρει, αλλά όταν προσβάλει την πόλη που αγαπώ, οργίζομαι.
-Και γιατί δεν οργίζεσαι με όσους του δίνουν τον λόγο;
-Δεν είναι το ίδιο Ρένα, ξέρεις ο Νομός μας γερνάει και η Ελλάδα γερνάει. Οι νέοι όλο και λιγοστεύουν. Τι μπορείς να περιμένεις από ανθρώπους που μεγάλωσαν αλλιώς;
-Γι’ αυτό θα έπρεπε να έχουν σοφία, τη σοφία του γέροντα. Έκαναν δήμαρχο έναν αποτυχημένο εργολάβο, και βουλευτή έναν αποτυχημένο Δήμαρχο. Έχουμε ότι μας αξίζει.
-Γι’ αυτό ξενιτεύονται οι νέοι, γι’ αυτό ερήμωσαν τα χωριά μας.
-Χάρη σταμάτα.  Εσύ έχε ένα όνειρο. Είσαι κουρασμένος. Πάμε να περπατήσουμε. Έλα πάμε.

 Κλείδωσα το μαγαζί,  σταματήσαμε απέναντι και το καμάρωνα. Εγώ και η Ρένα. 
-Έχει πολύ δουλειά ακόμα, σχεδόν τελειώνουν τα σημαντικά, αλλά αυτό το μαγαζί στη λεπτομέρεια θα αναδειχτεί. Ξέρεις Ρένα μπορεί να χρησιμοποιήσεις τα καλύτερα υλικά, αλλά οι αποχρώσεις τονίζουν το αποτέλεσμα. 
Βγήκαμε από τη Γαμβέτα στην 28ης Οκτωβρίου. Σταθήκαμε σ’ ένα μεγάλο κατάστημα ηλεκτρικών, αμέτρητες τηλεοράσεις έδειχναν την ίδια εικόνα. Μουντιάλ. Η πόλη έρημη. Σαν τα μπουλούκια οι άνθρωποι σιωπηλοί κρέμονταν από τα χείλη του εκφωνητή.  Ήταν η στιγμή που ένας φίλαθλος μπήκε στο γήπεδο με το σύνθημα « Σώστε τα παιδιά που πεθαίνουν στις φαβέλες».  Τον είπαν τρελό, τον άρπαξαν οι μπάτσοι. 
Περπατήσαμε κατά μήκος, περάσαμε την κεντρική πλατεία, ένα πιτσιρικάς μόνος πετούσε νερό από το στόμα. Κατουρούσε πάνω στη νεκρική σιγή της πόλης. 
Περάσαμε  δίπλα στην πλατεία του Ο
TE, στρίψαμε στον Άγιο Νικόλαο, κατεβήκαμε στο ποτάμι.
Περπατούσαμε αργά, συζητώντας δίπλα στο Ληθαίο. Η Ρένα είχε καλή διάθεση, άρχισε να φτιάχνει και η δικιά μου. Πάνω στον Κόζιακα ο ήλιος έγερνε, ένα ρόδινο χρώμα απλώνονταν στη Θεσσαλική γη.
Ήμασταν στο δρόμο για τα Κουτσομύλια, το φρούριο και ο Προφήτης Ηλίας τόνιζαν το ζεστό γλυκό βράδυ του Ιούλη. 
Ας κατέβουμε στο ποτάμι, είπε η Ρένα, εδώ δεν έχω κατέβει ποτέ.  Πήραμε από μια μπύρα και καθίσαμε κάτω στο χορτάρι, στην πλαγιά της όχθης. Ο Ληθαίος κυλούσε αμέριμνος τα αιώνια νερά του. Ήταν ωραία. . Γλύκαναν οι στιγμές μας. Η Ρένα ήταν τρυφερά όμορφη, φορούσε ένα άσπρο κεντητό πουκάμισο. Η Σπινούλα δεν γέννησε ακόμα.

Τότε άλλαξαν όλα. Όταν είδαμε και οι δύο, το ανθρώπινο πτώμα να επιπλέει. Τα νερά να το προχωράνε σαν κούτσουρο. 
Η Ρένα έβαλε τα χέρια στα μάτια της και έβγαλε φωνή οδύνης. 
Τηλεφώνησα στην αστυνομία. Το βράδυ σκοτείνιασε.

Ταξιδευτής
3 Ιουλίου 2014 (23)



η συνεχεια στο μπλοκ http://kostistaxithevon.blogspot.gr/http://kostistaxithevon.blogspot.gr/