έχε το νου σου στο παιδί..




Δευτέρα, 30 Ιουλίου 2012

οδός ρήγα φερραίου

από το παραθυρό μου...


Άνοιξε το παράθυρο

Στίχοι: Ερρίκος Θαλασσινός
Μουσική: Γιώργος Χατζηνάσιος

Τα λόγια ήτανε καλά
καλά και τιμημένα
μαλαματένιος ο σταυρός
χωρίς καδένα

Άνοιξε το παράθυρο να μπει
δροσιά να μπει του Μάη
εμείς γι' αλλού κινήσαμε γι' αλλού
κι αλλού η ζωή μας πάει

Οι βέρες ήτανε χρυσές
χρυσές κι οι αλυσίδες
που δέσανε τα νιάτα μας
πως δεν τις είδες

Άνοιξε το παράθυρο να μπει
δροσιά να μπει του Μάη
εμείς γι' αλλού κινήσαμε γι' αλλού
κι αλλού η ζωή μας πάει

Η ΕΛΠΙΔΑ ΠΕΘΑΙΝΕΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ...


έχε το νου σου στο ΠΑΙΔΙ...ο ΣΕΠΤΕΜΒΡΗΣ δεν θ αργήσει.....

η μοναξιά του σχοινοβάτη...


Ute-maria Dratzidi  προς Alexis Tsipras

Παρασκευή στις 9:34 μ.μ. ·

Αυτή η φίλη μου: Ζαφειρώ Σιαφκαλόζη συνήθως ΔΕΝ μιλά ( γράφει) ΠΟΛΥ στον τοίχο. Πιο πολύ κοινοποιεί ωραίες φωτογραφίες . Αλλά αν ανοίξει το στόμα της ( πατάει το πλήκτρο) έχει πάντα ουσία!

Από Ζαφειρώ Σιαφκαλόζη

ΠΩΛΕΙΤΑΙ Η ΕΛΛΑΔΑ - το θυμάμαι...
Πώς αρρωστήσαμε τόσο πολύ; Πώς καταφέραμε να πέσουμε σε τέτοιο πάτο; Στο χαμηλότερο επίπεδο που μπορεί να φτάσει μια ανθρώπινη ύπαρξη;
Πώς γίναμε τόσο τυφλοί, τόσο κουφοί, τόσο ανάπηροι στο σώμα και στο μυαλό και στην ψυχή;
Πώς αφήνεις τον ίδιο σου τον τόπο, τον ίδιο σου τον εαυτό να ξεπουλιέται; ΠΩΣ;;;
Θα σου πω πώς.
Γιατί πάει πολύς καιρός τώρα που ξεπουλιέται όλη η Ελλάδα, κι ήμουνα ΕΔΩ. Γιατί ΘΥΜΑΜΑΙ. Ήμουνα ΕΔΩ.
Μεγάλωσα σ' αυτήν εδώ τη χώρα, μέσα στις εξελίξεις των καιρών.
ΘΥΜΑΜΑΙ τον θρίαμβο της "Δημοκρατίας" ενάντια της "Χούντας". ΘΥΜΑΜΑΙ τους φοιτητές που χύσανε το αίμα τους στο Πολυτεχνείο. Την ανάσα του κόσμου, τις ελπίδες μετά από αυτό το αίμα "για μια ελεύθερη Ελλάδα", όπου μπορούσες να δουλέψεις,να φας ψωμί και να πατήσεις στα πόδια σου, να φτιάξεις σπιτικό και οικογένεια, να ζήσεις επιτέλους σαν άνθρωπος.
ΘΥΜΑΜΑΙ πότε άρχισε η μπασταρδοποίηση του "αρχαίου αθάνατου ελληνικού πνεύματος".
ΘΥΜΑΜΑΙ τις πρώτες κυβερνήσεις, τα Κόμματα, τις πρώτες τους συναντήσεις με την Αμερική και την Ευρώπη.
ΘΥΜΑΜΑΙ τους πολιτικάντηδες στα μπαλκόνια, τους μεγάλους λόγους τους, και τη λαοθάλασσα με τις χιλιάδες σημαίες από κάτω, να φωνάζει συνθήματα "προχώρα, σε θέλει όλη η χώρα"
ΘΥΜΑΜΑΙ και τις "επιχορηγήσεις". Λεφτά στους φτωχούς αγρότες, "για μια καλύτερη Ελλάδα". Βέβαια αυτά δεν χαρίστηκαν έτσι. Πάντα υπήρχε τίμημα. Κι ήταν από την αρχή πολύ βαρύ. Τα χωράφια αλλάξανε μ΄ αυτά τα λεφτά, γίνανε μονοκαλλιέργειες, γεμάτες φάρμακα. Άρχισε να μπασταρδεύεται και να δηλητηριάζεται το χώμα σε όλη την επικράτεια. Στα κανάλια των εκλογών, η χώρα φαινότανε πράσινη και μπλε, στην πραγματική ζωή γινόταν όλο και πιο μαύρη...Έχεις έκταση; Βάλε βαμβάκι. Είσαι μικρός; Τον πούλο! (το βαμβάκι τί το κάναμε τελικά; Αφού κινέζικα φοράμε..)
ΘΥΜΑΜΑΙ την είσοδο των απρόσωπων "υπέρ-αγορών" (super market) και των Πολυεθνικών στην Ελλάδα, και των "ξένων επενδυτών". Ψώνιζε. Αυτή είναι η ευτυχία. Κι άλλες διαφημίσεις. Τα πάντα όλα σε αφθονία.
ΘΥΜΑΜΑΙ να κλείνουν σιγά σιγά όλα τα "μπακάλικα" της γειτονιάς. Αυτά που είχαν μέσα ένα μπακάλη με πρόσωπο κι απ' όλα τα καλά, κι απέξω ένα τραπεζάκι με δύο καρέκλες, να ξαποστάσεις να κεραστείς και κάνα τσίπουρο.
ΘΥΜΑΜΑΙ να κλείνουν οι Ελληνικές Βιοτεχνίες και να ρημάζουν, σα φαντάσματα που απ΄τα σπασμένα τους παράθυρα προλαλούσαν το ξεπούλημα. ΘΥΜΑΜΑΙ τον κόσμο να κλαίει και να πεινάει. Ξανά.
ΘΥΜΑΜΑΙ και την αρχή της "τηλεόρασης". Τις πρώτες διαφημίσεις. Καλλυντικά και φτιασίδωμα "Όπως Αμερική" - μεγάλο χαμόγελο.
ΘΥΜΑΜΑΙ τα πρώτα casino. Έλα να παίξεις. Τζόγος. Να και τα τυχερά παιχνίδια. Παίξε τα όλα.
ΘΥΜΑΜΑΙ την επαρχεία να ρημάζει, τόσο που τα χωριά μείνανε με λιγοστούς παππούδες, και να μεγαλώνει η πόλη. Η Αθήνα, η Θεσσαλονίκη, η Πάτρα, η Λάρισα..
ΘΥΜΑΜΑΙ την αρχή της καταγραφής των δεδομένων. "Αγαπάς την Ελλάδα; Απόδειξη!". Και να οι φόροι. Αφού τα 'χεις, να μην τα πάρουμε; Είναι για τα "Έργα Υποδομής"..
Και να τα "λαμόγια". Οι πλάγιες ματιές, οι χειραψίες και τα χαμόγελα της colgate.
ΘΥΜΑΜΑΙ τα "Νομοσχέδια", που κρατήσανε ό,τι συνέφερε από τη χούντα, κι άρχισαν να προσθέτουν και τα δικά τους "συμπληρωματικά νομοσχέδια".
ΘΥΜΑΜΑΙ πότε αρχίσαμε να "κωλοβαράμε" στον Στρατό.
ΘΥΜΑΜΑΙ που παραδώσαμε "Βάσεις" στον Αμερικανικό Στρατό. Την φωνή μας που φώναζε "έξω οι βάσεις". Οι βάσεις είναι σταθερά εδώ, μέσα στο σπίτι μας. Και δεν επιτρέπεται ούτε απ' έξω να περάσεις.
ΘΥΜΑΜΑΙ κι άλλες "επιχορηγήσεις" για τα "Έργα Ανάπτυξης".
ΘΥΜΑΜΑΙ την αρχή του χτισίματος, της "ανοικοδόμησης" της χώρας. Και να οι "εργολάβοι" και οι "αντιπαροχή". Και να οι Τράπεζες σα μανιτάρια σε όλα τα τετράγωνα δυο-τρεις. Και να τα μεγαθήρια και οι ταμπέλες.
ΘΥΜΑΜΑΙ τον τόπο μου με χωματόδρομους και μικρά χωριά, λόφους και δάση.
ΘΥΜΑΜΑΙ πώς χρόνο με τον χρόνο τα κάψανε τα δάση, και "φάγανε" τους λόφους, και φτιάξανε "Εθνικές οδούς", έτσι που ο τόπος μου έγινε αγνώριστος. Ούτε που ξέρω πια ποιά χώρα θυμίζει αυτή η εικόνα. Δεν αφήσανε σπιθαμή ανεκμετάλλευτη, γέμισε ο ντουνιάς με "έργα Ανάπτυξης". Οι παραλίες μας γίνανε ξενοδοχεία και ομπρέλες για τους τουρίστες. Οι λόφοι αυθαίρετα και βίλλες αυτών που πλούτισαν ξαφνικά μ΄όλα αυτά. Ούτε από 'κει μπορείς πια να περάσεις, και το χτίσιμο συνεχίζεται κατά ριπάς..
ΘΥΜΑΜΑΙ και τη διαφθορά από τότε. Διαφθορά στις Εφορίες και στις Εφορείες, διαφθορά στις Πολεοδομίες, στα Νοσοκομεία, στα Πανεπιστήμια, στις Τράπεζες, σε όλες τις "Δημόσιες Υπηρεσίες" ..Τότε που άρχιζαν τα "σκάνδαλα", ένα-ένα. Να οι "μίζες και τα λαδώματα". "Δεν πειράζει, άσε να μας βάλει το παιδί μας στο Δημόσιο, να σωθεί...Ξέρεις τι βγάζουνε; Και να τα επιδόματα, και να οι άδειες, κι έχουν και τα τυχερά τους.."
ΘΥΜΑΜΑΙ πότε έκαναν την εμφάνισή τους οι πρώτες ξεβράκωτες στα "κανάλια". Οι πρώτες αυτές ήταν "ξένες".
ΘΥΜΑΜΑΙ και τα πρώτα "φαστ φουντ" (αυτά που σερβίρουν hamburgers και cheeseburgers, ξέρεις, αλά Αμερικάνα..)
Γιατί για να μετατραπείς από άνθρωπο σε ζώο, πρέπει να τονιστεί αυτή η πλευρά σου. Οπότε, πάρε κρέας, κώλους και βυζιά, και ξέχνα τα όλα. Είναι τώρα "Η Ελλάδα της Ανάπτυξης", όλα είναι ανθηρά, "προχωράμε σταθερά", πήγαινε και σ' ένα μπουζουξίδικο να χορέψεις τα τσιφτετέλια σου, και μη σε νοιάζει. Περνάς καλά; Ε, λοιπόν τι άλλο θές; Κοίτα τον κώλο σου, κι άσε τους άλλους να κουρεύονται".
ΘΥΜΑΜΑΙ την Αμερικανική Πρεσβεία και το κάψιμο της Ελληνικής σημαίας.
ΘΥΜΑΜΑΙ τις "αναχαιτίσεις των Τούρκων στον Ελλαδικό χώρο".
ΘΥΜΑΜΑΙ την "ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση". Πάει η αυτονομία. Τώρα πιά "κράτος-μέλος". Πάει και το νόμισμα της Ελλάδας. Να το Ευρώ. Α, τώρα είμαστε ίσα κι όμοια με το dollar..Ντάξει, τώρα δεν κινδυνεύουμε απ΄ τους Τούρκους, τη γλιτώσαμε.
ΘΥΜΑΜΑΙ και τις "επιχορηγήσεις" για την Παιδεία. Τις καταλήψεις των παιδιών και τον Τεμπονέρα.
ΘΥΜΑΜΑΙ όταν τα πτυχία μας έχασαν την αξία τους. "Ελλάδα σερβιτόρα" μετά από 15 χρόνια στα θρανία, πάνω στην πιο δυνατή και δημιουργική περίοδο του ανθρώπου. Παιδί, έφηβος, νέος. Για τα σκουπίδια το χαρτί. 3 με 5 ευρώ την ώρα. Κι ο νέος γερασμένος.
ΘΥΜΑΜΑΙ την είσοδο του "στρες" στη ζωή του από πάντα "φιλοσοφημένου" λαού, κι άπειρες "εκπομπές ενημέρωσης" με "επιστημονικές μελέτες και πορίσματα" για το άγχος, και πώς θα το αντιμετωπίσουμε.
ΘΥΜΑΜΑΙ και τις "επιχορηγήσεις" για την Υγεία.
ΘΥΜΑΜΑΙ το μπούκωμα με χάπια. Χάπια για την πίεση, χάπια για την καρδιά, χάπια για το σώμα και την ψυχή, χάπια για τον ύπνο. Χωρίς χάπια δε γίνεται. Τι, χωρίς φακελάκι;; που πας; ΣΤΟ ΡΑΝΤΣΟ!! Πονάει χέρι, κόψει χέρι. Βρώμα και δυσωδία.
ΘΥΜΑΜΑΙ τα πρώτα "δάνεια". Στην αρχή για τη δουλειά σου. Για το σπίτι σου. Με τον καιρό, δάνειο για τις διακοπές σου, για τα ψώνια σου, για ψύλλου πήδημα. Πάρε να ' χεις. "Χαρίζουμε". Κι άμα πάρεις κι άλλα, έχεις και bonus και δώρα, κι ό,τι τραβάει η ψυχή σου.
Κι ύστερα η "Ελλάδα της λιτότητας".
Και να οι πλειστηριασμοί, και να τα ξεπουλήματα. "Beautiful View - For Sale".
Κι ύστερα κι άλλες ξεβράκωτες. Ελληνίδες τώρα, στα χνάρια των ξένων. Σεξ, πολύ σεξ. Και πολλά σήριαλ με μπάτσους. Αμερικάνους μπάτσους. Και shows φανταχτερά. Αλά Αμερικάνα... Α, να και τα ριάλιτυ (reality= αλήθεια - αυτή όμως είναι άλλη, πολύ μεγάλη κουβέντα)
ΘΥΜΑΜΑΙ το μάζεμα "των τρομοκρατών" ενόψει Ολυμπιάδας. Θρίαμβος. Δεν έχουμε τίποτα να φοβόμαστε. Τα λαμπρά μυαλά τους τα στουμπώσανε ψυχοφάρμακα και τα χώσανε στο μπουντρούμι. Θα βάλουμε και "κάμερες παρακολούθησης", να είμαστε τελείως "προστατευμένοι από τους τρομοκράτες". Κι όλα καλά. Μπορείτε να κοιμάστε ήσυχοι. Θα περνάει κι ένα μπαλόνι πάνω απ' τα κεφάλια σας που θα καταγράφει τα πάντα, μη φοβάστε τίποτα. Και πολλοί μπάτσοι. Πολλές ομάδες. Έχουν και όπλα!
(οι λεγόμενοι "τρομοκράτες" καθόλου δε με τρομοκρατούσαν όλα αυτά τα χρόνια, που δρούσαν παρά τη γενική καθούρα και απάθεια, μάλλον με προβλημάτιζαν και με ξυπνούσαν με τα λαμπρά μυαλά τους και τα ιδανικά τους, που φαίνονταν κάτι άπιαστο μέσα στο πλήθος των προβάτων που δούλευε, ψώνιζε και πλήρωνε φόρους σα να μην τρέχει τίποτα)
Κι άλλα "έργα ανάπτυξης" ...κι άλλες ξεβράκωτες... κι άλλο σεξ.. Πολύ κρέας και πολύ σεξ.
Άπειρες τηλεοπτικές ώρες με τις χειρότερες "ποιότητες" που μπορεί να περιέχει το ανθρώπινο είδος. "Μας βγάλαν στο κλαρί".
Κι άλλη καταστροφή του τόπου. Να τα απόβλητα και οι χωματερές, να οι τόνοι σκουπιδιών, να τα νεκρά ψάρια, να τα μολυσμένα νερά, να τα μεταλλαγμένα τρόφιμα, να κι οι "αγρότες" που πετάνε τα φαρμακωμένα τους στους δρόμους..
Κι ύστερα η Ολυμπιάδα με τους "εθελοντές". Ο μισός κόσμος "εθελοντές" χαμογελαστοί κι ο μισός μπροστά στην οθόνη.
Κάποιοι λίγοι μ' ανοιχτό το στόμα..
ΘΥΜΑΜΑΙ την "μερική απασχόληση" μετά τον "εθελοντισμό". Αφού είδαμε ότι μπορείς και τσάμπα, γιατί θες να πληρώνεσαι; Μείωση λοιπόν.
Κι ύστερα κι άλλα "σκάνδαλα", μα βρε παιδί μου, ακόμα και οι "Πατέρες της Εκκλησίας";; Ε, πως.... Λείπει ο Μάρτης απ' τη Σαρακοστή; "Τρέξε μετά τη τσόντα και το hamburger ν' ανάψεις ένα κεράκι, ο Θεός να μας έχει καλά, τίποτα δε μας λείπει.."
Κι ύστερα αναμπουμπούλες. Ξεσηκωμοί. "Κλέφτες, Ελλάδα η χώρα της διαφθοράς".
"Στη φόρα όλα τα άπλυτα", το τάδε κόμμα είναι διεφθαρμένο, το άλλο κόμμα είναι κι αυτό διεφθαρμένο, και πού να σου πω και για τους άλλους, που το παίζουνε προοδευτικοί, ή κομμουνιστές, ή οικολόγοι.... Άπειρα "αποκλειστικά" από κάποιους "δημοσιογράφους", που κανείς δεν ξέρει τελικά από πού πληρώνονται και ποιος τους προστατεύει, και πώς στέκουν ζωντανοί και δεν τους έχουνε φάει λάχανο με τις φωτιές που ανάβουνε, όπως τρώνε λάχανο τον απλό κοσμάκη που σηκώνεται κάποτε να πει μια κουβέντα, και χαμπάρι δεν παίρνεις... Μην τυχόν και πληρώνονται από πιο μακριά απ' όσο νομίζαμε;;
Γιατί, αν έχεις λίγο ενοχληθεί ή έχεις θυμώσει μέχρι τώρα με όλα αυτά, πρέπει να υπάρχει και η "αντίθετη άποψη", γιατί αλλιώς ΜΕ ΠΟΙΟΝ ΘΑ ΤΑΥΤΙΣΤΕΙΣ;;; Ποιός θα "αντιπροσωπεύσει" το θυμό και την αγανάκτηση και το ξέσπασμά σου στο γυαλί;; ΣΤΟ ΓΥΑΛΙ!!
Κι άλλες ξεβράκωτες, πολλές, όλες είναι ξεβράκωτες...Μια απέραντη τσόντα, μιλάει μια γλώσσα που δεν καταλαβαίνω, δε μπορεί να είναι η γλώσσα μου αυτή...Σα να ξεπουλήσαμε και την ψυχή μας στο διάολο, κι αποφασίσαμε να μη ξαναμιλήσουμε γι αυτό...
Κάποιους λίγους Ανθρώπους που βγαίνουν στο γυαλί να μιλήσουν και να προειδοποιήσουν, τους εμφανίζουν μετά τις 1 τη νύχτα, όταν κοιμάσαι ναρκωμένος του καλού καιρού..
ΘΥΜΑΜΑΙ τον Δεκέμβρη του ΄08 που κάποια παιδιά αποφάσισαν να σπάσουν το γυαλί. Μια ανάσα ότι κάτι κινείται, κάτι γίνεται, δεν έχουν καταφέρει ακόμα να μας κοιμίσουν..
Να κι "άρση του ασύλου". 'Όπου και να πας θα σε βρω και θα σε τσακίσω.
ΘΥΜΑΜΑΙ δακρυγόνα και όπλα, και κεφάλια να τσακίζονται και να αιμορραγούν στην άσφαλτο των "Έργων Ανάπτυξης". Έτσι όπως το κάνουν και στην Αμερική. Όπως το κάνουν πια παντού..
ΘΥΜΑΜΑΙ και τον Κολοκοτρώνη και τους άντρες της Ελληνικής Επανάστασης, που σκοτωθήκανε να πάρουνε πίσω τα χώματά σου, να καταντάνε διαφήμιση κινητής τηλεφωνίας. Και να μη μιλάει κανείς. Πάει κι η μνήμη. Περσινά ξινά σταφύλια.
Κι ύστερα "Κρίση Οικονομική" ή αλλιώς "κραχ". Τα φάγανε όλα τα λεφτά από τις "επιχορηγήσεις". Δεν υπάρχει φράγκο.
Πάει κι η δουλειά σου. Πάει κι η σύνταξη. Πάει κι ο μισθός.
Κι ύστερα τσόντα.
"Πουλήστε κάνα νησί να ξεχρεώσετε".
Πάει το "κράτος-μέλος". "Κράτος υπό κατοχή".
Κι ύστερα τσόντα.
Κι ύστερα "πιάσαμε τους τρομοκράτες". Πάλι την πιο τέλεια στιγμή.
Κι άλλες κάμερες.
Κι ύστερα το Δ.Ν.Τ. "Διεθνές Νομισματικό Ταμείο". "Δυστυχώς επτωχεύσαμε". "Μας βγάλαν στο σφυρί".
Τι είναι αυτό το ποσό;; Πόσα δισεκατομμύρια;;; Δεν το χωράει το κεφάλι μου ούτε σαν ιδέα.. Τι, αυτά ήταν οι "επιχορηγήσεις";;
Κι ύστερα τσόντα.
Κι ύστερα πάνε και τα παιδιά και τα εγγόνια σου. Θα χρωστάνε μέχρι να πεθάνουνε.
Κι άλλη τσόντα στο καπάκι. Για να μην ξεχνιόμαστε τώρα που μπήκες επιτέλους στη ροή. Όλη η ξεβρακωσιά και η ξετσιπωσιά σε όλο τους το μεγαλείο. Να τους βλέπεις να τρελαίνεσαι.
Όλη μέρα τσόντα, και το βράδυ ΔΝΤ. Μέχρι να μη σου κάνει καμιά εντύπωση, να το θεωρήσεις ΚΑΙ αυτό "φυσιολογικό".
Είναι κι αυτό ένα βήμα από τα πολλά, ανάμεσα στα προηγούμενα και στα επόμενα. Και χρησιμοποιήθηκε κάθε μέσο που ήταν δυνατό να χρησιμοποιηθεί. Εκφυλίστηκε από παντού η ανθρώπινη ύπαρξη, να μη μπορεί να το κουνήσει ρούπι.
Να πιστέψεις μέχρι τα βάθη της ψυχής σου ότι ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΚΑΝΕΙΣ ΤΙΠΟΤΑ.
Το επόμενο βήμα είναι ο εμφύλιος. Κι έτσι θα κλείσει πανηγυρικά όλη η προσεγμένα μελετημένη δουλειά που κάνανε τόσα χρόνια.
Όσα χρόνια ΘΥΜΑΜΑΙ.
Γιατί μετά τη διαφθορά και την "κρίση", έρχεται η πείνα και η εξαθλίωση και η οργή. Μετά το ξεπούλημα ακόμα και της βράκας σου, στους ξένους, που έχουν και "πληρώνουν ρευστό", έρχεται η "επανάσταση". Και μετά έρχονται οι "ειρηνευτικές δυνάμεις" (όπως στο Ιράκ,στα Βαλκάνια, ξέρεις..) για να "βάλουν τα πράγματα στη θέση τους".
Ξέχνα τα σύνορα που ήξερες. Αυτά αλλάζουν συνεχώς. Ποιά Ελλάδα;; Όχι, τώρα είναι υποκατάστημα της Ουάσιγκτον, και να δεις κάτι κοιτάσματα πετρελαίου στο Αιγαίο, να τρίβεις τα μάτια σου..
Έλα μωρέ, θα βρεις άλλο μέρος. Παντού στον κόσμο έχει κρέας και κώλους και βυζιά, δε θα σου φανεί η διαφορά.
Και μετά έρχονται να "ανοικοδομήσουν" το κατεστραμμένο τοπίο οι "Εταιρίες", που φέρνουν μαζί και το "δυναμικό" τους.


ΘΥΜΑΜΑΙ τη γιαγιά μου να ανοίγει την πόρτα του σπιτιού στο χωριό, να μπαίνει ο περαστικός να τρώει και να πίνει. Κι η γιαγιά το ίδιο βράδυ μπορεί να την έβγαζε με σκέτο παξιμάδι.

ΘΥΜΑΜΑΙ το μοίρασμα και τις ανταλλαγές. -Σού φερα λίγο λάδι -πάρε λίγα αυγά, σήμερα μου τα κάνανε οι κοτούλες μου, είναι φρέσκα να δώσεις στα παιδιά..
ΘΥΜΑΜΑΙ το ψωμί και την ελιά.
ΘΥΜΑΜΑΙ ανοιχτές καρδιές και αγκαλιές. Γέλια αληθινά και κλάμα αληθινό. Αλήθεια.
ΘΥΜΑΜΑΙ καυγάδες σώμα με σώμα, κι ύστερα "φιλιώναμε". Δεν έμενε ο θυμός.
ΘΥΜΑΜΑΙ τη μυρωδιά του φρέσκου χώματος, του πράσινου σαπουνιού και του ανθού της πορτοκαλιάς..
ΘΥΜΑΜΑΙ τον Άνθρωπο. Στητό κι αγέρωχο, περήφανο, αξιοπρεπή. Δυνατό σαν ψηλό Βουνό. Με Λόγο και Πράξη. Έλληνα.


ΘΥΜΑΜΑΙ.
Δεν ξέρω αν είναι τύχη ή κατάρα.
Έζησα αυτό τον ευλογημένο τόπο, τον τόσο πλούσιο και εύφορο, με την αφθονία αγαθών και με τις ομορφιές του, με το σκαμμένο πρόσωπο από τον ήλιο και τον κάματο, με τους ρόζους στα χέρια και το βαθύ του βλέμμα- αυτό το βλέμμα που ξέρεις ότι δε σηκώνει μύγα στο σπαθί του, που δίνει και τη ζωή του την ίδια για τα ιδανικά του, για την αγάπη του, για τον τόπο του..
Ίσως αν δεν είχα προλάβει να τον δω έτσι, δε θα πονούσα τόσο πολύ τώρα που τον πουλάνε.

Πωλείται η Ελλάδα!
Πωλείται ο τόπος μου!!
Πωλείται η μνήμη και τη Ζωή μου.
Χωρίς να έχω κανένα λόγο;;
κανένα δικαίωμα επιλογής;;
http://youtu.be/SRVdiuXaNts


απέναντι...

Κάθε πρωί ανοίγω τα παράθυρα, να έρχεσαι πάλι

Θέλησα έναν ανεμόμυλο
Να ανεμίζω τα παιδικά μας Όνειρα
Γύρισα όλο το νησί
Για να σταθώ για μια στιγμή
Απέναντί Σου μόνο
Ένα ολόκληρο καλοκαίρι να σε κοιτάω στα μάτια
Σαν να είσαι η μόνη αλήθεια
Σαν να είμαι το μόνο ψέμα
Φώναξα κι όλους τους φίλους μας
Σαν να είναι ότι απέμεινε
Αυτοί
Και το ηλιοβασίλεμα
Εσύ
Κι ο κόσμος όλος.

Δευτέρα, 23 Ιουλίου 2012

ο γλάρος..

Έκανα τη μοναξιά μου
παραθύρι στα όνειρα μου
κι ήρθε κι έκατσε ένας γλάρος
και μου μίλησε με θάρρος.
Μου ‘πε: κοίτα πως πετάω
κι από τα ψηλά κοιτάω
έτσι είδα τα όνειρά σου
κι είμαι τώρα εδώ μπροστά σου.
Μου ‘πε κι άλλα - μου ‘πε κι άλλα
ώσπου άρχισε ψιχάλα...
έλα, μου ‘πε, πάμε τώρα
δε φοβόμαστε τη μπόρα...

Θα πετάξουμε παντού

έχω θύελλα στο νου
αστραπή μες στην καρδιά μου
ουρανό τα όνειρά μου.

Έκανα τη μοναξιά μου

παραμύθι στα όνειρά μου
κι ήρθε κι έκατσε ένας γλάρος

και μου μίλησε με θάρρος.

ΑΝΤΕΧΟΥΜΕ!




Μοναξιά δεν σημαίνει απαραίτητα
κλείσιμο στον εαυτό κι αποστασιοποίηση
από αυτά που συμβαίνουν γύρω μας.
Υπάρχει και η βαθύτατη υπαρξιακή μοναξιά
που νιώθουν ανά τους αιώνες οι πολύ ευαίσθητα
σκεπτόμενοι άνθρωποι.
Αυτοί που αγαπούν να δίνονται
και που αφήνουν πίσω τους έργο ψυχής!
Φυσικά δεν έχει σχέση με την απώλεια
ή την απουσία αξιών. Όσο πιο καθαρά βλέπεις
με τα μάτια της ψυχής πάντα, τόσο πιο μόνος μένεις.
Μοναξιά νιώθουν οι απλοί άνθρωποι που στηρίζουν
ταπεινά τα βαθύτερα θέλω τους κι αυτά τα θέλω
δεν μιλάνε την τρέχουσα γλώσσα του χρήματος
της διαφθοράς, του δήθεν, της αδικίας, και του παραλογισμού
που όλοι λίγο ή πολύ βρίσκουμε καθημερινά μπροστά μας.
Μοναξιά νιώθεις όταν στέκεσαι απέναντι στην ύπαρξη
του θανάτου, στα λόγια που δεν γίνονται ποτέ πράξεις,
στην αχαριστία στην αδικία στην οξεία βλακεία των ημερών.
Όσο πιο ανθρώπινα πικραμένος νιώθεις, τόσο πιο υπαρξιακά μόνος
μένεις. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχεις φίλους ή ότι στερείσαι
της αγάπης ή ότι σου λείπει κάτι . Αντιθέτως σου περισσεύει
πολύ ψυχή και συναίσθημα θα έλεγα..
Κάποια στιγμή λοιπόν ξυπνάς με όλη τη σημασία της λέξης,
κι ανακαλύπτεις ότι απλά δεν μπορείς άλλο
να κοροϊδεύεις τον εαυτό σου και ότι
οι σιωπές σου είναι και οι ανάσες σου.
Συμβαίνει απλά παιδιά όπως όλα τα ωραία και πολύτιμα
σ' αυτό τον κόσμο. Εξαρτάται από την σκέψη μας.
Πριν να γίνει όμως πράξη όπως είπε ο Παύλος Σιδηρόπουλος
ας νιώσουμε τι είναι αυτή η σκέψη.. Υπηρέτης ή αφεντικό μας;
αγνωστος/η











Στην φτώχεια μας την αυλή
κάποια πίκρα μας τυλίγει
πάντα υπάρχει καρδιοχτύπι
και το δάκρυ δε μας λείπει

Στην φτώχεια μας την αυλή
η χαρά μας είναι λίγη
αλλά μάθαμε όταν κλαίμε
Δόξα το Θεό να λέμε .....
Δόξα το Θεό να λέμε .....

Στην φτώχεια μας την αυλή
βγήκε ένα λιγνό δενδράκι
Δε μας νοιάζει το καημένο
έτσι που 'ναι μαραμένο

Στη φτωχειά την αυλή
θα 'ρθει το καλοκαιράκι
το δεντράκι μας θ' ανθίσει
κι η ζωή θα ξαναρχίσει ....
κι η ζωή θα ξαναρχίσει ....

"ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ"
Α Ν Τ Ι Σ Τ Α Θ Ε Ι Τ Ε !

Αυθαίρετες συναρμογές

Αυθαίρετες συναρμογές

Μόνο για σένα
Θα γράφω στίχους
Με μολυβια λυπημένα
Σε λευκά χαρτιά απουσίας
Κανείς δεν θα αντιληφθεί
Ότι οι λέξεις μου είναι δραπέτες
Που απέδρασαν από τη φυλακή τους
Για την αβέβαιη πιθανότητα
Μιας τυχαάις συνάντησης
Σε χρόνο άχρονο
Σ' ένα σκονισμένο ράφι παλιού βιβλιοπωλείου
Δίπλα σε άδειες σελίδες σιωπηλών εραστών
Κάτω από τα βλέφαρα νεκρών στιγμών
Όταν όλα
Θα έχουν πια ξεχαστεί.

Γεωργία Κολοβελώνη


"....Ας ρίξει λίγο φως
Μήπως στεγνώσει έστω μια σταγόνα
Απ' τον ωκεανό των λέξεων
Που στάζουν στο περβάζι μου
Σε ασύμμετρη ρυθμική εναλλαγή
Αυταπάτες και όνειρα
Κι η μπλε σου ομπρέλα χαλασμένη
Κείτεται στον πάτο της ντουλάπας
Κι εγώ εκτεθειμένη
Στις αντιφάσεις του καιρού...."http://odosoutopias.blogspot.com/2012/07/61-51.html?spref=fb

Κυριακή, 22 Ιουλίου 2012

Βασίλης Χαμηλοθώρης...









Θάλασσα πάρε τον πόνο μου πάρ' τον κι άφησέ με μόνο μου Πνίξε τα όνειρά μου τα πικρά κάθε καϋμο παλιό και συμφορά μέσ΄στα αρμυρά σου τα νερά Θέλω τα λάθη μου κι όλα τα πάθη μου να τα πετάξω στον γυαλό και τη χαρά να ξαναβρώ Θάλασσα πάρε τη λύπη μου γλύκανε το καρδιοχτύπι μου Πνίξε μέσ' στον γαλάξιο σου βυθό κάθε σαράκι, κάθε στεναγμό απ' της ζωής τον μαρασμό Θέλω τα λάθη μου κι όλα τα πάθη μου να τα πετάξω στον γυαλό και τη χαρά να ξαναβρώ


ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΕΜΑΣ...που τον αγαπήσαμε....

Σάββατο, 21 Ιουλίου 2012

Το καλοκαίρι είναι δικό σου..δικό μου...ΔΙΚΟ ΜΑΣ

"17 Ιουλίου

Αυτά που ελπίσαμε μας ανήκουν
ο ήλιος
η θάλασσα
η φύση
Αυτά που μας ανήκουν



θα τα παλέψουμε
Το καλοκαίρι είναι δικό μας



τους χαρίζουμε την αλμύρα του ήλιου
Θα περπατήσουμε μόνοι



είμαστε λεύτεροι….."


στους ταξιδευτές της καρδιάς ΜΑΣ...

Δημοσιεύτηκε στις 29 Ιούν 2012 από
"Το ταξίδι και η εξομολόγηση
(κι η δημιουργία που είναι η ανώτερη και η πιστότερη μορφή της εξομολόγησης)στάθηκαν οι δύο μεγαλύτερες χαρές της ζωής μου.

Να γυρίζεις τη γης και να βλέπεις
-να βλέπεις και να μη χορταίνεις-
καινούρια χρώματα και θάλασσες
κι ανθρώπους κι ιδέες,
και να τα βλέπεις όλα σα για πρώτη φορά,
και να τα βλέπεις όλα σα για τελευταία φορά,
με μακρόσερτη ματιά,
κι έπειτα να σφαλνάς τα βλέφαρα και να νοιώθεις τα πλούτη να κατασταλάζουν μέσα σου ήσυχα,
τρικυμιστά,
όπως θέλουν,
ωσότου να τα περάσει από την ψιλή κρησάρα του ο καιρός,
να κατασταλάξει το ξαθέρι
απ'όλες τις χαρές και τις πίκρες σου
-τούτη η αλχημεία της καρδιάς,είναι θαρρώ,
μια μεγάλη αντάξια του ανθρώπου ηδονή-
...................................................................
Το καλύτερό μου θα ήταν οκτώ μήνες ταξίδι
και τέσσερις μήνες μοναξιά."

~Νίκος Καζαντζάκης~

Απόσπασμα από τον πρόλογο του βιβλίου του Ν.Καζαντζάκη 'Ταξιδεύοντας στην Ισπανία'


"Πέρα από το νου,στον ιερό γκρεμό της καρδιάς ακροποδίζω τρέμοντας.
Το ένα μου πόδι αδράχνεται από το σίγουρο χώμα,το άλλο ψάχνει στα σκοτεινά πάνω από την άβυσσο.Δε ζυγιάζω,δε μετρώ,δε βολεύομαι!
Ακολουθώ το βαθύ μου χτυποκάρδι.
Που πάμε;Μη ρωτάς!Ανέβαινε,κατέβαινε.Δεν υπάρχει αρχή,δεν υπάρχει τέλος.
Υπάρχει η τωρινή τούτη στιγμή,γιομάτη πίκρα,γιομάτη γλύκα,και τη χαίρουμαι όλη.
Ένα καράβι είναι το σώμα μας και πλέει πάνω σε βαθιογάλαζα νερά.."
~Νίκος Καζαντζάκης~

Ξεροί καημοί και νερό θαλασσινό
το σώμα σου κόλλησε στο σώμα μου
με τον πανσέληνο πόνο του χειμώνα.
Ακούς νερά που χύνονται στα μέσα των ποδιών σου;

Ανάμεσα στα όνειρα σπαράζει η ζωή μας,
ανάμεσα στα όστρακα παφλάζει η καρδιά μας.

Άγιος ο Έρωτας, άγιος καημός
δικός μου και ο Αύγουστος
με τις μεγάλες μνήμες.
λέω μάτια μου κι αστράφτει κεραυνός
θέλω θάλασσα κι ανοίγει ουρανός.

Πάνω από την θάλασσα, στη μεριά του ανέμου
στα μαύρα ντύνεσαι κι ανοίγεις το σκοτάδι
σηκώνεις τα άστρα σε χορό
και το κορμί μου σ' άγριο ποτάμι.

Άγιος ο Έρωτας, άγιος καημός
δικός μου και ο Αύγουστος
με τις μεγάλες μνήμες.
λέω μάτια μου κι αστράφτει κεραυνός
θέλω θάλασσα κι ανοίγει ουρανός.

Θαλασσογραφίες....



Να μας πάρεις μακριά
να μας πας στα πέρα μέρη
φύσα θάλασσα πλατιά
φύσα αγέρι φύσα αγέρι


ΝΑ ΜΟΥ ΔΙΑΒΑΖΕΙΣ ΤΟ ΒΑΘΥ ΓΑΛΑΖΙΟ



"Θα μιλήσω για τους άγιους άγριους
που κάνανε ωτοστόπ στον πρώτο περαστικό άνεμο
που φύγαν καβάλα στο πρώτο ουράνιο τόξο
που δρασκέλισαν τα έσχατα γεφύρια και τα γκρέμισαν μετά
αποφασίζοντας να μην ξανακοιτάξουν τ' από πίσω
που κλείσαν πονηρά το μάτι στον ήλιο
που άπλωσαν τα χέρια να χαϊδέψουν τα χείλη του φεγγαριού
που αρνήθηκαν να σταματήσουν στους πρόποδες των βουνών
που τριπλοφίλησαν το κορμί τους και μετά το μοίρασαν
κάνοντάς το βουταρία στην κοινωνία ολάκερη
που μίλησαν λέξεις, νότες και κραυγές πρωτάκουστες
που τόλμησαν να γευθούν τα χρώματα
να πιούνε απ' το ποτήρι της ζωής άπληστα ό,τι τους ανήκε
δηλαδή το παν
που ξαναλατρέψανε τα λιοβασιλέματα, τους ίδιους
τους εαυτούς τους, τους ανθρώπους
που αγκαλιάσανε την άγια μήτρα της Γης
και ξανάγιναν παιδιά, τραγουδώντας τραγούδια που δεν ήξεραν
παίζοντας παιχνίδια χωρίς κανονισμούς
που έμειναν παιδιά για πάντα, ανακαλύπτοντας ξανά
την χαμένη και θαμμένη βαθιά αθωότητά τους
ξέροντας πως το υποτιθέμενο τέλος
δεν είναι μόνο παρά η αρχή...
θέλω να μιλήσω για όλον τον μαγικό σου ερωτισμό
θέλω να μιλήσω για την αλήτισσα καρδιά σου, Αιώνα."
Από τα beat ποιήματα του Βλάση Ρασσιά (συλλογή "Λούφα και Παραλλαγή. Ποίηση Μπητ από έναν νεαρό περιηγητή των μητροπολιτικών δρόμων", 1981)





Αενάως

O εν - τόπος στένεψε πολύ, όλα στένεψαν πολύ.
Που να χωρέσουν τόσα παλιά όνειρα τώρα;

Παλιά χωρούσαν, όλα ήταν μικρά, τα σπίτια μας, οι δρόμοι μας, τα ρούχα μας, οι τσέπες μας, τα βιβλία μας, οι αυλές μας, οι φίλοι μας, οι εκδρομές μας ήταν μικρές.
Όλα γέμιζαν εύκολα, επειδή ήταν μικρά. Έτσι μεγάλωνε η καρδιά.

Κοιτάζω έξω τους ανθρώπους με πρόσωπα, αποκαμωμένα ερείπια παλιών απλόχερων ψευδαισθήσεων. Η μόνη χειρολαβή που τους έμεινε αυτή του αστικού λεωφορείου. Κι αυτή, όποιος προλάβει. Ίσως γι’ αυτό στριμώχνονται τόσοι πολλοί, ο ένας πάνω στον άλλον, αλληλέγγυοι στον ιδρώτα της αγωνίας.
Κάποιοι λογαριάζουν σε πόσες δόσεις θα μας ξεπουλήσουν, ευρωουρλιαχτά βουίζουν πάνω απ’ τα κεφάλια μας, από το στόμα τους βγαίνουν πύρινες φλόγες.
Oι λέξεις που αγαπήσαμε δεν ζούνε πια.
Χρονικό προαναγγελθέντος θανάτου. Αυτό το μαύρο καλοκαίρι της καταχνιάς πόση αναμονή θα αντέξει; Μας απέμεινε λίγη αντοχή ακόμα, να κουβεντιάζουμε που και που. Άλλοτε για τις δόσεις και άλλοτε για το τέλος. Έτσι μπορούμε να συζητάμε ακόμα.

Κοίτα αυτός ο άντρας, που πάει καταμεσήμερο, μ’ αυτή την κόκκινη ομπρέλα; Να προλάβει τι; Ίσως τη δόση.

Μα εμείς έχουμε χρέος να ζήσουμε ως τότε.
Να αφήσουμε ένα ίχνος πάνω στην άμμο, να σφυρίξουμε μ’ ένα κοχύλι, να ερωτευτούμε ένα αστέρι.
Ως τότε ας σκαρφαλώνουμε στα βουνά της ουτοπίας, ας γινόμαστε δελφίνια σε αιγαιοπελαγίτικα γαλάζια νερά

Ίσως γεννηθήκαμε σε λάθος χώρα, σε λάθος χρόνο, από λάθος. Ίσως δεν επιλέξαμε σωστά , ίσως δεν γνωρίζαμε, ίσως ακόμα να μη γνωρίζουμε. Ίσως να πουθενά να μην υπάρχει. Ίσως να γεννηθήκαμε στην πιο όμορφη χώρα, στην πιο ενδιαφέρουσα εποχή. Ίσως να μη βλέπουμε καλά.

Δεν εξηγείται αλλιώς.
Τόσοι πνιγμοί, με τόση θάλασσα;
Τόσο γκρίζο, σε τόσο γαλανό ουρανό;
Τόσος βάλτος, με τόσα ποτάμια;
Τόση ακινησία , με τόσες βουνοκορφές;
Τόση αμάθεια, με τόση ιστορία;
Τόσο ψέμα , με τόσο φως;

Δεν μετάνιωσα για τίποτα στη ζωή μου. Πάλι τα ίδια θα έκανα . Όλα τα λάθη μου.
Εκτός από ένα .
Δέντρο δεν θα ξαναγεννιούμουνα ποτέ. Ακίνητος, να φωλιάζουν πάνω μου τόσα ζωύφια.
Πουλί. Αετός θα ήθελα. Να κουτσουλάω τα λογιστικά κεφάλια.

Αν ο πλάστης μου ζητούσε δεύτερη επιλογή, ποτάμι θα έλεγα, να συναντώ τη θάλασσα. Αενάως.


Τετάρτη, 11 Ιουλίου 2012

τα"σαγονια του καρχαρια"....:)



Καλοκαίρι 1976

Ήταν μόλις ένα μήνα μεγαλύτερη, η μπαλαρίνα ξαδέρφη μου. Έκανε μπαλέτο ολημερίς και διάβαζε ολονυχτίς. Το αγαπημένο της σπορ ήταν να τρομάζει εμένα. Τον εξάδελφό της. Ιστορίες με δράκους και φαντάσματα, ιστορίες που μεγέθυναν τον φόβο της ενηλικίωσης. Άλλες φορές ερχόταν κρυφά από πίσω και μου έκλεινε τα μάτια. Πόση φρεσκάδα και ιδρώτα μπαλαρίνας μύριζαν τα χέρια της. Ήταν αδύνατο να μην την αναγνωρίσω. Σ’ αυτή εξ’ άλλου όφειλα το υπερατλαντικό καλοκαίρι μου.
Είχε το όνομα της γιαγιάς, εγώ του παππού. Είχε το πάνω χέρι και τον σπινθήρα της πανέξυπνης, ευλύγιστης στο νου και στο σώμα, λίγο πιο ψηλή από μένα, στα δεκάξι μας. Έπαιρνε τη θάλασσα και την άδειαζε πάνω μου, έπαιρνε την παιδική μου αθωότητα και την πονήρευε. Είδες πως σε κοιτάει , η Μπέττυ; Μου είπε ότι είναι ερωτευμένη μαζί σου- ψέματα- θα της ξεκουμπώσω με τρόπο το κουμπάκι απ’ το πουκαμισάκι της, έλα να δεις το βυζάκι της. Της το ξεπλήρωνα με μπουγελώματα, δεν είχα την ευστροφία και την άνεση στα λόγια Ήταν και η γλώσσα, καταλάβαινε τα ελληνικά μου, αλλά μου μιλούσε Αγγλικά.
Εκείνη τη μέρα το παράκανε με τις ιστορίες τρόμου, είχε μια καταπληκτική άνεση να κάνει τα φαντάσματα να κάθονται στην διπλανή καρέκλα, τους κλέφτες να έρχονται με μάσκες και πιστόλια στον ύπνο σου, τα σαγόνια του καρχαρία να σε καταβροχθίζουν στη κοιλιά του κήτους, ο King Kong να σε περιφέρει μες την παλάμη του πάνω απ’ τις συνοικίες της Νέας Υόρκης, ο Τζακ ο μαχαιροβγάλτης να ξεκληρίζει ολόκληρη τη γειτονιά, παράξενα έντομα να σου επιτίθενται στον κήπο, για ρουφήχτες στην χαμένη Ατλαντίδα, για κυνηγητά συμμοριών της μαφίας, για τα διπλανά σπίτια που δεν άφησαν ούτε ένα να μην το ληστέψουν, για δεμένα χέρια, στόματα, πόδια μπροστά στην αναμμένη τηλεόραση, για κομμένα κεφάλια σε γωνιές της Βοστώνης, για εξωγήινους που που προσγειώθηκαν μια νύχτα στην αυλή, για τα βιβλία του Στήβεν Κινκ, για την εναλλακτική λύση τρία και για επαφές τρίτου τύπου.
Η ξαδέλφη μου, είχε τον τρόπο, ήθελε να γίνει συγγραφέας ιστοριών τρόμου. Τελικά είναι η στρίγκλα που έγινε αρνάκι. Μια συνηθισμένη πλούσια αμερικανίδα. Έκοψα εδώ και χρόνια επαφή μαζί της. Ζει μες τη χλιδή, με τον εκατομμυριούχο σύζυγό της.
Αλλά την αγαπάω ακόμα, όπως και εκείνη εμένα. Αλλάζουμε μια κάρτα τα Χριστούγεννα και μία το Πάσχα.
Ήταν το πιο εφιαλτικό βράδυ στην ζωή μου.
Ο Θείος με τη θεία θα πήγαιναν σ’ ένα πάρτυ πάνω σε πλοίο. Η εξαδέλφη θα πήγαινε κι αυτή με τον Nick, τον φίλο της, σε κάποιο club.
Έμεινα σπίτι με τις δυό μικρότερες ξαδέλφες που έτρωγαν chips και έβλεπαν τηλεόραση. Και με τον mex, το μικρό κανίς να κουνάει την ουρά και να κάνει βόλτες πάνω στην τυρκουάζ μοκέτα του καθιστικού.
Εγώ είχα πάρει αγκαλιά το παράθυρο και περίμενα τους ληστές. Είχα μια προαίσθηση ότι όλα θα συμβούν απόψε. Φρόντισε η αγαπημένη εξαδέλφη γι’ αυτό. Όταν φάνηκαν οι ''ληστές'', μακριά ακούγονταν σειρήνες και περιπολικά. Τα σπίτια στην περιοχή απέχουν τουλάχιστον μισό μίλι το ένα από το άλλο. Τότε κατάπιε την μοναδική μύγα που υπήρχε στο χώρο ο mex, τη ίδια στιγμή άρχισαν και οι τσιρίδες της Joannas ότι θα πεθάνει τώρα ο mex. Του άνοιγε το στόμα να την ψάξει. Η μύγα μάλλον είχε πάει στην κοιλιά του.
Μια μεγάλη μαύρη Plymoyth έκανε βόλτες μπροστά στη βίλλα, απέναντι η θάλασσα φαινόταν σκοτεινή. Την παρακολουθούσα από ώρα πριν σταματήσει. Οι ληστές ήταν έτοιμοι να χτυπήσουν. Άμπωτης και παλίρροια η θάλασσα, τρικυμία στην καρδιά μου.
Η εξαδέλφη με είχε συμβουλέψει. Αν διαπιστώσεις κάτι ύποπτο το βράδυ, που θα είσαι μόνος σου με τις μικρές, θα ανέβεις στο δωμάτιο των γονιών μου και θα κλειδωθείτε στο μπάνιο, εκεί είστε σίγουρα ασφαλείς, η πόρτα είναι αλεξίσφαιρη και απαραβίαστη.
Αυτό έκανα. Πήρα αμέσως τηλέφωνο στον θείο. Με καθησύχασε. Είναι όμορφη η βραδιά και το τοπίο και έρχονται πολλοί τη νύχτα να τα απολαύσουν Αν συμβεί κάτι πάρε με τηλέφωνο, να πάρω την αστυνομία.
Η Joanna έκλαιγε, έχοντας στην αγκαλιά τον mex, η Christine διάβαζε ατάραχη το παραμύθι της και ήθελε να κατέβει να δει τη συνέχεια στην τηλεόραση, εγώ είχα αλλάξει εκατό χρώματα και άκουγα παντού θορύβους. Οι ληστές ήταν μες το σπίτι τώρα. Πρόεδρος της Αμερικής ο φιστικάς Τζίμυ Κάρτερ.
Όταν κοντά στο πρωί γύρισαν ο θείος και η θεία, χτυπούσαν δυνατά την πόρτα του μπάνιου. Να ανοίξουμε. Είχαμε αποκοιμηθεί στο πάτωμα και οι τέσσερις.
Την άλλη μέρα η εξαδέλφη μου μίλαγε για νότες στο πιάνο. Μου έμαθε τα βασικά . Ντο ρε μι φα σο λα σι. Το χολιγουντιανό σπίτι ήταν εκεί.
Ήταν ο φόβος της ενηλικίωσης και τα σαγόνια του καρχαρία η δεύτερη ταινία του Στίβεν Σπίλμπεργκ.
Εκείνο το καλοκαίρι οι Αμερικανοί έκαναν ουρές στις κινηματογραφικές αίθουσες.
Τρεις μέρες νωρίτερα ήταν που το είχα δει, μαζί με την εξαδέλφη. Καλοκαίρι 1976.
Πολύ αργότερα ασχολήθηκα με τους καρχαρίες της ξηράς.



Pablo Neruda

Για ν' ακούς μόνο εμένα
τρυφερεύουν ώρες ώρες
τα λόγια μου
και γίνονται σαν τις πατημασιές των γλάρων
στην άμμο του γιαλού...



Είναι θύελλες ζαλωμένο το πρωινό
μες στο κατακαλόκαιρο.
Σαν άσπρα μαντηλάκια αποχαιρετισμών
σαλπάρουν τα σύννεφα,
και, εκεί, τ' αρπάζει ο άνεμος
και τα σηκώνει με τα χέρια του τα ταξιδιάρικα.
Αρίφνητη η καρδιά του ανέμου
που χτυπάει μες στην ερωτοδέσμια σιωπή μας.
..


Ω πευκώνα μου, εσύ, απέραντε, φλοίσβε των παρόχθιων κυμάτων,
σιγανό πηγαινέλα των φώτων,
της εκκλησιάς καμπάνα κατάμονη,
στάλα εσπερινή που ραντίζεις τα δικά σου τα μάτια,
παναγιά μου, κουκλί μου πεντάμορφο,
της στεριάς αχιβάδα, μάσα σου εσένα τραγουδάει το χώμα!
..

Από τ' αμπέλια του ήλιου
πέφτει μια ρώγα στο σκούρο φουστάνι σου.
Της νύχτας οι πελώριες ρίζες
θρασεύουν απότομα και βγαίνουν από την ψυχή σου,
κι έτσι επιστρέφεις στον έξω κόσμο
ότι είχες μέσα σου κρυμμένο,
κι έρχονται σμάρια εκεί, σμάρια γαλαζωπά,
που εσύ εγέννησες κι εσύ τα τρέφεις.
..

Στη στερνή αναλαμπή του το φως σε τυλίγει...



"Μεταξωτοί άνθρωποι"......





Μεταξωτοί άνθρωποι. Του Γιάννη Τριάντη


Το είχε πει σε μια συνέντευξή του ο αείμνηστος Νίκος Καρούζος: «Μεταξωτοί άνθρωποι». Μιλούσε για κάποιους χωρικούς που είχε συναντήσει στη Λέσβο. Αγράμματοι ήταν, αλλά σοφοί. Και, προπάντων, τρυφεροί με τους άλλους. Απαλοί, χωρίς γωνίες που κόβουν, χωρίς καχυποψία, δίχως έπαρση και επιθετική ειρωνεία που πληγώνει. Μεταξωτοί άνθρωποι ...;

Μου 'μεινε αυτός ο χαρακτηρισμός. Χαράχτηκε μέσα μου. Κι από τότε ένα νέο κριτήριο λειτουργεί στις αξιολογήσεις μου για τους ανθρώπους: η συμπεριφορά και η στάση τους σε «ασήμαντα» πεδία της καθημερινότητας. Αυτά που συνήθως τα προσπερνάμε ή δεν τα παρατηρούμε, γιατί δεν μας απασχόλησαν ποτέ οι εκφάνσεις της «μεταξωτής συμπεριφοράς» ...; Βέβαια οι άνθρωποι δεν συγκροτούν ως χαρακτήρες ένα συμπαγές όλον, αλλά ένα αντιφατικό σύνθεμα, στο οποίο συνυπάρχουν «μεταξωτά» στοιχεία και ακάνθινες απολήξεις. Γι' αυτό και είναι κάπως παρακινδυνευμένα τα άμεσα και οριστικά συμπεράσματα για το «είναι» των ανθρώπων ...;

Παρ' όλα αυτά, προσωπικά, διακινδυνεύω την εξαγωγή συμπερασμάτων παρατηρώντας μικρές «ασήμαντες» κινήσεις στις παρέες, στον εργασιακό χώρο και στο «δάσος» του καθεμέρα, όταν συγχρωτίζομαι με αγνώστους. Και συνήθως δεν πέφτω έξω. Διότι τα γνωρίσματα αυτά αποκαλύπτουν πειστικά τον εσωτερικό κόσμο του άλλου. Τουλάχιστον σε μεγάλο βαθμό ...;

Φερ' ειπείν, «σκλαβώνομαι» από εκείνους που δεν ορμάνε να πιάσουν την καλύτερη θέση στο τραπέζι μιας ταβέρνας. Θεωρώ την κίνηση αυτή απότοκο καταγωγικής ευγένειας και γενναιοδωρίας, η οποία αδιαφορεί για το ιδιωφελές και συμφέρον. Αντίθετα, οι άνθρωποι που σπεύδουν φουριόζοι για μια καλή θέση καταχωρίζονται μέσα μου σαν αρπακτικά. Και -το 'χω παρατηρήσει- έτσι συμπεριφέρονται, σαν αρπακτικά, και σε άλλα ζωτικά και κρίσιμα πεδία... Κάποτε βρέθηκα σ' ένα τραπέζι, στο οποίο κυριαρχούσαν οι «επώνυμοι». Απέναντί μου καθόταν ένας πολύ γνωστός καλλιτέχνης, μεγάλο όνομα, ο οποίος ούτε φλυαρούσε ούτε ακκιζόταν όπως κάποιοι άλλοι στη συντροφιά. Όταν άρχισαν να καταφθάνουν τα πρώτα κοινά πιάτα, ήταν ο μόνος που δεν επέπεσε για να εξασφαλίσει τη μερίδα του, αλλά ρωτούσε τους διπλανούς του και μοίραζε πρώτα στους άλλους και μετά, ό,τι έμενε, κρατούσε για τον εαυτό του. «Μεταξωτός άνθρωπος», σκέφτηκα...

Η μεταξωτή συμπεριφορά δεν παραπέμπει απαραιτήτως -ή κυρίως- στο σαβουάρ βιβρ και στους «καλούς τρόπους» εν γένει. Τέμνεται σε κάποιες περιπτώσεις, αλλά δεν αποτελεί αποτύπωμα διδαχθείσης μεθόδου για το φέρεσθαι.

Εδώ, το «μετάξι» είναι αυτοφυές ή προϊόν δουλεμένου χαρακτήρα. Είναι ο τρόπος που ο άλλος βλέπει τους συνανθρώπους του. Είναι η θέαση του κόσμου χωρίς τα εγωιστικά γυαλιά του προσωπικού ωφελιμισμού. Είναι, ευρύτερα, η υποταγή του ατομικού συμφέροντος στη συλλογικότητα, χωρίς βέβαια η «μεταξωτή συμπεριφορά» να φτάνει σε σημείο υπονόμευσης προσωπικών δικαιωμάτων και δικαίων. Κανένας δεν έχει δικαίωμα να αδικεί τον εαυτό του... Όμως, προσέξτε μια λεπτή απόχρωση: ποτέ ένας «μεταξωτός άνθρωπος» δεν νιώθει κορόιδο, όταν άλλοι τον προσπερνούν -στη σειρά μιας καντίνας ή στην ιεραρχία- χρησιμοποιώντας αθέμιτα μέσα και μεθόδους.

Το «άφες αυτοίς» είναι ριζωμένο μέσα του. Αποτελεί μέρος του αξιακού του κώδικα. Ξέρει τι γίνεται στην «αγορά». Αλλά συνειδητά δεν συμμετέχει στο εξοντωτικό αυτό παιχνίδι. Απέχει χωρίς να κλαυθμηρίζει.

Γιατί, εκτός από μετάξι, τέτοιοι άνθρωποι διαθέτουν και ένα σκληρό κοίτασμα, που τους επιτρέπει να είναι ταυτόχρονα στωικοί και γρανιτένιοι. Ένας από αυτούς έγινε φίλος μου - και το κατάλαβα από την πρώτη στιγμή ότι θα συμβεί αυτό. Πρώτη μέρα στη μονάδα γύρισε από τη σκοπιά και μπήκε στη σειρά για φαγητό. Ήταν τρίτος από το τέλος. Τότε ακούστηκε ο μάγειρας να λέει ότι έμειναν μονάχα δύο μερίδες. Ο Κωστής πλησίαζε, ήταν ένας από τους δύο τυχερούς. Αλλά μόλις άκουσε τον μάγειρα, έφυγε αθόρυβα παραχωρώντας τη θέση του στον επόμενο. Έτσι. Αθόρυβα, αυτοθυσιαστικά, γενναιόδωρα, χωρίς να το κάνει θέμα...

Οι «μεταξωτοί άνθρωποι», λοιπόν. Που μιλούν ελάχιστα για τον εαυτό τους. Που χαίρονται με τις επιτυχίες των άλλων. Που δεν σπεύδουν χαιρέκακα να «κάνουν πλάκα», δήθεν χαριεντιζόμενοι, με εξωτερικά γνωρίσματα που πονάνε τους άλλους... Εκείνοι, που δεν σπερμολογούν διακινώντας φήμες. Εκείνοι που υπερασπίζονται σθεναρά κάποιον απόντα όταν λοιδορείται σε μια παρέα, χωρίς να είναι φίλος τους, αλλά επειδή νιώθουν ότι αδικείται...

Οι μεταξωτοί άνθρωποι. Όσοι προσέχουν τι λες, και δεν είναι ωσεί παρόντες στην κουβέντα, με το μυαλό τους στο τι θα πουν οι ίδιοι για να εντυπωσιάσουν. Άνθρωποι με ανοιχτούς πόρους και πλατιά καρδιά... Υπεράνθρωποι; Όχι. Απλώς, μεταξωτοί... Φαίνονται από μακριά. Αρκεί να προσέξεις «μικρές», «ασήμαντες» κινήσεις στο φέρεσθαι των ανθρώπων...








Επίκαιρα
tvxs




Τρίτη, 10 Ιουλίου 2012

ΚΩΣΤΑΣ ΖΥΡΙΝΗΣ

Των ανθρώπων τα βάσανα-των ερώτων τα θαύματα!!!!!


Των ανθρώπων τα βάσανα-των ερώτων τα θαύματα!!!!!
_____________________________________________
Μες τις παινεμένες χώρες, Χώρα
παινεμένη, θα 'ρθει κι η ώρα,
και θα πέσεις, κι από σέν' απάνου η Φήμη
το στερνό το σάλπισμά της θα σαλπίσει
σε βοριά κι ανατολή, νοτιά και δύση.

Πάει το ψήλος σου, το χτίσμα σου συντρίμι.
Θα 'ρθει κι η ώρα εσένα ήταν ο δρόμος
σε βοριά κι ανατολή, νοτιά και δύση,
σαν το δρόμο του ήλιου γέρνεις όμως
το πρωί για σε δε θα γυρίσει.

Και θα σβήσεις καθώς σβήνουνε λιβάδια
από μάισσες φυτρωμένα με γητειές
πιο αλαφρά του περασμού σου τα σημάδια
κι από τις δροσοσταλαματιές
θα σε κλαιν' τα κλαψοπούλια στ' αχνά βράδια
και στα μνήματα οι κλωνόγυρτες ιτιές.

Και θα φύγεις κι απ' το σάπιο το κορμί,
ω Ψυχή παραδαρμένη από το κρίμα,
και δε θά' βρει το κορμί μια σπιθαμή
μες στη γη για να την κάμει μνήμα,

κι άθαφτο θα μείνει το ψοφίμι,
να το φάνε τα σκυλιά και τα ερπετά,
κι ο Καιρός μέσα στους γύρους του τη μνήμη
κάποιου σκέλεθρου πανάθλιου θα βαστά.

Όσο να σε λυπηθεί της αγάπης ο Θεός,
και να ξημερώσει μιαν αυγή,
και να σε καλέσει ο λυτρωμός,
ω Ψυχή παραδαρμένη από το κρίμα!

Και θ' ακούσεις τη φωνή του λυτρωτή,
θα γθυθείς της αμαρτίας το ντύμα,
και ξανά κυβερνημένη κι αλαφρή,
θα σαλέψεις σαν τη χλόη, σαν το πουλί,
σαν το κόρφο το γυναικείο,
σαν το κύμα,

και μην έχοντας πιο κάτου άλλο σκαλί
να κατρακυλήσεις πιο βαθιά
στου Κακού τη σκάλα,
για τ' ανέβασμα ξανά που σε καλεί
θα αιστανθείς να σου φυτρώσουν, ω χαρά!
Τα φτερά, τα φτερά τα πρωτινά σου τα μεγάλα!

Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου (απόσπασμα από H' Προφητικός )

παλαμάς κωστής, Ποίηση, Ελλάδα
____________________________________________________
"Κράτησέ με αγάπη μου
μέσα στα δυο σου χέρια
Σε περίμενα πολύ
και 'χω πια κουραστεί

Τόσα χρόνια πέρασαν
τόσες πίκρες και πόνοι
Μην αργήσεις αγάπη μου
μη μ' αφήνεις πια μόνη...."
http://youtu.be/6vs6sfRZnus

μιλα μου σαν τη βροχη..

Στα δροσερά εκείνα χρόνια…

Από χρόνια οι τσοπάνοι χάραζαν σταυρούς πάνω στον τεράστιο κορμό του έλατου. Ποτέ δεν θα πέσει κεραυνός εδώ, έλεγαν. Και πράγματι ποτέ δεν λύγισε, ποτέ δεν κόπηκε στα δυό, όταν μέσα στο ελατόδασος του Ίταμου πελεκημένοι κορμοί και κλωνάρια τσακισμένα ύφαιναν την φαντασία του φόβου, σε κείνες τις ξαφνικές καταιγίδες του μεσημεριού. Νόμιζες ότι τώρα συντελείται ο κατακλυσμός, άνοιγε ο ουρανός, άστραφτε και σειόταν η γη από τα μπουμπουνητά, έτρεμαν τα πόδια σου και η καρδιά σου, ώσπου να περάσει η μπόρα. Μετά λες και το καλοκαίρι συνέχιζε την πορεία του, οι βρεγμένες φτέρες γυάλιζαν τις βρόχινες σταγόνες και οι πέρδικες άρχιζαν πάλι να ανακατεύονται μες το κοπάδι με τα πρόβατα που σκάριζε στη πλαγιά να βοσκήσει το τρυφερό γρασίδι του βουνού. Τα κριάρια ανέβαιναν στις ράχες απ΄ τις προβατίνες και με γρήγορες κινήσεις έβγαζαν τη γλώσσα έξω λες κι απολάμβαναν το απόβροχο, κοιτώντας τα λιγοστά σύννεφα στον γαλανό ουρανό. Τα πρόβατα μαρκαλίζονται το καλοκαίρι, ο τσοπάνος τα παρακολουθεί. Ήμουν μικρός και τους άκουγα να λένε αυτή μαρκαλίστηκε, εκείνη όχι, ήξεραν απ’ έξω το ιστορικό της κάθε μίας. Κάποιες είχαν και ονόματα , ανάλογα με το χρώμα, λάια, μαύρη, ανάλογα με την εξυπνάδα , τη δύναμη, το περπάτημα. Το βούρλο. Βούρλο έλεγαν και τους χαζούς του χωριού.
Ο έλατος αυτός δεν ήταν τυχαίος, ήταν μοναδικός στην Μαλόραχη. Αιωνόβιος, θεόρατος, βαθιά ριζωμένος, χορτασμένος από τις ιστορίες ζώων και ανθρώπων, γεμάτο δάκρυα ρετσίνης, ένας με τον τόπο που γεννήθηκε. Η ατέλειωτη προνομιακή πλαγιά με τα απέραντα λιβάδια, κάτω απ’ τις φτέρες αντανακλούσε όλο το καλοκαίρι των παιδικών μου χρόνων. Τα κουδούνια και τα γαυγίσματα των σκυλιών. Η στρούγκα και το άρμεγμα. Το πήξιμο του τυριού και οι τσαντήλες να κρέμονται στη σειρά. Το κακάβι με το γάλα, πάνω στην πυροστιά. Το καρπούζι να παγώνει μες την πηγή με το κρυστάλλινο νερό, δίπλα στον έλατο. Οι αλαταριές, η βρύση με την μεγάλη κοπάνα για το πότισμα. Ο γαλατάς έφευγε στα μέσα Ιούλη, μετά το άρμεγμα γινόταν μια φορά τη μέρα κοντά στις 10 το πρωί. Λιγόστευε το γάλα.
Αν ανέβαινες νωρίς το πρωί στην κορυφή, στην διαύγεια της ατμόσφαιρας έβλεπες μακριά τα περιβόλια με τα πορτοκάλια της Άρτας και το χρώμα της θάλασσας. Αχνό γαλάζιο. Έσμιγε με τον Ουρανό.
Κάθε πρωί κινούσαμε καβάλα στα γαϊδουράκια, μαζί με τον ξάδερφο, δίναμε ραντεβού στον Σταυρό, μετά στα Βαρκά, στον Πλάτανο, πριν την Μαλόραχη χωρίζαμε. Οι στάνες ήταν αλλού.
Εκείνη τη μέρα τα σκυλιά γαύγιζαν τρέχοντας κατά πάνω μας.. Παρατήσαμε τα γαιδούρια και ανεβήκαμε πάνω στην κερασιά. Ήταν κοπάδι από σκυλιά, λες και βάλθηκαν να καθαρίσουν τα βουνά απ΄ τα φαντάσματα. Κάθε τόπος εκεί πάνω μύριζε μπαρούτι. Απ’ τους Γερμανούς , απ’ τον εμφύλιο., απ’ τους ληστές.
Τα κεράσια κατακόκκινα, κόβαμε βάντες και κοκκινίζαμε κι εμείς. Τα σκυλιά μας γαύγισαν, τα γαϊδουράκια δεμένα μεταξύ τους έκαναν σβούρες.
Ήταν πολύ αργά όταν έφτασα στον έλατο. Ο Αλέκος έβαλε τις φωνές. Κιοτή, φοβάσαι τα σκυλιά και άλλα τέτοια. Τι στέλνει εσένα ο πατέρας σου, αφού είσαι χέστης.Ο ήλιος ήταν μεσούρανα, όταν άρχισε ο Αλέκος να αρμέγει. Κι εγώ να χτυπάω στρούγκα. Τα πρόβατα δεν άντεχαν, άρχισαν να πηδάνε τη φράχτη. Ο Αλέκος σηκώθηκε να τα εμποδίσει, τα άλλα που απέμειναν πήραν σβάρνα το καρδάρι με το γάλα και οι φωνές και τα νεύρα του τσοπάνη αντιλάλησαν στο βουνό. Φόρτωσα δυό τσουβάλια κοπριά για τον κήπο με τις φασολιές και τα καλαμπόκια. Ανέβηκα καβάλα στον φίλο μου γάιδαρο κι έφυγα για το χωριό. Μέσα στο δάσος με τα έλατα συνάντησα δυό μαυροφορημένες γυναίκες, νόμισα ότι ήταν φαντάσματα, αλλά δεν ήταν.
Είναι κάτι μέρες αλλιώτικες απ΄ τις άλλες. Τα νεύρα όλων γίνονται τσατάλια.
Από ασήμαντες καθημερινές αφορμές. Όπως η ζέστη.
Και τότε σε γαληνεύει ένα ταξίδι στη πρώτη νιότη, στα δροσερά εκείνα χρόνια. Εκεί που έκρυψα κάτω από μια πέτρα μια ευχή, τότε που ήθελα να μεγαλώσω.
Τώρα που θέλω να μικρύνω, θα πάω αυτό το καλοκαίρι να τη συναντήσω πάλι. Τρυφερά όσο και ο πρώτος βλαστός.

ΚΤ

Μίλα μου σαν τη βροχή απ’ το βράδυ ως το πρωί,
σαν μου μιλάς ανασαίνω.
Μίλα μου σαν τη βροχή για τον ήλιο που θα ’ρθει
σ’ έρημο τόπο χαμένο...


http://youtu.be/xFp60Q246Fc

Δευτέρα, 9 Ιουλίου 2012

16o αντιρατσιστικο φεστιβαλ στο αλσος Γουδι


αυτος ο μπομπιρας με τρελλανε! Η μαμα του μια γλυκυτατη γυναικα μοιραζε χαμογελα και αγκαλιες παντου!
Να πατε..ενα φεστιβαλ του ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ!
Περασα πανεμορφα !
Τι ειρηνικη συνυπαρξη ηταν αυτη!
Εργαστηρια, συναυλιες , χορευτικα, τραγουδια, θετρικα δρωμενα, προβολες ταινων , συζητησεις....
απο τη μια το ταμπουρλο απο Κουρδισταν που με τρελλαναν τα νεα παιδια που χορευαν, απο την αλλη το ρεμπεταδικο το δικο μας....
Οτι ηθελε η ψυχη σου....
και κεινα τα διεθνη φαγητα με τις πιττες τους!
Να πατε!!!!!!!!!!!!
Σημερα εχει συναυλια και η Φαραντουρη!
"Αναμεσα στις χιλιαδες αμφιβολιες μας στεκεται η απολυτη βεβαιοτητα για τις αξιες της αλληλεγγυης, της ισοτητας, και της ελευθεριας. Απο τη θεση αυτη καθε "πραγματισμος" που ονειρευεται μηδενικη μεταναστευση , που αποδεχεται στρατοπεδα συγκεντρωσης, που δικαιολογει αστυνομικα και φασιστικα πογκρομ δεν ειναι μονο ΑΠΑΝΘΡΩΠΟΣ , αλλα μια ΑΝΤΙΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΤΟΠΙΑ, που ανοιγει το δρομο στη Β Α Ρ Β Α Ρ Ο Τ Η Τ Α."
Να πατε!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!





Σάββατο, 7 Ιουλίου 2012

Έτσι αναγκασθήκαμε να γίνουμε λαθρεπιβάτες.

Έτσι αναγκασθήκαμε να γίνουμε λαθρεπιβάτες.

Ένας μεγάλος πλάτανος και μπροστά η θάλασσα. Πάνω στο τραπεζάκι σαρδέλες ψητές και ούζο.
Η Ζιζέλ νιαουρίζει μαζί με τη γάτα, που χαϊδεύει τα πόδια της. Όλο και λιγουρεύεται μια ολόκληρη σαρδέλα έτσι που με κοιτάει στα μάτια τώρα, με κείνο το ναζιάρικο ύφος, αλλά εγώ αμετανόητος της δίνω μόνο τα αγκάθια. Χτες η κοιλιά της ήταν όσο κι ο λογαριασμός. Την τάισα του σκασμού. Ποτέ μη καλομαθαίνεις μια γάτα. Όσο κι αν την αγαπάς.
Ήρθαμε στο νησί με τη Ζιζέλ εδώ και τρείς μέρες, λαθρεπιβάτες. Μια σκηνή, τα μαγιό μας και την οδοντόβουρτσα. Και ελάχιστα χρήματα. Για ούζο και σαρδέλες ψητές. Και η Ζιζέλ κι εγώ τρελαινόμαστε για σαρδέλες ψητές. Και η γάτα που μπήκε στα πόδια μας. Την νύχτα μας έπαιρνε μάτι την ώρα που κάναμε έρωτα στη σκηνή. Πρώτη φορά είδα γάτα να παίρνει μάτι ανθρώπους. Έχω δει πολλούς ανθρώπους να παίρνουν μάτι γάτες.
Συζητούσαμε για τα βιβλία που διαβάσαμε το χειμώνα. Λίγα, πολύ λίγα. Όλα ήταν λίγα φέτος. Ακόμα και οι διακοπές μας. Είναι αδικία να δουλεύεις έντεκα μήνες και ένα μήνα διακοπές. Το αντίθετο έπρεπε να συμβαίνει. Δεν είναι βέβαια η μοναδική αδικία που συμβαίνει σ’ αυτόν τον κόσμο. Σκέψου και τον Αντώνη που διάβαζε απανωτά και φέτος με το μάτι του, δεν άγγιξε λέξη. Η Ζιζέλ διάβαζε ''ένα βιβλίο για πέταμα'' του Paul Desalmand απ’ τις εκδόσεις Πόλις. Μου διάβαζε τώρα το οπισθόφυλλο και σχεδόν φαινόταν η ρώγα της απ’ το μικροσκοπικό μαγιό της. Η Ζιζέλ είναι μια όμορφη γυναίκα, κοντά μαύρα μαλλιά, μεγάλα μάτια, μεγάλο χαμόγελο, μεγάλη ψυχή, μεγάλη αγκαλιά ,διάβαζε και εγώ πρόσεχα τα φιλήδονα χείλη της. Άκου, το τελειώνω, να το διαβάσεις μετά. Θα το ρουφήξεις. Εγώ βέβαια άλλα ήθελα να ρουφήξω εκείνη τη στιγμή, αλλά την άφησα να διαβάζει κι έκανα πως την άκουγα:

‘Ένα βιβλίο σκύβει πάνω από το παρελθόν του• είκοσι χρόνια πολυτάραχου βίου, από το τυπογραφείο μέχρι το ταξίδι του στην Αφρική. Αγαπά, το αγαπούν, γνωρίζει αναγνώστες και αναγνώστριες, συζητά με άλλα βιβλία σε βιβλιοπωλεία και βιβλιοθήκες, αντικρίζει κατάματα τον θάνατο, θέτει ερωτήματα για τη χαοτική πορεία του κόσμου. Κι όλα αυτά, με παιγνιώδες ύφος που αγγίζει συχνά τα όρια του τραγικού.
Σε πρώτο επίπεδο, το βιβλίο μοιάζει με περιπετειώδες μυθιστόρημα γεμάτο εκπλήξεις και ανατροπές. Αλλά ταυτοχρόνως αποτελεί:
- Σάτιρα του εκδοτικού χώρου - Στοχασμό για τη γραφή και την ανάγνωση - Κριτική ανάλυση των σχέσεων Δύσης-Τρίτου Κόσμου - Μεταφορά για τον θάνατο - Παιχνίδι πάνω στη μυθοπλασία - Παιχνίδι πάνω στη διακειμενικότητα (όλες οι παραπομπές και οι αναφορές, ομολογημένες ή όχι, βρίσκονται στην ιστοσελίδα www.quidamediteur.com)’’

Σαχλαμαρίζουμε γενικώς, ότι κάνουμε στις διακοπές, ήταν μία το μεσημέρι και είχαμε πιει τρία μπουκαλάκια ούζο Μετέωρα. Κάθε λίγο κάναμε μια βουτιά στη θάλασσα, ο ήλιος έκαιγε, η άμμος έκαιγε, όλα έκαιγαν. Μόνο ο πλάτανος δρόσιζε και το αλμυρό θαλασσινό νερό.

Μπήκαμε στη θάλασσα και κολυμπάμε κατά μήκος της παραλίας. Πίσω απ’ το βουνό θα είμαστε κρυμμένοι, τα βράχια μπαινοβγαίνουν στη θάλασσα, μια σπηλιά μες τα βράχια εξάπτει τη φαντασία μου. Η Ζιζέλ είναι πειρασμός όλες τις ώρες. Αυτή η τρέλα του μεσημεριού, ανακατεμένη με ούζο, με τα βυζιά της Ζιζέλ και την ατέλειωτη θάλασσα μέσα μας και έξω μας, προδίκαζε τα ηφαιστιογενή βράχια.
Η Ζιζέλ ακούμπησε τους αγκώνες της πάνω σ’ ένα βράχο που λες και τα κύματα τον έπλασαν επίτηδες. Απλώθηκε προς τα πίσω.. Μπήκα σχεδόν βίαια. . Στο τέλος ακούσθηκε μια παρατεταμένη ηδονική κραυγή, ταυτόχρονη, λες και άδειασε η θάλασσα . Κοίταξα πίσω τη θάλασσα, ήταν εκεί, κυμάτιζε ήρεμα τα πράσινα διαυγή νερά της. Πλημμυρισμένοι στον ιδρώτα, χωθήκαμε στην αγκαλιά της.
Και κολυμπήσαμε ως το απέναντι μικρό ακατοίκητο νησάκι.
Είναι όμορφο να βλέπεις τη στεριά απ΄ τη θάλασσα. Είναι σαν να βλέπεις τη γη απ’ το φεγγάρι.
Πριν φύγουμε με τη Ζιζέλ, ο γιατρός μου είπε με αυστηρό τόνο στη φωνή του:
Πρέπει επιτέλους στην ηλικία που είσαι, να μάθεις να βλέπεις τη γη απ’ το φεγγάρι. Σωματοποιημένο άγχος. Εκδηλωμένο στους αγκώνες απ’ τα χέρια σου, η θάλασσα θα σου κάνει καλό.
Έψαξα να βρω εισιτήριο για το φεγγάρι. Δεν βρήκα. Έτσι αναγκασθήκαμε να γίνουμε λαθρεπιβάτες.
Φθάναμε πάλι στην ακτή. Το τραπεζάκι με τις μπλε καρέκλες ήταν εκεί. Πάνω του ένα βιβλίο για πέταμα.
Κι η μουσική απ’ τα ηχεία, πάνω στον πλάτανο.
Κ.Τ.

https://www.youtube.com/watch?v=dNqf3qrO6M0&feature=relmfu


Φωτογραφία: Έτσι αναγκασθήκαμε να γίνουμε λαθρεπιβάτες.

Ένας μεγάλος πλάτανος και μπροστά η θάλασσα. Πάνω στο τραπεζάκι σαρδέλες ψητές και ούζο. 
Η Ζιζέλ νιαουρίζει μαζί με τη γάτα, που χαϊδεύει τα πόδια της. Όλο και λιγουρεύεται  μια  ολόκληρη σαρδέλα έτσι που με κοιτάει στα μάτια τώρα, με κείνο το ναζιάρικο ύφος, αλλά εγώ αμετανόητος της δίνω μόνο τα αγκάθια.  Χτες η κοιλιά της ήταν όσο κι ο λογαριασμός. Την τάισα του σκασμού. Ποτέ μη καλομαθαίνεις μια γάτα. Όσο κι αν την αγαπάς. 
Ήρθαμε στο νησί με τη Ζιζέλ εδώ και τρείς μέρες, λαθρεπιβάτες. Μια σκηνή, τα μαγιό μας και την οδοντόβουρτσα. Και ελάχιστα χρήματα. Για ούζο και σαρδέλες ψητές. Και η Ζιζέλ κι εγώ τρελαινόμαστε για σαρδέλες ψητές. Και η γάτα που μπήκε  στα πόδια μας. Την νύχτα μας έπαιρνε μάτι την ώρα που κάναμε έρωτα στη σκηνή. Πρώτη φορά είδα γάτα να παίρνει μάτι ανθρώπους. Έχω δει πολλούς ανθρώπους να παίρνουν μάτι γάτες.
Συζητούσαμε για τα βιβλία που διαβάσαμε το χειμώνα. Λίγα, πολύ λίγα. Όλα ήταν λίγα φέτος. Ακόμα και οι διακοπές μας. Είναι αδικία να δουλεύεις έντεκα μήνες και ένα μήνα διακοπές. Το αντίθετο έπρεπε να συμβαίνει. Δεν είναι βέβαια η μοναδική αδικία που συμβαίνει σ’ αυτόν τον κόσμο. Σκέψου και τον Αντώνη που διάβαζε απανωτά και φέτος με το μάτι του, δεν άγγιξε λέξη.  Η Ζιζέλ διάβαζε ''ένα βιβλίο για πέταμα'' του Paul Desalmand απ’ τις εκδόσεις Πόλις. Μου διάβαζε τώρα το οπισθόφυλλο και σχεδόν φαινόταν η ρώγα της απ’ το μικροσκοπικό μαγιό της. Η Ζιζέλ είναι μια όμορφη γυναίκα, κοντά  μαύρα μαλλιά, μεγάλα μάτια, μεγάλο χαμόγελο, μεγάλη ψυχή, μεγάλη αγκαλιά ,διάβαζε και εγώ πρόσεχα τα φιλήδονα χείλη της. Άκου, το τελειώνω, να το διαβάσεις μετά. Θα το ρουφήξεις. Εγώ βέβαια άλλα ήθελα να ρουφήξω εκείνη τη στιγμή, αλλά την άφησα να διαβάζει κι έκανα πως την άκουγα:

‘Ένα βιβλίο σκύβει πάνω από το παρελθόν του• είκοσι χρόνια πολυτάραχου βίου, από το τυπογραφείο μέχρι το ταξίδι του στην Αφρική. Αγαπά, το αγαπούν, γνωρίζει αναγνώστες και αναγνώστριες, συζητά με άλλα βιβλία σε βιβλιοπωλεία και βιβλιοθήκες, αντικρίζει κατάματα τον θάνατο, θέτει ερωτήματα για τη χαοτική πορεία του κόσμου. Κι όλα αυτά, με παιγνιώδες ύφος που αγγίζει συχνά τα όρια του τραγικού. 
Σε πρώτο επίπεδο, το βιβλίο μοιάζει με περιπετειώδες μυθιστόρημα γεμάτο εκπλήξεις και ανατροπές. Αλλά ταυτοχρόνως αποτελεί: 
- Σάτιρα του εκδοτικού χώρου - Στοχασμό για τη γραφή και την ανάγνωση - Κριτική ανάλυση των σχέσεων Δύσης-Τρίτου Κόσμου - Μεταφορά για τον θάνατο - Παιχνίδι πάνω στη μυθοπλασία - Παιχνίδι πάνω στη διακειμενικότητα (όλες οι παραπομπές και οι αναφορές, ομολογημένες ή όχι, βρίσκονται στην ιστοσελίδα www.quidamediteur.com)’’

Σαχλαμαρίζουμε γενικώς, ότι κάνουμε στις διακοπές, ήταν μία το μεσημέρι και είχαμε πιει τρία μπουκαλάκια ούζο Μετέωρα. Κάθε λίγο κάναμε μια βουτιά στη θάλασσα, ο ήλιος έκαιγε, η άμμος έκαιγε, όλα έκαιγαν. Μόνο ο πλάτανος δρόσιζε και το αλμυρό θαλασσινό νερό. 
 
Μπήκαμε στη θάλασσα και κολυμπάμε κατά μήκος της παραλίας. Πίσω απ’ το βουνό θα είμαστε κρυμμένοι, τα βράχια μπαινοβγαίνουν στη θάλασσα, μια σπηλιά μες τα βράχια εξάπτει τη φαντασία μου. Η Ζιζέλ είναι πειρασμός όλες τις ώρες. Αυτή η τρέλα του μεσημεριού, ανακατεμένη με ούζο, με τα βυζιά της Ζιζέλ και την ατέλειωτη θάλασσα μέσα μας και έξω μας, προδίκαζε τα ηφαιστιογενή βράχια. 
Η Ζιζέλ ακούμπησε τους αγκώνες της πάνω σ’ ένα βράχο που λες και τα κύματα τον έπλασαν επίτηδες. Απλώθηκε προς  τα πίσω.. Μπήκα  σχεδόν βίαια. . Στο τέλος ακούσθηκε μια παρατεταμένη ηδονική κραυγή, ταυτόχρονη, λες και άδειασε η θάλασσα . Κοίταξα πίσω τη θάλασσα, ήταν εκεί, κυμάτιζε ήρεμα τα πράσινα διαυγή νερά της.  Πλημμυρισμένοι στον ιδρώτα, χωθήκαμε στην αγκαλιά της. 
Και κολυμπήσαμε ως το απέναντι μικρό  ακατοίκητο νησάκι. 
Είναι όμορφο να βλέπεις τη στεριά απ΄ τη θάλασσα.  Είναι σαν να βλέπεις τη γη απ’ το φεγγάρι. 
Πριν φύγουμε με τη Ζιζέλ, ο γιατρός μου είπε με αυστηρό τόνο στη φωνή του:
Πρέπει επιτέλους στην ηλικία που είσαι, να μάθεις να βλέπεις τη γη απ’ το φεγγάρι. Σωματοποιημένο άγχος. Εκδηλωμένο στους αγκώνες απ’ τα χέρια σου, η θάλασσα θα σου κάνει καλό. 
 Έψαξα να βρω εισιτήριο για το φεγγάρι. Δεν βρήκα. Έτσι αναγκασθήκαμε να γίνουμε λαθρεπιβάτες. 
Φθάναμε πάλι στην ακτή. Το τραπεζάκι με τις μπλε καρέκλες ήταν εκεί. Πάνω του ένα βιβλίο για πέταμα.
Κι η μουσική απ’ τα ηχεία, πάνω στον πλάτανο.

https://www.youtube.com/watch?v=dNqf3qrO6M0&feature=relmfuΚ.Τ.
Ανώτεροι άνθρωποι

Αυτός εδώ ανυψώνεται -- του πρέπειν να τον
επαινούμε!
Και όμως ένας άλλος έρχεται πάντα από ψηλά.
Και ζει εκεί όπου ποτέ δεν φτάνει έπαινος --
είναι από ψηλά.

Ecce Homo

Ναι, ξέρω από πού έρχομαι!
Αχόρταγος σαν την φωτιά
καίγομαι και αναλώνω τον εαυτό μου.
Ό,τι πιάνω γίνεται φως
Ό,τι αφήνω γίνεται στάχτη:
Φλόγα είμαι, σίγουρα!

Ο ταξιδιώτης

«Δεν υπάρχει πια μονοπάτι! Άβυσσος γύρω,
νεκρική σιγή!».
Εσύ το θέλησες! Γιατί παράτησες το μονοπάτι;
Μείνε τώρα ψύχραιμος και διαυγής, ω ξένε
γιατί χάθηκες αν πιστέψεις στον κίνδυνο.

Ο Ατρόμητος

Όπου κι αν βρίσκεσαι, σκάψε βαθιά!
Εκεί κάτω είναι η πηγή!
Άσε τους σκοταδιστές να ωρύονται:
«Κάτω υπάρχει μονάχα η Κόλαση!»
http://youtu.be/inHxwL1q5GE