έχε το νου σου στο παιδί..




Τρίτη, 12 Φεβρουαρίου 2013

Άκου Ποιητή....



Μοναξιά

Εκείνο που σε τρομάζει απ' όλα περισσότερο, είναι η απάθεια, η αδιαφορία, η στεγανότητα, η στρογγυλοποίηση, η εκτόνωση με ένα χαμόγελο συμβατικότητας.
Μείναμε μοιραίοι και άβουλοι.
Όσοι καλά εβόλεψαν εαυτούς, κάνουν τώρα σαλάτες διαίτης.
Απέραντη φυλακή, η πόλη μου, ολόκληρη η χώρα μου.
Οι προστάτες, οι δυνάστες, οι φύλακες, οι δήμιοι, οι νόμοι, οι παρανόμοι. Η βία. Βία σωματική, βία ψυχολογική. Η Βία.
Το μίσος μέσα στη φυλακή, ποδοπατούμε τους αθώους, επιβραβεύουμε τους ενόχους, λαδώνουμε τους φύλακες, για μια ουσία ύλης.
Φτύνουμε τους άμοιρους μετανάστες στη χώρα μας, ενώ το ξέρουμε καλά ότι εμείς σπαταλήσαμε τη ζωή τους. Τα σκουπίδια του Δυτικού κόσμου, είναι το στερημένο ψωμί τους. Αποικιακοί πόλεμοι γεμάτο η ιστορία, Άγγλοι, Γάλλοι, Πορτογάλοι ομοιοκαταληκτούν.
Κι εμείς;
Υποταγμένοι στο δικό μας σώμα, ένα σώμα χωρίς μάτια, χωρίς αυτιά, χωρίς συναίσθηση. Άτομα χωρίς κοινωνία. Μοναξιά.

Κωστής Ταξιδεύων




Ευάγγελε Φίλε μου…

Γι’ αυτό, γι’ αυτό συναντηθήκαμε.
Όταν οι ποιητές σιωπάν, όταν οι συγγραφείς κουλουριάζονται, όταν οι παντός είδους δάσκαλοι βολεύονται, ποιός αυτό τον επίπλαστο λαό θα εκφράσει, αν όχι ο αιχμηρός λόγος σου;
Ποιός πιο ψηλά θα σταθεί από τον βομβαρδισμένο πολίτη, που από τη μια η άγνοια και από την άλλη ο φόβος, τον έκαναν κομμάτια;
Ποιός θα ενώσει εμάς τους «ελεύθερους πολιορκημένους», όταν οι περισσότεροι απεγνωσμένα προσπαθούν να κρατηθούν από τους τυράννους;
Οι πόλεμοι σήμερα άλλαξαν μορφή, φάτσα κάρτα είχες τον Γερμανό φασίστα στην κατοχή, σήμερα η αόρατη τραπεζοκρατία σαν καρκίνωμα καταπίνει τους λαούς.
Κι όταν κανείς χτυπάει στο κέντρο, τον λένε τρομοκράτη, αναρχικό;
Αναλογίστηκαν ποτέ γιατί, οι γονυπετείς του οικοδομήματος τούτου, ότι αυτό το τέρας που εναγκαλίζονται θα τους καταπιεί και αυτούς και όλους μας;
Το ξέρω είναι δύσκολο να αλλάξεις γερασμένα μυαλά, αλλά ας στείλουμε μηνύματα στα νέα παιδιά.
Όσο καλός και να είναι ένας συγγραφέας, -μιλάμε για συγγραφείς που με το έργο τους έχουν λογοτεχνική αξία, όχι για τα παντός είδους εμπορικά γραπτά,- αν σωπαίνει στους καιρούς που ζούμε και αν με όλους θέλει να τα έχει καλά, ποια η αξία τότε;. Αυτοακυρώνεται στους καιρούς που ζούμε.
Βλέπω συγγραφείς να τρέχουν σαν άλογα να πουλήσουν τα βιβλία τους και άχνα δεν βγάζουν στο βόλεμά τους. Προς τι τότε η λογοτεχνία, προς τι τότε η τέχνη;
Η τέχνη όταν δεν μπορεί να δει τη δυστυχία δίπλα, όταν αγνοεί τον άνεργο, τον πεινασμένο, τον μη έχοντα στον ήλιο μοίρα μετανάστη, τα πανανθρώπινα ιδανικά που ξεχώρισαν τον άνθρωπο από τα ζώα,- τα ζώα που συνομοταξιακά δεν αλληλοσπαράσονται- αλλά δεν στάθηκαν ικανά να φτιάξουν Ανθρώπινες κοινωνίες, αλλά τον Άνθρωπο- εμπόρευμα βλέπει, μόνο τα σαλόνια των επιτήδειων καλλωπίζει.
Το άδικο είναι ολοφάνερο δια γυμνού οφθαλμού, ο πόλεμος είναι εδώ, και με τις λέξεις και τις πράξεις, κανείς δεν μπορεί να ισχυρισθεί ότι δεν τον βλέπει.
Γι’ αυτό δεν φτάνει η λατρεμένη ανάσα της ποίησης, θέλει σεντόρια φωνή τούτος ο κόσμος.
Γι’ αυτό μαζί σου θα φωνάξω:

Τα τίποτα διαβαίνουν και περνούν
σημαιοστόλιστα μπαλκόνια να θωρούν
μηδενικά θεόρατ’ αποδίδοντα τιμάς,
υμείς υμών υμίν υμάς,
ρέ ποιητή δέ μας γαμάς!!
Κωστής Ταξιδεύων


Η σιωπή των τίποτα!

Κι όταν με το καλό θα ρθείς
στην άλλη μορφή της λογικής
ρωγμές δακρύων καταπιείς
κι αποκαίδια της ποικίλης γης,
όρθωσε τ’ ανάστημά σου,
βάλε μπρος τα χωρατά σου
μην αποκάμουν τ’ αχαμνά σου.
Αυτό που ζεις στο ποτάμι της σιωπής
δέν τό ‘πε μήτε σοφός μήτε πιοτής·
τό ‘γραψε ένας Φανφάρας· ποιητής.
Κακομοίρη· μήν το χάψεις και πνιγείς
και πεθαμένο σου πουν κατόπιν εορτής,
σου τά ‘ψαλλε ένας πρώην, ήττων Ηρακλής!
Κι αν ήταν νά ‘χεις γλώσσα να φωνείς
θα λέν νά ένας λόγιος παπαρδελής,
ποιητόρος κι ουραίος κουιρουκλής.
Ετούτος είν’ ένας καριόλης γιαλατζής,
σταλινικός, βέρος κομμουνιστής.
-Η ποίηση είναι πάντα, της σιωπής.
Τί ψάχνεις με την τέχνη σου να βρείς
σε τούτο το ντουνιά της ταφικής σιωπής;
Αφουγκράσου της σιωπούσας ακοής
κι ονοματίσου λαθραίος ξακουστής!
Λάθρα ‘πό δώ, χέρια ‘πό κεί,
ιδανικός λαθρόχειρας γενού και σύ,
λαθροθηρεύων την ακουστική
επί χειρολακτούντων, γιώτα χί.
Τα τίποτα διαβαίνουν και περνούν
σημαιοστόλιστα μπαλκόνια να θωρούν
μηδενικά θεόρατ’ αποδίδοντα τιμάς,
υμείς υμών υμίν υμάς,
ρέ ποιητή δέ μας γαμάς!!
Ευάγγελος Γιαννελάκης


Το φώλι που είναι;

Με βασανίζει εδώ και μέρες, μήνες, χρόνια
Πως έγινε;
Αφού βλέπαμε το κακό που θα μας συμβεί, γιατί το αφήσαμε;
Γιατί τους αφήσαμε;
Ποιός; Ποιοί; Πως;
Όλα ήταν δικά τους, το παιχνίδι ήταν στημένο από χρόνια.
Ένα παράδειγμα απλό, δεν είμαι εγώ πολιτικός με το μεγαλύτερο απ' όλα χρέος, να προστατέψω τον ανίδεο λαό.
Ήμασταν 100 μαγαζάκια στη μικρή μου πόλη. Βγάζαμε το ψωμί μας. Δίπλα απέραντα χωράφια, βουνά, λίγα εργοστάσια αλήθεια, ο κόσμος μετανάστευε και τότε δουλειές δεν υπήρχαν, είχαμε περάσει στο Αμερικάνικο όνειρο. Στον τωρινό εφιάλτη.
Υπόγεια μας έσκαβαν το λάκο μας. Οι νεκροθάφτες του λαού.
Μας ξεγέλαγαν, από τας οθόνας, η Ελλάδα, η Ελλάδα της ανάπτυξης.
Πάντα έλεγαν αυτό που ο κόσμος ήθελε να ακούει. Πάντα έκαναν αυτό που άνοιγε τους ασκούς του Αιόλου. Όλα ήταν προσχεδιασμένα.
Τα 100 μαγαζάκια τα έκαναν 500, επιδοτώντας άκαρπες θέσεις. Αντί να επιδοτήσουν παραγωγικές. Μια μικρή βιοτεχνία, ένα μικρό εργοστάσιο. Έτσι άρχισαν τα προβλήματα.
Μετά άρχισε το τελικό στάδιο της αρπαγής κεφαλών. Η κάθε πόλη γέμισε από τα καταναλωτικά μεγαθήρια,- δικά τους συμφέροντα. Θεός της χώρας μας έγινε η κατανάλωση, μέσα σε ένα περιβάλλον μανιακής καταστροφής. Στέρευε η παραγωγή μας. Οι άνθρωποι μαζεύτηκαν στις πόλεις. Ερήμωσαν τα χωριά μας. Η γραφειοκρατία και δημοσιουπαλληλισμός κορυφώθηκαν. Μπήκαμε στα γρανάζια διακινώντας το χρήμα τους. Τι ωραία που μας ξεγέλασαν...Η διαφημιστές έκαναν χρυσές δουλειές, τα Golden Boys με τις γραβάτες έγιναν το πρότυπο, τα τζάκετ του '70 εκσυγχρονίσθηκαν. Αργά και σταθερά, μέσω σκανδάλων και καναλοουρλιαχτών, φτάσαμε δυό στις τρεις λέξεις που παραμιλάει όλη η χώρα, να είναι η λέξη ευρώ.
Υπάρχει τώρα γυρισμός στη γη μας, υπάρχουν εργοστάσια να δουλέψουν οι νέοι μας, ούτε η πίτσα, ούτε ο καφές παράγει, δεν είναι δουλειά η λάντσα στο μέλλον μιας χώρας.
Που θα δουλέψουν τώρα οι πτυχιούχοι νέοι μας, όταν το σύνθημα ήταν όλοι στα πανεπιστήμια, μέσα από την παραπαιδεία του εμπορίου;
Ποιός τώρα θα μιλήσει με ανθρώπινη γλώσσα, πέρα από ακατανόητους αριθμούς των οικονομολόγων;
Ποιος τώρα θα πει στα παιδιά που έμαθαν στα θρανία της θεωρίας, ότι πρέπει να μεταναστεύσουν πάλι για να ζήσουν;
Ποιος από αυτούς και ποιος από μας τολμάει να κοιτάξει ένα παιδί που ξεγέλαγε για χρόνια στα μάτια;
Άμα δεν έχει φώλι, δεν γεννάει η κότα. Ούτε το φώλι δεν έχουμε πια. Πορευόμαστε καναλοδαρμένοι στο αβέβαιο ..
Υπάρχουν λύσεις. Ο πλούτος της χώρας μας, όπως και ο πλούτος της γης περισσεύει.
Με θετικές προτάσεις ας πορευτούμε. Το μέλλον είναι οι μικρές κοινότητες της παραγωγής και της αυτονομίας. Αυτό που χάσαμε.
Πρώτα απ’ όλα όμως επιβάλλεται να φύγουν οι κλέφτες της ζωής των άλλων.
Ως τότε αντίσταση και αλληλεγγύη.
Κωστής Ταξιδεύων


''Άκου Ποιητή

Άσε μια χαραμάδα κάπου
Να φανεί μια αχτίδα
Για την υπόλοιπη ζωή μας
Ζωγράφισε αστέρια στη νύχτα Ποιητή
μη στέκεσαι στο βάθος του πηγαδιού ευθυτενής
Κοίτα πάνω
Θέλουμε μια ελπίδα από Σένα
Aς μοιάζει με ψευδαίσθηση
''

Κωστής Ταξιδεύων






[σύνθεση: André Martins de Barros ]
το παραπάνω ποίημα μαζί με τη φωτογραφία δημοσιεύτηκε στο ΑΙΤΙΟΝ ΚΙΝΗΜΑ
https://www.facebook.com/aition.kinima


Φέρναμε φοίνικες από το Λαύριο
για να φυτρώσουν στις αυλές
χτικιάρης ουρανός θολό το αύριο
και κάτι βρώμικες ψυχές

Κι όλο ψάχναμε να βρούμε μια γωνιά
να μπολιάσουμε τη νύχτα για ν' ανθίσει
ρίχναμε κρασί μες στη μητέρα φύση
να πλύνει το φονιά

Φέρναμε χρώματα απ' τη Μακρόνησο
και κάτι σίδερα παλιά
νυχτώνει στις καρδιές και στη χερσόνησο
παντού τριγύρω ερημιά

Κι όλο ψάχναμε να βρούμε μια γωνιά
να μπολιάσουμε τη νύχτα για ν' ανθίσει
ρίχναμε κρασί μες στη μητέρα φύση
να πλύνει το φονιά
">


">




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου