έχε το νου σου στο παιδί..




Σάββατο, 11 Απριλίου 2015

Ναι, ΔΥΟ στο χερι





 ηθελα ν ακουσω ολα εκεινα που λενε την Μ.Παρασκευη
την ωραια μουσικη που εχουν οι ψαλμοι την μερα τουτη

ηθελα να ακουσω την καμπανα να χτυπα πενθιμα
οχι,  στο σπιτι μου δεν εφτασε κανενας ηχος της φετος

ηθελα να παω πισω στα παιδικα μου χρονια
να θυμηθω τον πατερα μου που παντα σηκωνε τον επιταφιο
να θυμηθω τη μανα μου που τοσκαγα μαζι της στη μεση της περιφορας,
πηγαιναμε στο "μελισσα" ν αγορασουμε εργολαβους  φλογερες και σοκολατακια μαργαριτα

Απο την προηγουμενη ειχα φροντισει ναναι καθαρος ο ταφος .
Το βαζο του γεματο απο κρινους και φυλλα πλατεια του κηπου του
αναψα και το καντηλι.
Ρωτησα για την επομενη μερα, 8 θα βγει ο Επιταφιος μου ειπαν

Συνυφαδα μου, φιλες μου , ολες μου τηλεφωνησαν να παμε.
Σε ολες ειπα ΟΧΙ,
θα τ ακουσω απο το you tube τους ειπα.
Mα στο νεκροταφειο "γινεται ο καλυτερος επιταφιος"
Φωναζει ο παππας τα ονοματα των νεκρων!
Ε και; Μηπως καταλαβαινουν, ακουν; ξεκαρδιστηκα στα γελια
Ακου ο "καλυτερος επιταφιος γινεται" σαν να λεμε το καλυτερο γαλακτομπουρικο το κανει το ταδε μαγαζι, πλακα εχει.

Ξαπλωσα στον καναπε οπως ημουν με τα ρουχα και τα παπουτσια, τυλιχτηκα με μια κουβερτα
κρυωνα πολυ
Με ξυπνησε το τηλεφωνο, κοιταξα το ρολοι 8 παρα 20
Κλειδια τσιγαρα ενα πενταευρο στην τσεπη του μπουφαν κι αρχισα να τρεχω να προλαβω τι;
Δεν ειπα σε κανενα που παω
Μονο στης μανας μου το αυτι ψυθυρισα, παω στον μπαμπα..
Και που ειναι ο μπαμπας ; θαρθει οπου ναναι μου ειπε τα μυαλουδακι της που παει πεθανε κι αυτο..

Πληθος κοσμου μονο σε συγκεντρωσεις στο Συνταγμα συναντουσα τοσο..
Μπηκα απο την πλαινη πορτα του νεκροταφειου
Σε καθε ταφο ανθρωποι
Μοσχοβολουσε ο τοπος ζουμπουλακια
μικρες φλογιτσες τρεμοσβηναν στον ΗΧΟ της καμπανας, επιτελους ΤΟΝ ακουγα!
Η θλιψη μεσα μου με εφτιαχνε για ολα οσα ζουσα τον τελευταιο χρονο



Τον βγαλανε νωριτερα τον Επιταφιο  7.30 , μου ειπαν ,  πού ειναι οι ψαλμοι με ρωτησα
Τους εψαχνα ανεβαινοντας προς τον ταφο του μαστροΛαμπρου.
Ενταξει το καντηλι ηταν αναμμενο, οι κρινοι του εκει, το κυκλαμινο καμαρωνε.
Περασε; ΠΕΡΑΣΕ απο κει.
Ειδα το πληθος μαζεμενο καπου στην αλλη ακρη ετρεξα προς τα κει...

Σταθηκα πιο πριν και τον περιμενα ακουμπισμενη σε ενα κυπαρισσι
Ο στολισμενος επιταφος πλησιαζε δεν ακουγα παρα μοναχα..
Κωστας, Αποστολης, Χρηστος, Μαρια, Ελενη, Γιαννης , Σοφια ...
απο το στομα ενος παππα που ειχε την τιμιτικη του και που με μαρανε με ασημενιο υδωρ .
Τον κοιταξα βαθεια στα ματια σαν ηρθαμε προσωπο με προσωπο τα χειλη μου ψελισσαν Λαμπρος
και τοτε αυτος φωναξε δυνατα
Λ Α Μ Π Ρ Ο Σ
..
Μουρθε η μορφη του πατερα μου κατω απο τον ταφο να τον τρωνε τα σκουλικια, κλαιγοντας αρχισα να ανεβαινω δυο δυο εκεινα τα δυσκολα σκαλοπατια , πηγα στον ταφο του , ξεσπασα λυτρωθηκα.

Εστριψα τσιγαρο καθισα και κοιταζα την αγωνια των ανθρωπων μηπως και δεν  φωναξει ο παππας το ονομα των δικων τους. Ενας νευριασε το ειπε πολλες φορες και ο παππας δεν τολεγε, μεχρι που μια γυναικα μαλλον η βοηθος του , γυρισε και τουπε,  Γιωργος;το εχει πει εκατο φορες...

Που ειναι οι ψαλμωδιες της Μ. Παρασκευης;

Δεν ακουσα τιποτα...ηθελα να σου τηλεφωνησω
Γαμω τη συνδεση που διεκοψα και ειμαι με 5 ευρω προς ολους , ειπα
Βγηκα απο το νεκροταφειο σταματησα σε ενα ζαχαροπλαστειο ζητησα δυο φλογερες σοκολατενιες
ΕΙΧΕ!
Εργολαβους εχετε;;
τι ειναι αυτο;;;;;;;;;;;;;;;;;;
Ενα γλυκο με μυγδαλα
Ναι ξερω τι λετε , οχι δεν εχουμε

Δυο φλογερες μονο;
Ναι,  ΔΥΟ στο χερι



Τι ζητάς αθανασία στο μπαλκόνι μου μπροστά
δε μου δίνεις σημασία κι η καρδιά μου πώς βαστά
Σ’ αγαπήσανε στον κόσμο βασιλιάδες, ποιητές
κι ένα κλωναράκι δυόσμο δεν τούς χάρισες ποτές

Είσαι σκληρή σαν του θανάτου τη γροθιά
μα ήρθαν καιροί που σε πιστέψαμε βαθιά
Κάθε γενιά δική της θέλει να γενείς
Ομορφονιά, που δε σε κέρδισε κανείς

Τι ζητάς αθανασία στο μπαλκόνι μου μπροστά
ποια παράξενη θυσία η ζωή να σου χρωστά
Ήρθαν διψασμένοι Κροίσοι, ταπεινοί προσκυνητές
κι απ’ του κήπου σου τη βρύση δεν τους πότισες ποτές

Είσαι σκληρή σαν του θανάτου τη γροθιά
μα ήρθαν καιροί που σε πιστέψανε βαθιά
Κάθε γενιά δική της θέλει να γενείς
Ομορφονιά, που δε σε κέρδισε κανείς









Τωρα αυτα τα παραπανω τα κρατησα ετσι στα πολυ βιαστικα χθες που ηρθα και εφυγα σφαιρα για το Τζιμη
Ανοιξα υπολογιστη, να το "επεξεργασθω" το θέμα
Τί να επεξαργασθω, το αφηνω ετσι ετσι...

γιατι
γιατι
ΔΕΝ ΤΟ ΠΙΣΤΕΥΩ,
ΔΕΝ ΤΟ ΠΙΣΤΕΥΩ
επεσα πανω στην κολλητη μου ΑΝΙΡΕΤΑ ΡΕΝΑΔΙΑ
Ξαναρχισε να γραφει, επειτα απο καιροοοοοοοοοοοοοοο
Κατι γινεται με αυτη την κοπελα και μενα
Οχι δεν γινεται
Πια εχω πειστει
Ανιρετα αγαπημενη μου, λατρεμενη μου φιλεναδα ασε με να το ΑΠΟΘΗΚΕΥΣΩ
ΣΕ ΛΑΤΡΕΥΩ το ξερεις και δεν θα σε παρω τηλεφωνο
γιατι ετσι, ετσι, ετσι...........................
.................................


Στο κοιμητήρι σήμερα το κρύο κρατά τα χείλια σφιχτόκλειστα , λόγια , λυγμοί και ερωτηματικά παγώνουν προτού να βρουν δρόμο ν’ ακουστούν . Απρίλης ο μήνας ο σκληρός, έγραφε ο ποιητής για την πίκρα, τη θλίψη, ή το άδειο που φορές μας πνίγει την ώρα που η ζωή ζητά να αναγεννηθεί , να ανθίσει , ν απλωθεί , να ζήσει. Σκληρό, ναι, μα τούτος ο Απρίλης ξέχασε λες πως είναι παιδί μιας άνοιξης, μπερδεύτηκε, χάθηκε κι αυτός σε αλλαγές και μέλλοντα που αλλιώς υποσχεθήκανε, μα αλλιώτικα έρχονται.
‘’Εμένα δε βρέθηκε κανείς να μ’ αγαπήσει’’

Για κάποιο λόγο σήμερα αρνούμαι να κοιτάξω γύρω, να αναζητήσω βλέμματα , παράπονα βουβά ή παρηγόριες που δεν παρηγορούν κανέναν. Στέκω μακριά , ακούω μονάχα έναν θυμωμένο αγέρα να χτυπιέται πάνω στα μάρμαρα, να παιδεύει τις φλόγες των καντηλιών , να παρασέρνει και να σκορπά τα τελευταία ανθοστόλιστα χαίρε σαν για να τα εμποδίσει να επικυρώσουν το αντίο που κουβαλούν.
‘’Εμένα δε βρέθηκε κανείς να μ’ αγαπήσει’’
Δε γίνεται , είναι αδύνατον να μη βρέθηκε κανείς , ήσουν ο γιος μιας μάνας που ξενύχτησε νύχτες και νύχτες στο προσκεφάλι σου, ήσουν ο πρώτος έρωτας της πιο όμορφης στα μάτια σου γειτονοπούλας , ο καλύτερος φίλος του αδερφού και για πάντα κολλητού σου, ο άντρας που μια χαμογελαστή γυναίκα εμπιστεύτηκε να ζήσει μαζί σου, ο ‘δυνατότερος μπαμπάς του κόσμου’ για το αγόρι σου και το πιο τρυφερό χάδι στα μαλλιά της κόρης σου . Ήσουν αυτός που έκανε τον κόσμο τους ασφαλή .
Ήσουν κι άλλα, πολλά, όχι πάντα ωραιοστολισμένα κι όχι πάντα βγαλμένα απ το συρτάρι των καλών τρόπων και των επιταγών μιας κοινωνίας που ζητά περισσότερα απ όσα προσφέρει, μα ό,τι κι αν ήσουν , είναι αδύνατο να μην ξέρεις το πόσο αγαπήθηκες.

Λόγια που σκέφτομαι, λόγια που σίγουρα ειπώθηκαν κι από άλλους .
Λόγια όμως .Που δε στάθηκαν ούτε αρκετά ούτε ικανά να διαπεράσουν τον τοίχο που ύψωσε γύρω του ο άνθρωπος που αποχαιρετούν δικοί και φίλοι σήμερα εδώ .
‘’Εμένα δε βρέθηκε κανείς να μ’ αγαπήσει’’ ..
Η δική του αλήθεια. Η αλήθεια μέσα απ τα γυαλιά μιας κατάθλιψης , αυτής που τον αποδυνάμωσε τόσο, που τον βύθισε στην κινούμενη άμμο της παραίτησης, που τον έφερε εδώ .
Μια αλήθεια σπαραχτικά σκληρή .Πώς να τα βάλει κανείς μαζί της

Κανένας δεν πρέπει να φεύγει τόσο μόνος, σκέφτομαι στη ζεστασιά του καφενείου μπροστά σ ένα φλυτζάνι παρήγορα καυτού καφέ. Και θυμάμαι το γερο Αντόνιο που λεγε , πως στο ψωμί που το λέμε και ‘’αύριο’’ , ο πόνος είναι συστατικό απαραίτητο , το λιγομίλητο γέρο Αντόνιο που καθισμένος μπρος στη φωτιά , έφτιαχνε ολονυχτίς με τα δάχτυλά του ζώα να παίζουν στο αντιφέγγισμα της φλόγας, για να συντροφεύει την αγρύπνια της άρρωστης κυράς του.
''Δε γιατρεύτηκα, μα γέλασα πολύ'' , έλεγε κείνη μετά . ''Δεν ήξερα ότι κι οι σκιές είναι χαρούμενες''

Δε γιατρεύτηκε, όχι. Υπάρχουν πληγές που δεν κλείνουν, αρρώστειες που δε βρίσκουν δρόμο προς τη γιατρειά και στεναχώριες που στενεύουν τη ζωή τόσο που στο τέλος την πνίγουν . Συνέχιζε όμως να του ετοιμάζει κάθε βράδυ ένα από κείνα τα ψωμάκια, τα ζυμωμένα με ζάχαρη , καλαμπόκι, πόνο κι ελπίδα , αυτά που μαρτυρούν πως όταν πονά κάποιος μαζί , είναι χαμόγελο κι ανακούφιση και σκιά που χαίρεται.
Δεν ξέρω αν το ψωμί που έχω μπροστά μου φτιάχτηκε με καλαμπόκι και ζάχαρη , ο πόνος όμως κι η ελπίδα ζυμώνονται σίγουρα σε ό,τι τρέφει το σήμερά μας και μας ετοιμάζει στο αύριο.
Καλό σου ταξίδι, θέλω να πω αφήνοντας πίσω μου το κοιμητήριο . Η σκέψη μου όμως σκαλώνει στις ιστορίες του γερο-Αντόνιο που θέλουν ακόμη και σήμερα να τρώμε και μια μπουκιά μαζί με τον καφέ , για να θυμόμαστε τον ενωμένο πόνο που γίνεται ανακούφιση και ψωμί μοιρασμένο.
Καλό σου ταξίδι, θα θελα να πω , μα εκείνο το ΄μαζί΄ λείπει τόσο απ τα στερνά σου λόγια , που σιωπώ.
Κανένας δεν πρέπει να φεύγει τόσο μόνος, ψελλίζω μονάχα και τυλίγομαι σφιχτά στο πανωφόρι μου..

Καλή Ανάσταση να έχουμε .
------------
[Surreal photo: George Christakis]

.....
Ναι δικο της ειναι το παραπανω, οπως και τα  λογια που υπαρχουν και στο παρακατω βιντεο




"Η σκέψη μου όμως σκαλώνει στις ιστορίες του γερο-Αντόνιο που θέλουν ακόμη και σήμερα να τρώμε και μια μπουκιά μαζί με τον καφέ , για να θυμόμαστε τον ενωμένο πόνο που γίνεται ανακούφιση και ψωμί μοιρασμένο."
Ανιρέτα Ρεναδία





.....






1 σχόλιο: