έχε το νου σου στο παιδί..




Σάββατο, 13 Οκτωβρίου 2012

Σαν αιώνιο μυστικό




''Απ΄ τη μέρα που γεννήθηκα ακούω μέσα μου εκείνο το κλάμα.

Το πρώτο κλάμα.
Χτες είχε γενέθλια η κόρη μου. Γεννήθηκε τριάντα χρόνια μετά από μένα. Την ίδια μέρα και την ίδια ώρα. Πέμπτη στις 12 το μεσημέρι. Είχα φορέσει μια πράσινη ιατρική ποδιά και έβλεπα πως ξεπρόβαλε το κεφαλάκι της απ’ τη μήτρα της μάνας της. Το κλάμα του νεογέννητου. Ο ομφάλιος λώρος κόπηκε. Πρώτα την πήρε στην αγκαλιά της η γυναίκα μου. Μετά εγώ. Ήμασταν ευτυχισμένοι.
Πριν από τρεις μέρες είχε πεθάνει η γιαγιά μου. Πήρε μαζί της κι ένα κομμάτι απ’ τη ζωή μου. Το κλάμα του θανάτου.
Η γιαγιά μου έφυγε. Η κόρη μου γεννήθηκε. Η φύση γεμίζει το κενό. Αέναος κύκλος.
Όταν ήμουν δύο χρονών μπορούσα να ξεχωρίσω μια άσπρη προβατίνα από μια μαύρη. Πήρε ένας ολόκληρος χρόνος να μάθω τα άλλα χρώματα.
Το άσπρο και το μαύρο με καθόρισαν όταν ήμουν παιδί. Τη μέρα την έλεγα άσπρη, τη νύχτα μαύρη. H Ελλάδα ήταν τότε ασπρόμαυρη. Το παιχνίδι άσπρο, το σχολείο μαύρο. Μακριά είναι το σκοτάδι, κλείσε τα μάτια να το δεις, έλεγε συχνά η γιαγιά.
Η μαμά με πήγε την πρώτη μέρα στο σχολείο. Ήμουν επτά χρονών. Όταν έφυγε, έφυγα κλαίγοντας κι εγώ. Το θυμάμαι εκείνο το κλάμα. Ακόμα δεν τελείωσε.
Μερικά κλάματα δεν τελειώνουν ποτέ.
Την άλλη μέρα συμβιβάστηκα με το σχολείο. Ήταν ο πρώτος μεγάλος συμβιβασμός στη ζωή μου. Μέχρι τότε συμβιβαζόμουν μόνο με τα παραμύθια της γιαγιάς για να τρώω το φαγητό μου. Η μαμά δεν μου έλεγε πολλά παραμύθια, γιατί έκανε συνέχεια δουλειές. Το πρωί ξυπνούσε νωρίς να ζυμώσει το ψωμί. Η μαμά όταν ζύμωνε φορούσε μαντίλα, να μη πέσει κάποια τρίχα απ’ τα μαλλιά της στο ψωμί. Μετά έκανε πίτα. Δεν ξέρω αν εκτός από το Θείο Βάνια, άλλη γυναίκα έκανε περισσότερες πίτες. Τυρόπιτα, σπανακόπιτα, χορτόπιτα λαχανόπιτα,, κρεμυδόπιτα, κοτόπιτα, κρεατόπιτα, γαλατόπιτα, κολοκυθόπιτα, καρυδόπιτα, μελόπιτα. Νομίζω ότι μεγάλωσα τρώγοντας πίτα. Τις Κυριακές τρώγαμε κρέας, πότε στη γάστρα με πατάτες, πότε στη κατσαρόλα με μακαρόνια.
Ο πατέρας έλειπε στα χωράφια, στα πρόβατα, στο καφενείο. Ο μπαμπάς οδηγούσε το τρακτέρ. Ήθελα να μεγαλώσω γρήγορα να οδηγήσω κι εγώ το Zetor.
Έπρεπε όμως να τελειώσω το δημοτικό. Και ήμουν ακόμη στην πρώτη τάξη….''

Έβαλε το σελιδοδείκτη της Αγαπημένης του στο βιβλίο. Ακούμπησε τους αγκώνες του στα γόνατα. Οι αντίχειρες κρατούσαν το σαγόνι του. Τα γένια του είχαν μεγαλώσει. Τα δάχτυλά του έγιναν κατακόκκινα τριαντάφυλλα. Η ανάσα του μύριζε θυμάρι Κεφαλονιάς. Η πορτοκαλί μπλούζα του Άρωμα από το Αιγαίο. Ο σάκος του ροζέ κρασί Μονής του Αγίου Ο ρους. Ένα άρωμα τον τύλιξε ολόκληρο. Απροσδιόριστο. Ήταν μόνος του στο κουπέ.
Από το ταβάνι κρεμόταν ένας κάτασπρος γλάρος. Ανοιγόκλεινε τα φτερά του. Τα φτερά του χάιδευαν τρυφερά τα ασημένια μαλλιά του. Έρωτας και αλμύρα γέμισαν το βαγόνι ολόκληρο. Η πόρτα άνοιξε μόνη της. Ένα τεράστιο υπερωκεάνιο κύμα γέμισε το κουπέ.
Βρέθηκε στο βυθό. Ολόγυμνος, παραδομένος, τα χρυσόψαρα έπαιζαν μαζί του, ο Χαρούλης τραγουδούσε μόνο γι’ αυτόν χαμογελώντας Άγιους ήχους, το σώμα του έγινε ανάλαφρο σαν του Αγαπημένου, κολυμπούσε στην ανείπωτη ευτυχία της μαγικής πραγματικότητας.
Όταν βγήκε στην επιφάνεια κρατούσε στην αγκαλιά του ένα τεράστιο κοχύλι. Το πιο μεγάλο κοχύλι που είδε ποτέ στη ζωή του. Το πιο εύθραυστο. Το φίλησε τρυφερά. Σαν αιώνιο μυστικό.
Οι παράλληλες γραμμές σαν παράλληλες ζωές. Όλες έσμιγαν σε ένα σημείο. Σε μια λέξη. Σε μια φωνή. Σ’ έναν αντίλαλο. Από το χτες, από το τώρα, από το αύριο.
Έβγαλε από το σάκο του το ξύλινο σημειωματάριο που είχε πάρει μαζί του. Δεν ήθελε να γράψει τη λέξη με το μολύβι του.
Τρύπησε με ένα βελόνι την παλάμη του.
Με το βελόνι την έγραψε. Και το αίμα του



Εύχομαι μέσα απο την καρδιά μου, το ξύλινο σημειωματάριό σου, κάποτε να γεμίσει με την
"ΑΓΙΑ ΠΕΝΑ" που τόσο αυθεντικά κρύβει μέσα,  η Ψ υ χ ή  Σ ο υ!
Και θα γεμίσει, σαν Ολόγιομο Φεγγάρι , το πιστεύω.

Με ένα τραγούδι για ΣΕΝΑ , ένα τόσο δα, Ευχαριστώ ...για τη λέξη που εφερε βροχή ...
μα πιο πολύ..
που ΥΠΑΡΧΕΙΣ αναμεσά ΜΑΣ..


Ο



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου