έχε το νου σου στο παιδί..




Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2011

...............................Χριστούγεννα Μαζί




Ήρθες μες τη βαθιά σιωπή μου και έγινες ήχος της ζωής
Ένα ταγκό των Χριστουγέννων που θα χορέψουμε μαζί
Στον ώμο σου ακουμπώ το χέρι και εσύ με σφίγγες με ποθείς
Μέσα στα είναι μας χορεύει η ανάσα τούτης της στιγμής
Τη μέση τρυφερά μου αγγίζεις στο άγγιγμα σου δες ριγώ
τα χείλη μου με νέκταρ ντύνεις και εγώ σε πίνω και μεθώ
Όσο κρατάει ένα τραγούδι , όσο κρατεί ένας χορός
Θα πιω τη γεύση της ψυχής σου και εσύ απ τα μάτια μου το φως
Όσο κρατάει ένα τραγούδι , όσο κρατεί ένας χορός
Θα ακούω την ανασαιμιά σου θα ψιθυρίζω «σ αγαπώ»
Και όταν τελειώσει ο χορός μας και τελειώσει η γιορτή
θα έχω ζήσει τη ζωή μου ολόκληρη σε μια στιγμή...



Σ' Αγαπώ


 
Ήταν στην ουρά. Άρχιζε να βρέχει. Δεν φοβάμαι τη βροχή του είπε.
Ο Πύργος του Άιφελ χθες φάνταζε Όνειρο. Όπως και το Παρίσι.
Η σκέψη να ρθουν στο Παρίσι τους γεννήθηκε την ώρα που έβλεπαν μαζί στο Ολύμπιον την τελευταία ταινία του Γούντυ Άλλεν.
Πάμε; Πάμε.



Άνεργοι και οι δυό. Οι τελευταίες οικονομίες είχαν κάνει φτερά. Χωρίς φτερά δεν πας πουθενά της είπε. Ο κόσμος μικραίνει, ίσα με τους τέσσερις τοίχους μιας φυλακής.
Μεσάνυχτα στο Παρίσι. Μετά τον σινεμά περπάτησαν στους δρόμους. Ήθελαν όμως να περπατήσουν στο Φως. Η Αθήνα τα τελευταία χρόνια είχε γίνει μια πληγή μέσα τους.
Μια πληγή μέσα τους , μια πληγή έξω. Κατέβαιναν την Ιπποκράτους, τα μισά μαγαζιά ερημωμένα, άνθρωποι, μάσκες της θλίψης, περπατούσαν αμίλητοι, την έσφιξε πάνω του. Τέλη Νοέμβρη. Μεσάνυχτα στην Αθήνα .
Σταμάτησαν μπροστά στη βιτρίνα ενός βιβλιοπωλείου, Ποιήματα  του William Butler Yeats,Τα πιο γνωστά ποιήματα του Edgar Allan Poe, ΝΙΤΣΕ Η βούληση για ισχύ και τέχνη. Μας διώχνουν τα πράγματα και η ποίηση είναι το τελευταίο καταφύγιο που φθονούμε, Καρυωτάκης της είπε. Όπως τα όνειρα. Η σειρήνα του ασθενοφόρου τους διέκοψε πάνω στο γλυκύτερο φιλί
  Ακουμπισμένος στον τοίχο ο ρακένδυτος γέρος ζητούσε -μια βοήθεια, ένα νεαρό ζευγάρι πέρασε δίπλα τους, μοσχοβόλησε το άρωμά τους. Μπήκαν στο αγαπημένο τους στέκι, μπαρ 1900. Έπαιζε το Sodade της Cesaria Evora. Ζούσαν τα χρόνια της χολέρας. Πόνος και θλίψη παντού. Το άλλοτε γεμάτο μπαράκι έπαιζε τώρα μονάχο του την Historia de un amor πάλι της Evora.Ο πίνακας με τον ξεσηκωμό των κολίγων μπροστά στα μάτια τους, τους γέμιζε κι άλλη θλίψη. Τα χρόνια που πέρασαν έμοιαζαν επικά. Τούτα ήταν τα χρόνια των αριθμών. Άνθρωποι αριθμοί στον μαυροπίνακα του σχολείου. Μια κιμωλία κι ένα σφουγγάρι.
  Γύρω στις 4 το πρωί το κρύο περόνιαζε. Τα παγκάκια της Διδότου ήταν γεμάτα από ανθρώπους που κοιμόταν σκεπασμένοι με κάποια κουβέρτα. Αισθάνθηκαν τυχεροί. Είχαν το παλιό δυάρι του πατέρα της,  να μένουν. Μπήκαν μέσα. Παγωμένο. Χώθηκαν κάτω απ’ τρεις κουβέρτες, έκαναν τρυφερά έρωτα και αποκοιμήθηκαν μέσα στη ζεστασιά τους.
Τον ξύπνησε ο ήλιος που μπήκε απ’ τις χαραμάδες, γύρω στις 9.Η μέρα δεν είχε κανένα σκοπό, κανένα όνειρο. Έριξε νερό στα μάτια του κι έβαλε το μπρίκι στην γκαζιέρα. Η Μυρτώ κοιμόταν γλυκά, δεν θέλησε να την ξυπνήσει.
Της έγραψε ένα σημείωμα:
 Σ αγαπώ. Θα τα πούμε το βράδυ. Μην ανησυχήσεις.
Βγήκε στο δρόμο. Δεν άντεχε άλλο το τίποτα. Όσες πόρτες και να χτύπησε για δουλειά, καμία δεν άνοιξε. Τα τελευταία χρήματα που είχαν, έφταναν δεν έφταναν ως το τέλος του χρόνου. Και τώρα στο μυαλό του κόλλησε και το Παρίσι. Τα πιο αλλόκοτα πράγματα στις πιο αλλόκοτες εποχές. Μέσα του ζούσε σαν μελλοθάνατος, έξω σαν άνεργος. Στη Σταδίου χώθηκε μες τη πορεία, έφθασε μέχρι το Σύνταγμα. Το πήρε απόφαση.
Όταν ο Πέτρος τα έχασε όλα, τα μόνα που πήρε απ’ το σπίτι του ήταν τα βιβλία και τα τραγούδια του. Αυτά αμπαλάρισε κι έφυγε. Τώρα στην αποθήκη του παιδικού του φίλου του Στέλιου, άνοιγε τον κρυμμένο θησαυρό του. Αύριο στην Ερμού θα τα βγάλει στο σφυρί. Ότι πιο πολύτιμο είχε.
Γυμνοί στην έρημο να αναμετρηθούμε με τη ζωή έλεγε, εξ’ άλλου. Τι απέμεινε απ’ όλα αυτά τα βιβλία, απ΄ τα ατέλειωτα νυχτέρια, απ’ όλα αυτά τα ταξίδια; Όλα πέθαιναν γύρω του, η χώρα βίωνε την πιο μαύρη εποχή στην ιστορία της. Τα όνειρα της νιότης έγιναν κουρελόχαρτα στο παζάρι της  πιο μαφιόζικης αγοραπωλησίας. Η λέξη συνείδηση είχε από χρόνια διαγραφεί. Δεν χώραγε πουθενά στο πάρε δώσε, του νεοπλουτισμού και της ευρωλαγνείας.
Στις οκτώ, ήταν πίσω.
-Ήρθα.
- Που ήσουν όλη μέρα  παιδί μου;
- Αύριο θα είμαι στην Ερμού, με το καροτσάκι του μπαμπά σου.
-Τι;
-Αυτό είναι δικό μου.
-Ποιο είναι δικό σου;
- Το τι. Θα τα σκοτώσω Όλα.
- Ποια Όλα;
-Όνειρα , ιδανικά , βιβλία…
- Γιατί; Εσύ δεν έλεγες ότι και να γίνει κανένας δεν μπορεί να μου πάρει την ψυχή;
- Όλα είναι μιας χρήσεως πια. Τίποτα δεν μένει. Τ’ακούς;  Μονάχα ο θάνατος. Κι εγώ θέλω να ζήσω, να ζήσουμε. Χρόνια ολόκληρα φέρνουμε σβούρες γύρω από άχρηστα υλικά. Κόμματα , τρύπιες σημαίες και νάιλον ιδέες….και χαζοτραγούδαγε!
Πήγα στην αποθήκη του Στέλιου. Άνοιξα τα κουτιά με τα βιβλία. Ξεχώρισα όσα είχαν αφιερώσεις στο πρώτο φύλλο. Αυτά θα τα κρατήσω. Τ’ άλλα θα τα πουλήσω. Όλα πουλιούνται. Άρα και αγοράζονται.
Τα Άπαντα του Παπαδιαμάντη, είναι τα εισιτήρια. Οι Αρχαίοι το φαγητό. Οι νέοι  τα ποτά και τα τσιγάρα.
- Δεν πεινάς;
-Όχι
- Έφαγες κάτι;
‘Όχι
- Άκουσες τι έγινε στην πορεία;
- Όχι
- Δυο νεκροί, εκατοντάδες τραυματίες, Τα ΜΑΤ έπνιξαν το κέντρο πάλι.
- Πόλεμο έχουμε.
- Ο Λουκάς πάντα χαμογελαστός.
- Ο δολοφόνος με το χαμόγελο. Τι έκανες όλη μέρα; -Κάρτες
-Τι;
Η Μυρτώ είχε φτιάξει τουλάχιστον είκοσι κάρτες. Ζωγραφιές, κλόουν με θλιμμένα πρόσωπα, πολύχρωμα μπαλόνια να πετούν στα σύννεφα, γλάροι με ανοιγμένα φτερά, χιονισμένα έλατα με κρύσταλλα στις άκρες. Καμία πάντως δεν θύμιζε γιορτές. Όλες σε γκρίζο φόντο ανέδυαν το Φως.
Ο Πέτρος αναθάρρησε.
 -Μυρτώ θα τα καταφέρουμε.



Η ουρά στον πύργο του Άιφελ ήταν μισό χιλιόμετρο. Από κοντά έμοιαζε με παλιοσίδερα. Το Παρίσι από ψηλά έμοιαζε με ζωγραφιά. Σε τρεις μέρες, είναι Χριστούγεννα.
Η πόλη του Ζαν-Πωλ Σαρτρ και της Σιμόν ντε Μποβουάρ, το Παρίσι- καταφύγιο του
Έρνεστ Χέμινγουεϊ και του F. Scott Fitzgerald, του Μαρκ Τουέιν και του Henry James, ο Σηκουάνας της αιώνιας ροής ανθρώπων και πραγμάτων, απλώνονταν σαν αραχνούφαντες αναμνήσεις από βιβλία, μουσικές ,φωτογραφίες, σαν ιστορία που έρχεται από μαγικά παραμύθια.
Ήταν απόγευμα. Το τρένο έφτασε ξημερώματα. Με το χάρτη και με το ταξί βρήκαν το σπίτι του Γιάννη. Ο Γιάννης εκ πεποιθήσεως εργένης, αριστερός δημοσιογράφος, παιδικός φίλος του Πέτρου, τους είπε πάρτε το κλειδί, το σπίτι δικό σας. Ο Γιάννης ήταν για ένα μήνα στην Ελλάδα. Τους ενημέρωσε για όλα τα σχετικά απ΄την Αθήνα πριν φύγουν. Τους μίλησε και για το Πριν την εφημερίδα που γράφει στην Ελλάδα και για την Ανταρσία που είναι υποψήφιος στις εκλογές. Έμεινε στο Παρίσι μετά τις σπουδές του, έγραψε και καμιά δεκαριά βιβλία., για το δημοτικό τραγούδι, τον Άρη Βελουχιώτη και την ποίηση του Τίτου Πατρίκιου. Το σπίτι του δεν είχε τοίχους, αλλά βιβλία και δίσκους. Ένα εργένικο δυαράκι κοντά στο Καρτιέ Λατέν,  με τους πολλούς φοιτητές και τα ατέλειωτα μπαράκια.
Στην κορυφή. Στιγμή μαγική.
Την πήρε αγκαλιά. Έδωσε τη μηχανή σ’ έναν κινέζο, να τους φωτογραφήσει. Η αριστερή όχθη του Σηκουάνα, το αριστερό μέρος του ανθρώπινου στήθους, η αριστερή αίσθηση του κόσμου. Έσμιξαν όλα μαζί σε Ένα.
Τα μάτια δεν χορταίνουν, η ψυχή φτερουγίζει. Το βροχερό Παρίσι βγαλμένο μέσα από ταινία του δικού μας Αγγελόπουλου, πλάνα αργά και διεισδυτικά, μονοπλάνα απεραντοσύνης του κόσμου.
Τα φώτα άρχισαν να ανάβουν. Το Παρίσι από ψηλά γίνεται θεαματικό. Τα Ηλύσια πεδία καταλήγουν πανηγυρικά στην Αψίδα του Θριάμβου. Κι αυτοί κατέληξαν θεαματικά στο Café des Deux Moulins, εκεί όπου γυρίστηκε η αγαπημένη τους ταινία
Amelie. Αργά τη νύχτα η Μυρτώ χορεύοντας τράβηξε τον Πέτρο στο μικρό σπιτάκι τους μιμούμενη τις κινήσεις της Αμελί. Το Παρίσι έγινε έρωτας. Σμίγει ο έρωτας, η αγάπη και τα κορμιά. Και τότε πας στην Παναγία των Παρισίων, όπως παιδί.

Το Παρίσι ήταν όμορφα στολισμένο, για τα Χριστούγεννα. Περπατούσαν στους δρόμους χωρίς προορισμό. Πέρασαν απέναντι την Pont Neuf, την πιο ερωτική γέφυρα του Σηκουάνα. Τα νερά του ποταμού ήταν θολά. Tα πρόσωπά τους έλαμπαν.
Ο Πέτρος ξαφνικά μελαγχόλησε. Στη δεξιά όχθη είδε τον κόσμο που μισούσε. Μεγαλοεταιρείες, τράπεζες, χρηματιστηριακοί οίκοι, αυτός ο εμετικός συρφετός που κυριαρχεί παντού στις μητροπόλεις. Σκέφθηκε τη χώρα του. Τον αρχιτραπεζίτη με το χαμόγελο-πως παραδόθηκε αμαχητί. Στην εποχή της δικτατορίας πολλοί Έλληνες βρήκαν καταφύγιο στο Παρίσι. Ο Μάης του 68 στη Γαλλία.
- Η χώρα μας πότε θα αναστηθεί; Είπε
- Μη χάνεις ποτέ την ελπίδα σου, του είπε η Μυρτώ και τον φίλησε τρυφερά. Ο Πέτρος την αγκάλιασε και την κοίταξε στα μάτια. Χαμογέλασε, φτερούγισε πάλι.
Βόλταραν τώρα κατά μήκος του Σηκουάνα, στην αριστερή όχθη. Στην όχθη των διανοουμένων και των καλλιτεχνών. Υγρή, κρύα μέρα, μπήκαν και χάθηκαν μέσα σε ατέλειωτους δρόμους, σε χιλιάδες λαμπάκια, σε χιλιάδες ανθρώπινες φατσούλες, οι Γάλλοι δεν είναι μόνο λευκοί όπως δείχνει η τηλεόραση.
 Η επιγραφή PERIPLE Librairie grecque.
-Πέτρο κοίτα, πάμε μέσα!
Η ώρα ήταν πέντε το απόγευμα. Ελληνικά βιβλία και έργα τέχνης. Μόλις ξεκίνησε η χριστουγεννιάτικη εκδήλωση, όπου ο καθένας διάβαζε ένα κομμάτι, από έναν αγαπημένο του συγγραφέα. Στο πατάρι ήταν γύρω στα πενήντα άτομα, έλληνες οι περισσότεροι. Ακούσθηκαν ετερόκλητα γραπτά από Παπαδιαμάντη μέχρι Πάμπλο Νερούντα και από Μπωντλαίρ μέχρι Πεσσόα.
 Η Μυρτώ διάβασε στίχους του αγαπημένου της Λειβαδίτη.

‘’Έτσι, για να μην αθετήσω την υπόσχεση μου, έπρεπε κάθε
νύχτα τώρα να ξεχνάω, σαν τους φτωχούς που είναι έτοιμοι να
δεχτούν μ΄ ένα οποιοδήποτε αντάλλαγμα - φτάνει να τους αφήσουν.
Και για τους οποίους θα γράψω κάποτε μια ιστορία τόσο τρυφερή
που δε θα βρίσκω το δρόμο’’


Ο Πέτρος δεν διάβασε τίποτα,  τη φωνή της Μυρτώς γέμιζε όλο το είναι του. Ζεστή, καθαρή, αισθαντική, σαν χαμόγελο. Γέμιζε όλο το είναι του.
Πήγε 9 όταν βγήκαν συνεπαρμένοι από την τυχαία συνάντηση ε την πατρίδα. Την  πατρίδα που ήθελαν να ξεχάσουν για λίγο, την πατρίδα που την κουβάλαγαν μέσα τους, άλλοτε σαν πληγή και άλλοτε σαν περηφάνια. Αγόρασαν το τελευταίο βιβλίο του Τάκη Θεοδωρόπουλου, η επιδημία. Ο Πέτρος της διάβασε το οπισθόφυλλο:

‘’Ήταν θεός τρίτης-κατηγορίας, κάπου τριακοστός έκτος στην κατάταξη του Δωδεκάθεου. Επέστρεψε στα μέρη μας απ' την Υποσαχάριο Αφρική, όπου τον είχαν εξορίσει οι υπόλοιποι θεοί εδώ και κάτι αιώνες γιατί τον έτρωγε η νοσταλγία. Στο έλεος του συναισθηματικού αναβρασμού -καθότι δεν του έφταναν όλα τα άλλα, ερωτεύθηκε κιόλας- απελευθέρωσε όλη του την ποιητική διάθεση,
με αποτέλεσμα να μεταδώσει στον πληθυσμό τον ιό του ατάλαντου και μέτριου λυρισμού του. Τα υπόλοιπα είναι λίγο ως πολύ γνωστά: Η ανάγκη του πληθυσμού να εκφράσει τον δικό του συναισθηματικό αναβρασμό προκάλεσε πρωτοφανείς κοινωνικές εκρήξεις και η επιδημία της ποιητικής έκφρασης, που σάρωσε τους πάντες και τα πάντα, κατέστρεψε κάθε οικονομική δραστηριότητα στη χώρα. Διότι καμιά κρίση, όσο βαθιά κι αν είναι, δεν μπορεί να σου αναιρέσει το δικαίωμα στην παρωδία.’’
Γέλασαν δυνατά, το Παρίσι ήταν πανέμορφο. Και η Μυρτώ έλαμπε.
Χώθηκαν μέσα σ’ ένα Tango Bar. Χόρεψαν με την ψυχή τους. Το δικό μας ταγκό των Χριστουγέννων, της ψιθύρισε φεύγοντας.
Επέστρεψαν σπίτι το πρωί, μεθυσμένοι.

Παραμονή Χριστουγέννων. Ο Πέτρος ξύπνησε από ένα δυνατό πόνο, χαμηλά δεξιά στην πλάτη. Ο πόνος δυνάμωνε. Κολικός νεφρού, δεν ήταν η πρώτη φορά.
-Μυρτώ, Μυρτώ..

-Σου υποσχέθηκα μια ιστορία, δεν την πρόλαβα. Με μέθυσες. Εσύ, το Παρίσι. Ήρθε κι ο κολικός. Απόψε θα ήμασταν στο Moulin Rouge…και της χαμογέλασε.
-Πέτρο αύριο θα είσαι καλά…
Η ξανθιά νοσοκόμα ήρθε να του αλλάξει τον ορό…..
Όταν έφυγε, ο Πέτρος της έγραψε δυό λέξεις στο σημειωματάριο του,  έσκισε το φύλλο, της έδωσε ένα φιλί και  μια λέξη: Σαγαπώ.
      Κ.Τ






 



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου