έχε το νου σου στο παιδί..




Πέμπτη, 18 Οκτωβρίου 2012

Στους ευαίσθητους ληστές...

................
Η δυναμη της παλης εξαρταται απο το ποσο ΑΓΑΠΗ εχεις μεσα σου για τα ΓΥΡΩ ΜΑΣ και οχι για τον εαυτο σου!
Ερχονται ομως στιγμες που νοιωθεις το αδικο και τα αυτονοητα να μην τα κατανοουν οι διπλανοι σου.
Τοτε , ετσι σουρχεται να γινεις ενας τεραστιος Κινγκ Κογκ να πιασεις το μεγαλυτερο παγοβουνο που δεν εχει ακομα προλαβει να λοιωσει, απο την ανθρωπινη ηλιθιοτητα, και να το σκασεις πανω στη χωρα σου , να τα ισοπεδωσεις ΟΛΑ, ΟΛΑ μα το θεο, μα τον Αλαχ, μα τον Aγιο Κωνσταντινο, να αρχισει επιτελους απο την ΑΡΧΗ, αυτη η ρημαδοζωη που ζουμε , εμεις , ΕΣΕΙΣ οι......"ευαισθητοι ληστες"...

Για τους ξεκαθαρους ,ευαισθητους ληστες ΦΙΛΟΥΣ μου ΦΙΛΕΣ ΜΟΥ το τραγουδακι...


"Μα τώρα που 'φτασε η στιγμή


να κλείσουν οι λογαριασμοί


ποιος τάχα θα μπορέσει


να δει πως είχα μια καρδιά


σαν της αγάπης τα παιδιά


και να με συγχωρέσει..."


που ενω κουβαλανε σταυρο καραμπινατο , λενε οχι στις αυτοκτονιες των συνανθρωπων μας,

Α Ν Τ Ι Σ Τ Α Θ Ε Ι Τ Ε !!

"Θα πεθάνω, Θάνατε, όχι όταν θελήσεις εσύ, αλλά όταν εγώ θα θελήσω. Σε τούτη την έσχατη ολική πράξη , δεν θα γίνει το δικό σου, αλλά το δικό μου. Παλεύω τη θέλησή σου. Παλεύω τη δύναμή σου. Σε καταπαλεύω ολόκληρον. Μπαίνω μέσα στη γη, όταν εγώ αποφασίσω, όχι όταν αποφασίσεις εσύ. Και σένα σε αφήνω ρέστο και ταπί. Με βλέπεις κατεβασμένο στον Άδη αφεαυτού μου και αυτοθέλητα. Και ανατριχιάζεις εσύ και το βασίλειό σου. Ο τάφος, η ταφόπλακα, το σκοτάδι, το ποτέ πια και όλα σου τα υπάρχοντα μπροστά στην πράξη μου και στην επιλογή μου μένουν εμβρόντητα και χάσκουν." Δημήτρης Λιαντίνης


Τ ακους Μαρια?

........................
"Θαρθεί καιρός που θ' αλλάξουν τα πράματα.
Να το θυμάσαι Μαρία.
Θυμάσαι Μαρία στα διαλείμματα εκείνο το παιχνίδι
που τρέχαμε κρατώντας τη σκυτάλη
- μη βλέπεις εμένα - μην κλαις. Εσύ είσαι η ελπίδα
Ακου, θα 'ρθει καιρός
που τα παιδιά θα διαλέγουν γονιούς
δε θα βγαίνουν στην τύχη
Δεν θα υπάρχουν πόρτες κλειστές
με γυρμένους απ' έξω
Και τη δουλιά
θα τη διαλέγουμε
δε θάμαστε άλογα να μας κοιτάνε στα δόντια.
Οι άνθρωποι - σκέψου! - θα μιλάνε με χρώματα
κι άλλοι με νότες
Να φυλάξεις μοναχά
σε μια μεγάλη φιάλη με νερό
λέξεις κι έννοιες σαν κι αυτές
απροσάρμοστοι-καταπίεση-μοναξιά-τιμή-κέρδος-εξευτελισμός
για το μάθημα της ιστορίας.
Είναι Μαρία - δε θέλω να λέω ψέματα -
δύσκολοι καιροί.
Και θάρθουνε κι άλλοι.
Δεν ξέρω - μην περιμένεις κι από μένα πολλά -
τόσα έζησα τόσα έμαθα τόσα λέω
κι απ' όσα διάβασα ένα κράτησα καλά:
"Σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος".
Θα την αλλάξουμε τη ζωή!
Παρ' όλα αυτά Μαρία."
Κατερινα Γωγου




Μια μέρα πριν φύγει

Η ταξίδι ήταν από καιρό στο μυαλό του. Ίσως από τη μέρα που γεννήθηκε. Πουλί ήθελε να γεννηθεί. Δέντρο γεννήθηκε. Έζησε όλους τους αέρηδες πάνω στα φύλλα του, τον ήλιο να καίει, το χαλάζι να τρυπάει. Αυτός εκεί. Ξόδευε
όνειρα. Ο Δον Κιχώτης έβλεπε ανεμόμυλους. Αυτός ολόκληρο τον Ουρανό.

Άκουσε τις φωνές και πετάχτηκε έξω. Η πλατεία γέμισε κόσμο. Ένα βουητό απόγνωσης.
-Tι έγινε;
-Ο Σοφοκλής
-Ο Σοφοκλής τι;

Ο Σοφοκλής ήταν 33 χρονών. Σπούδασε σκηνοθεσία στη σχολή Σταυράκου. Δεν υπήρχε ακόμα καμία κρατική σχολή στην Ελλάδα, πριν 15 χρόνια που τελείωνε το Λύκειο.
Ο πατέρας του είχε το κουρείο στη γωνία Βίκτωρος Ουγκώ και Θεμιστοκλέους. Από εκείνα τα παλιά κουρεία, που θύμιζαν ασπρόμαυρο ελληνικό κινηματογράφο.
''Κουρείον . Στην τρίχα''. Η πινακίδα του.
Ένας άσπρος πάγκος που έγινε γκρίζος απ’ τα χρόνια, ένας καθρέφτης ξεθωριασμένος στις άκρες, μια καρέκλα με ψηλά πόδια και μαξιλαράκι, δυό ψαλίδια , δυό μηχανές του μπαρμπέρη, μια χτένα φαρδιά απ’ τη μια πλευρά στενή απ’ την άλλη, ένα πινέλο μέσα σ’ ένα δοχείο σαν μικρό δισκοπότηρο, πούδρα, κολόνια και καθαρά άσπρα νάυλον πανιά που τα έδενε στο λαιμό όταν κούρευε. Στους τοίχους, μια ασπρόμαυρη κορνίζα της δεκαετίας του 50 της πόλης που ήταν νέος, μια εβδομαδιαία ασπρόμαυρη, δίπλα δίπλα ο πατέρας του και η μάνα του σε περασμένη ηλικία, και ακόμα μία με τον Μάρλον Μπράντο στα νιάτα του. Γεννηθήκαμε την ίδια μέρα και την ίδια χρονιά, 3 Απριλίου 1924 με τον μεγαλύτερο ηθοποιό όλων των εποχών, έλεγε ο κυρ Παντελής, όταν τον ρωτούσαν που κολλάει ο Μπράντο στο παραδοσιακό του κουρείο.

Από έξι χρονών ήξερε τον Σοφοκλή. Πήγαινε μόνος του στο βιβλιοπωλείο που μόλις είχε ανοίξει απέναντι. Στην άλλη πλευρά της πλατείας.
Ο Σοφοκλής έπλαθε σενάρια για ένα καλύτερο κόσμο και έκανε ταινίες μικρού μήκους. Η Αγγελική στο πηγάδι, μόλις τον Σεπτέμβρη που πέρασε, πήρε το πρώτο βραβείο στο Φεστιβάλ Δράμας.
Είχε πάθος με τον σινεμά από μικρός. Και με τα βιβλία. Και με τη μουσική. Έπαιζε ντραμς. Άκουγε τα πάντα. Σαν να τα μελετούσε. Ήθελε να συνεχίσει σπουδές έξω. Δεν είχε λεφτά.
Τελείωσε τη σχολή, γνωρίστηκε με μεγάλους Έλληνες σκηνοθέτες, δούλευε κατά καιρούς στις ταινίες τους σαν βοηθός σκηνοθέτη, δεν ήθελε να πάει στο στρατό, αλλά τελικά πήγε, έκανε διάφορες δουλειές του ποδαριού, νύχτες στη λαχαναγορά, αποθηκάριος σε εκδοτικούς οίκους, γκαρσόν σε ταβέρνες, μπάρμαν σε μπαράκια, ακόμα και ελαιοχρωματιστής δούλεψε ένα φεγγάρι.
Έλεγαν ότι κάποια ερωτική απογοήτευση τον έφερε πίσω στην επαρχία. Αυτός δεν έλεγε ποτέ γιατί.

Ο κυρ Παντελής πέθανε στα πόδια του, στις 2 Ιουλίου 2005, ένα χρόνο και μια μέρα μετά αφού πέθανε ο Μάρλον Μπράντο. Μόνο που ο Μάρλον έζησε πολλές ζωές σε μία, ενώ ο κυρ Παντελής μία και μοναδική.
Το κουρείο ήταν κλειστό για δυό χρόνια. Κλειστόν λόγω θανάτου του κουρέα, έγραφε στο τζάμι.

Τον Αύγουστο του 2007, πριν ακόμα κανένας υποπτευθεί που πήγαινε η χώρα, μέσα σε δέκα μέρες το κουρείον έγινε ένα από τα πιο in κομμωτήρια της πόλης.
Στη τζαμαρία έγραφε:

Hairdressing
Coiffure
Friseur
Κομμώσεις

Το ψαλίδι.

Το κουρείο είχε μεγαλώσει, νοικιάζοντας και το διπλανό μαγαζί. Πέντε αναπαυτικές πολυθρόνες απ’ αυτές που σου κάνουν μασάζ στην πλάτη, μπροστά από έναν θεόρατο καθρέφτη. Δερμάτινοι καναπέδες με τραπεζάκια από ειδικό γυαλί φιλοξενούσαν όλα τα περιοδικά του κουτσουμπολιού της Αθήνας, πίνακες με διάφορα στυλ μαλλιών στους τοίχους, κόκκινα βαμμένα μαλλιά, μωβ, πορτοκαλί, παράξενα κουρέματα, με τσουλούφια που να πέφτουν στα μάτια, κουρέματα γουλί με αλογοουρά ως την πλάτη, αντρικά και γυναικεία κεφάλια απ’ τη μια στιγμή στην άλλη άλλαζαν όψη και κόψη.
Ο Σοφοκλής με τα μαλλιά ριγμένα στις πλάτες, σεμνά και ταπεινά ήταν ο κομμωτής. Ο κομμωτής που κέρδισε τη νεολαία, όλα άστραφταν όπως τα όνειρα που φυτεύει στο μυαλό των παιδιών η χολιγουντιανή αερόφουσκα.

Ο Παντελής είχε αλλάξει. Δεν άλλαξε όμως. Ήξερε τι θα έκανε.
Δεν το έκανε ποτέ όμως. Γιατί έκανε αυτό που δεν ήθελε.

Το δάνειο στην τράπεζα, η κληρονομιά του μαγαζιού στην εφορία, ο μισθός της ξανθιάς κοπελίτσας που έλουζε τα μαλλιά, της μελαχρινής που μάζευε τις πετσέτες και τις τρίχες, του βοηθού κομμωτή, το ΙΚΑ και το ΤΕΒΕ, η ΔΕΗ και η ειδικές εισφορές από τους κρατικούς ειδικούς του έκαναν την τσέπη τρύπια. Πιο τρύπια κι απ’ την τρύπα των ειδικών.
Τον τελευταίο καιρό τον πίεζε η εφορία. Όλα άρχιζαν να τον πιέζουν ασφυκτικά.. Τα χτυπήματα ήταν περισσότερα, από τα χτυπήματα των παλαιστών στο ρινγκ. Τα κουρέματα πολύ λιγότερα. Στην Ελλάδα στατιστικά, μειώθηκαν στο μισό τα κουρέματα τα δυό τελευταία χρόνια.

Εκείνο το πρωί τρεις εφοριακοί μπήκαν στο κομμωτήριο με το καλημέρα.
-Μέχρι αύριο ή πληρώνεις ή σου φοράμε χειροπέδες.
-Φύγετε
-Αν δεν ακολουθήσεις δεν φεύγουμε.
-Μου καταστρέψατε τη ζωή. Φύγετε
Οι τρείς γραβατωμένοι έκατσαν στις πολυθρόνες και ξεφύλλιζαν τα life systems περιοδικά. Δεν μιλούσαν. Τι περίμεναν;

Ο Σοφοκλής άνοιξε το συρτάρι. Πήρε το κρητικό μαχαίρι. Αυτό που έγραφε σκαλιστά, Για Σένα, με πλάγια σκαλιστά γράμματα. Το έβαλε στο λαιμό του.
- Ή φεύγετε ή το καρφώνω στο λαιμό μου.
- Κάντο αν είσαι άντρας, τον προκαλεί ο ένας.

Αυτό ήταν. Όσα δεν φέρνει ο χρόνος τα φέρνει η ώρα.

Ο Σοφοκλής με πολύ δύναμη, με μια απεγνωσμένη ζωτική ενέργεια, τράβηξε το μαχαίρι πάνω στην καρωτίδα του.
Έπεσε. Μαζί του έπεσε μια ολόκληρη ζωή που ονειρεύτηκε. Μια ζωή που δεν έφτασε ποτέ στο τέλος. Έμεινε στην αρχή ενός παιχνιδιού.
Κάποτε θα γινόταν σκηνοθέτης. Κάποτε θα έλεγε μέσα από την πρώτη ταινία του, ότι ο παλιός κόσμος είναι ήδη νεκρός. Ένας καινούριος κόσμος θα γεννηθεί απ’ τις στάχτες του.
Δεν πρόλαβε να το πει. Ο παλιός κόσμος τον πρόλαβε.

Οι τραυματιοφορείς του ασθενοφόρου, τον σκέπασαν μ’ ένα άσπρο σεντόνι. Το ασθενοφόρο τον μετέφερε στο χειρουργείο.
Στην τσέπη του ήταν το έγγραφο που υπέγραψε την προηγούμενη μέρα στο Δημαρχείο.
''Αν πρόωρα έρθει ο θάνατος, επιθυμώ να δοθούν τα όργανα του σώματος μου να σωθούν άλλες ζωές. Επίσης επιθυμώ ότι απομείνει, από το σώμα μου, να καεί. Η στάχτη μου να ριχθεί σε ένα ποτάμι, κοντά στη θάλασσα''.

Η πλατεία γέμισε ασφυκτικά κόσμο. Οι γύρω δρόμοι πλημμύρισαν από ανθρώπους κάθε ηλικίας. Έρχονταν κι άλλοι. Κι άλλοι. Ο κεντρικός δρόμος της πόλης βούιζε από φωνές διαμαρτυρίας, χωρίς σημαίες. Στην κεντρική γέφυρα ήταν αδιαχώρητο. Το ποτάμι από κάτω συνέχιζε να κυλλά, με τον ίδιο προορισμό, να συναντήσει τη θάλασσα. Οι δυό πλατείες έσμιξαν.
Τέτοια κοσμοπλημμύρα δεν έγινε ποτέ στην πόλη. Ποτέ.
Ποτέ άλλοτε δεν ακούσθηκε τόσο δυνατά ένα σύνθημα.

Ούτε ένας άνθρωπος νεκρός. Ούτε ένας.

Ήταν ακόμα η αρχή του πολέμου. Κανένας δεν ήξερε πόσοι θα είναι οι νεκροί στο τέλος. Η τρόικα εσωτερική και εξωτερική είχαν βάλει στόχο να σώσουν τη χώρα. Για να γίνει αυτό έλεγαν θα πρέπει να σκοτώσουμε τουλάχιστον τους μισούς. Αναίμακτα όσο γίνεται. Να φαίνεται ότι από καρδιά ήταν, από εγκεφαλικό, από καρκίνο, τις αυτοκτονίες ποτέ να μην τις λέμε στις ειδήσεις. Εξ’ άλλου ήταν τόσες πολλές κάθε μέρα που ένα ολόκληρο δελτίο δεν θα χωρούσε.
Τόσα σκοτωμένα όνειρα παιδιών, ήταν φρίκη.

Την άλλη μέρα θα ανέβαινε στο πρωινό τρένο για την Αθήνα.
Και δεν θα ξανακατέβαινε. Η ζωή του από εδώ και πέρα θα ήταν μες τα τρένα.
Οι σκέψεις του πάλι τον βύθισαν στο σκοτάδι.
Άνοιξε τον σάκο και έβγαλε το βιβλίο του.
Ανοιξε τυχαία σε μια σελίδα:

"Θα πεθάνω, Θάνατε, όχι όταν θελήσεις εσύ, αλλά όταν εγώ θα θελήσω. Σε τούτη την έσχατη ολική πράξη , δεν θα γίνει το δικό σου, αλλά το δικό μου. Παλεύω τη θέλησή σου. Παλεύω τη δύναμή σου. Σε καταπαλεύω ολόκληρον. Μπαίνω μέσα στη γη, όταν εγώ αποφασίσω, όχι όταν αποφασίσεις εσύ. Και σένα σε αφήνω ρέστο και ταπί. Με βλέπεις κατεβασμένο στον Άδη αφεαυτού μου και αυτοθέλητα. Και ανατριχιάζεις εσύ και το βασίλειό σου. Ο τάφος, η ταφόπλακα, το σκοτάδι, το ποτέ πια και όλα σου τα υπάρχοντα μπροστά στην πράξη μου και στην επιλογή μου μένουν εμβρόντητα και χάσκουν." Δημήτρης Λιαντίνης

Έξω έβρεχε. Νεροσυρμές στο τζάμι.
Κ.Τ.




Παρ ολα αυτα.....

http://rigasili2.blogspot.com/2009/06/blog-post_18.html?spref=fb





απο μενα....

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου