έχε το νου σου στο παιδί..




Σάββατο, 21 Ιουλίου 2012

ΝΑ ΜΟΥ ΔΙΑΒΑΖΕΙΣ ΤΟ ΒΑΘΥ ΓΑΛΑΖΙΟ



"Θα μιλήσω για τους άγιους άγριους
που κάνανε ωτοστόπ στον πρώτο περαστικό άνεμο
που φύγαν καβάλα στο πρώτο ουράνιο τόξο
που δρασκέλισαν τα έσχατα γεφύρια και τα γκρέμισαν μετά
αποφασίζοντας να μην ξανακοιτάξουν τ' από πίσω
που κλείσαν πονηρά το μάτι στον ήλιο
που άπλωσαν τα χέρια να χαϊδέψουν τα χείλη του φεγγαριού
που αρνήθηκαν να σταματήσουν στους πρόποδες των βουνών
που τριπλοφίλησαν το κορμί τους και μετά το μοίρασαν
κάνοντάς το βουταρία στην κοινωνία ολάκερη
που μίλησαν λέξεις, νότες και κραυγές πρωτάκουστες
που τόλμησαν να γευθούν τα χρώματα
να πιούνε απ' το ποτήρι της ζωής άπληστα ό,τι τους ανήκε
δηλαδή το παν
που ξαναλατρέψανε τα λιοβασιλέματα, τους ίδιους
τους εαυτούς τους, τους ανθρώπους
που αγκαλιάσανε την άγια μήτρα της Γης
και ξανάγιναν παιδιά, τραγουδώντας τραγούδια που δεν ήξεραν
παίζοντας παιχνίδια χωρίς κανονισμούς
που έμειναν παιδιά για πάντα, ανακαλύπτοντας ξανά
την χαμένη και θαμμένη βαθιά αθωότητά τους
ξέροντας πως το υποτιθέμενο τέλος
δεν είναι μόνο παρά η αρχή...
θέλω να μιλήσω για όλον τον μαγικό σου ερωτισμό
θέλω να μιλήσω για την αλήτισσα καρδιά σου, Αιώνα."
Από τα beat ποιήματα του Βλάση Ρασσιά (συλλογή "Λούφα και Παραλλαγή. Ποίηση Μπητ από έναν νεαρό περιηγητή των μητροπολιτικών δρόμων", 1981)





Αενάως

O εν - τόπος στένεψε πολύ, όλα στένεψαν πολύ.
Που να χωρέσουν τόσα παλιά όνειρα τώρα;

Παλιά χωρούσαν, όλα ήταν μικρά, τα σπίτια μας, οι δρόμοι μας, τα ρούχα μας, οι τσέπες μας, τα βιβλία μας, οι αυλές μας, οι φίλοι μας, οι εκδρομές μας ήταν μικρές.
Όλα γέμιζαν εύκολα, επειδή ήταν μικρά. Έτσι μεγάλωνε η καρδιά.

Κοιτάζω έξω τους ανθρώπους με πρόσωπα, αποκαμωμένα ερείπια παλιών απλόχερων ψευδαισθήσεων. Η μόνη χειρολαβή που τους έμεινε αυτή του αστικού λεωφορείου. Κι αυτή, όποιος προλάβει. Ίσως γι’ αυτό στριμώχνονται τόσοι πολλοί, ο ένας πάνω στον άλλον, αλληλέγγυοι στον ιδρώτα της αγωνίας.
Κάποιοι λογαριάζουν σε πόσες δόσεις θα μας ξεπουλήσουν, ευρωουρλιαχτά βουίζουν πάνω απ’ τα κεφάλια μας, από το στόμα τους βγαίνουν πύρινες φλόγες.
Oι λέξεις που αγαπήσαμε δεν ζούνε πια.
Χρονικό προαναγγελθέντος θανάτου. Αυτό το μαύρο καλοκαίρι της καταχνιάς πόση αναμονή θα αντέξει; Μας απέμεινε λίγη αντοχή ακόμα, να κουβεντιάζουμε που και που. Άλλοτε για τις δόσεις και άλλοτε για το τέλος. Έτσι μπορούμε να συζητάμε ακόμα.

Κοίτα αυτός ο άντρας, που πάει καταμεσήμερο, μ’ αυτή την κόκκινη ομπρέλα; Να προλάβει τι; Ίσως τη δόση.

Μα εμείς έχουμε χρέος να ζήσουμε ως τότε.
Να αφήσουμε ένα ίχνος πάνω στην άμμο, να σφυρίξουμε μ’ ένα κοχύλι, να ερωτευτούμε ένα αστέρι.
Ως τότε ας σκαρφαλώνουμε στα βουνά της ουτοπίας, ας γινόμαστε δελφίνια σε αιγαιοπελαγίτικα γαλάζια νερά

Ίσως γεννηθήκαμε σε λάθος χώρα, σε λάθος χρόνο, από λάθος. Ίσως δεν επιλέξαμε σωστά , ίσως δεν γνωρίζαμε, ίσως ακόμα να μη γνωρίζουμε. Ίσως να πουθενά να μην υπάρχει. Ίσως να γεννηθήκαμε στην πιο όμορφη χώρα, στην πιο ενδιαφέρουσα εποχή. Ίσως να μη βλέπουμε καλά.

Δεν εξηγείται αλλιώς.
Τόσοι πνιγμοί, με τόση θάλασσα;
Τόσο γκρίζο, σε τόσο γαλανό ουρανό;
Τόσος βάλτος, με τόσα ποτάμια;
Τόση ακινησία , με τόσες βουνοκορφές;
Τόση αμάθεια, με τόση ιστορία;
Τόσο ψέμα , με τόσο φως;

Δεν μετάνιωσα για τίποτα στη ζωή μου. Πάλι τα ίδια θα έκανα . Όλα τα λάθη μου.
Εκτός από ένα .
Δέντρο δεν θα ξαναγεννιούμουνα ποτέ. Ακίνητος, να φωλιάζουν πάνω μου τόσα ζωύφια.
Πουλί. Αετός θα ήθελα. Να κουτσουλάω τα λογιστικά κεφάλια.

Αν ο πλάστης μου ζητούσε δεύτερη επιλογή, ποτάμι θα έλεγα, να συναντώ τη θάλασσα. Αενάως.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου