Μεσα σε λιγη ωρα οι εκπαιδευμενοι της Χουντας ειχαν αδειασει την πλατεια.
Τοσο χημικο ειχε να πεσει παρα πολυ καιρο.
Τρομαξαν απο τον κοσμο, που ηταν χιλιαδες παρα τις αντιξοες συνθηκες της βροχης , μια κολαση με τα χημικα , δεν γινοταν να πεθανεις!
Τι ακουσα; Οτι ο κλαψομαρθαβουρτσης (μια χαρα ειναι η ηθοποιος) Αντωνακης, ευχαριστησε τον εμετικο Μπενι και τον, ολα τα στρογγυλευω, Φωτη; Να τους χαιρεται!!!!!
Ενα σας λεω. Και τα μετρα να ψηφιστουν, ΔΕΝ θα εφαρμοστουν.
Η αντισταση συνεχιζεται , τιποτα δεν παει χαμενο, το εβλεπες σημερα στους χιλιααααααααααδες ανθρωπους που ηταν ΕΚΕΙ!!!!!!!!
Απο τις σταχτες θα ξαναγεννηθει η ΕΛΠΙΔΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ, ερχονται και αλλες μερες...
Ο χαμενος τα παιρνει ΟΛΑ...
Γλένταγες στους ουρανούς
με ζάρια και χαρτιά
Και ξάφνου στα σκοτάδια μας
γκρεμίστηκες με φόρα.
Τώρα κρυώνεις και πεινάς
μ' άστο σε μας
για σένα βράζει αυτή
η άδεια κατσαρόλα
Μη δίνεις σημασία
που όλα γίναν βιαστικά
κι αν δεν πρόλαβες να πεις
δυο τρία λόγια.
Το ξες πως είναι κερδισμένος τελικά
όποιος χαμογελάει μπροστά στην καρμανιόλα.
Άπλωνες στα σύννεφα τη τσόχα και με μιας,
έναν αιώνα κέρδιζες
ποντάροντας μια ώρα.
Τώρα θυμώνεις , ξεφυσάς κι όλο ρωτάς
που σταματάει αυτή η άγρια κατηφόρα.
Μη δίνεις σημασία
που όλα γίναν βιαστικά
κι αν δεν πρόλαβες να πεις
δυο τρία λόγια.
Το ξες πως είναι κερδισμένος τελικά
όποιος χαμογελάει μπροστά στην καρμανιόλα.
Δεν πειράζει που δε σου 'ρθε η ζαριά
τζογάρισες στο όνειρο κι είσαι έτοιμος για όλα
Το λέει κι ένα τραγούδι που μας μάθαιναν παλιά
Ο ΧΑΜΕΝΟΣ ΤΑ ΠΑΙΡΝΕΙ ΟΛΑ
Μη γκρινιάζεις που δε σου 'ρθε η ζαριά
τζογάρισες στο όνειρο κι είσαι έτοιμος για όλα
Το λέει κι ένα τραγούδι που μας μάθαιναν παλιά
Ο ΧΑΜΕΝΟΣ ΤΑ ΠΑΙΡΝΕΙ ΟΛΑ
Όσο κρατήσει η ζωή κρατεί κι ο θάνατος. Ώρα να σκεφτώ τα μελλούμενα σωριασμένα αιφνίδια στο χθες.
Γι αυτό ποτέ δεν παζάρεψα το ηλιοβασίλεμα ο πλούτος μου είναι το στήθος μου. και ταξιδεύω σίγουρος
Νίκος Καρούζος
Εδώ στου δρόμου τα μισά
έφτασε η ώρα να το πω άλλα είναι εκείνα που αγαπώ γι' αλλού γι' αλλού ξεκίνησα...
Στ' αληθινά στα ψεύτικα το λέω και τ' ομολογώ. Σαν να 'μουν άλλος κι όχι εγώ μες στη ζωή πορεύτηκα...
Όσο κι αν κανείς προσέχει όσο κι αν το κυνηγά, πάντα πάντα θα 'ναι αργά δεύτερη ζωή δεν έχει...
..σκηνη, απο την κορυφαια ταινια (για μενα)του στοχαστη δημιουργου, Κισλοφκι , ΜΠΛΕ. Oι αλλες δυο της τριλογιας: ΛΕΥΚΗ, ΚΟΚΚΙΝΗ –Ελευθερία (Μπλε ταινία), Ισότητα (Λευκή ταινία), Αδελφότητα (Κόκκινη ταινία)- {τα 3 χρωματα της Γαλλικης σημαιας} και η υπέροχη μουσική του Ζμπίγκνιου Πράισνερ : http://youtu.be/BoOevURC1m4
Μόνος. Κάθεται δίπλα στο παράθυρο και παρατηρεί. Η γη στρόγγυλη σαν μπάλα κι αυτός κολλημένος πάνω της, σαν σαλιγκάρι. Με δυό κεραίες ανοιχτές. Στις άπειρες διαδρομές του νου. Το τρένο από πάνω, από κάτω, από πλάι, οριζόντια, κάθετα, κατηφορικά, ανηφορικά, ζαλίζεται στην περιδίνηση, άλλοτε της βραδυπορίας και άλλοτε της ιλιγγιώδους ταχύτητας. Φοράει ακουστικά ακούγοντας τη δική του μουσική, απομονώνοντας έτσι τον θόρυβο της αμαξοστοιχίας. Ένας τεράστιος συρμός πάνω σε δυό ράγες.
Πλήθος ανθρώπων ανεβαίνει, κατεβαίνει, γεμάτο το βαγόνι από κόσμο, αδειάζει και αναπνέει, ξαναγεμίζει ασφυκτικά. Αυτός εκεί.
Άνθρωποι κάθε ηλικίας, παιδιά, έφηβοι, μεσήλικες, γερασμένοι. Άνθρωποι κάθε χρώματος, λευκοί, ασπρουλιάρηδες, ξανθοί, καστανοί, άνθρωποι μελαψοί, μαύροι, κίτρινοι, άνθρωποι με διάφορα χρώματα στα μαλλιά, ατέλειωτες αποχρώσεις, φτωχοί, πλούσιοι, εργάτες, γιάπηδες, χωρικοί, αστοί, άνθρωποι που πάνε στη δουλειά τους, τουρίστες, σπουδαστές, επιχειρηματίες με τσάντες στα χέρια, άνθρωποι με άδεια χέρια, άλλοι κοιμούνται, άλλοι διαβάζουν ένα κουτσομπολίστικο περιοδικό, άλλοι ένα βιβλίο, άλλοι πίνουν καφέ, μασάνε τσίχλα, κάποιοι τρώνε ένα σάντουιτς, άνθρωποι που συζητάνε χαμηλόφωνα, άλλοι δυνατά ενοχλητικά, άλλοι σωπαίνουν, κάποιοι μόνοι τους, κάποιοι οικογένειες, δυό φίλοι, μια παρέα αντρών , ζευγάρια, όμορφες γυναίκες, ρυτιδιασμένοι άντρες, άλλοι παίζουν χαρτιά, γελαστά πρόσωπα, θλιμμένα πρόσωπα, σοβαροί κύριοι με γραβάτες, απλοί άνθρωποι με μακό φανελάκια, καλοντυμένοι, κακοντυμένοι, κατσούφηδες, χαμογελαστοί, ερωτευμένοι, ανέραστοι, άνθρωποι που πάνε κάπου, άνθρωποι που δεν πάνε πουθενά, άνθρωποι που ξέρουν που πάνε, άνθρωποι που δεν ξέρουν, άλλους τους περιμένει κάποιος, άλλους δεν τους περιμένει κανένας, άλλοι κάνουν μικρές διαδρομές δύο στάσεων , άλλοι μεγάλες από πόλη σε πόλη, από χώρα σε χώρα, από ήπειρο σε ήπειρο, άνθρωποι με προβλήματα, άνθρωποι χωρίς προβλήματα, άλλοι φοράν γυαλιά μυωπίας, άλλοι γυαλιά ηλίου, άλλοι ακούνε καλά , άλλοι φοράνε ακουστικά βαρηκοΐας, άλλοι πεινάνε και σκέφτονται πότε θα φτάσουν, άλλοι διψάνε και κρατάνε μπουκαλάκια με νερό, άλλοι νοσταλγούν, άλλοι ονειρεύονται, άλλοι ελπίζουν, άλλοι δεν ελπίζουν, κάποιοι κάνουν εμετό ζαλισμένοι, ξυρισμένοι και αξύριστοι άντρες, χτενισμένες γυναίκες, άλλοι ιδρώνουν πιο εύκολα από άλλους, άλλοι κοιτάνε λοξά, άλλοι ίσα, κάποιοι ανοίγουν το πορτοφόλι και δίνουν στον ακορντεονίστα οβολό, άλλοι δυσανασχετούν, άνθρωποι με κάποια ελιά στο πρόσωπο, άνθρωποι με σχιστά μάτια, άνθρωποι με μεγάλα αυτιά, με μακριά μύτη, άντρες με φαλάκρα, κάποιοι με αλογοουρά, μωρά που κλαίνε, μωρά που δεν κλαίνε, άνθρωποι που πάνε σε κάποιο γιατρό, άλλοι που πάνε σε κάποια κηδεία, μαμάδες που πάνε στις κόρες τους που πρόκειται να γεννήσουν, παππούδες που πάνε στα εγγόνια τους, συγγραφείς που γράφουν σε μπλοκάκια , άλλοι που δεν γράφουν, πολλοί έχουν λάπτοπ, άλλοι δεν έχουν, άνθρωποι που μιλάνε στα κινητά, άνθρωποι που δεν έχουν κινητά, άλλοι γελάνε δυνατά, άλλοι δεν γελάνε καθόλου, άνθρωποι που τα παράτησαν, άλλοι δεν τα παράτησαν, μερικοί παίρνουν χάπια, άλλοι δεν παίρνουν χάπια, άνθρωποι με κάποια σωματική αναπηρία, άνθρωποι με κάποια ψυχική αναπηρία, άνθρωποι με φωτεινό πρόσωπο, άλλοι με σκοτεινό, άνθρωποι με καπέλα, οι άνθρωποι του τρένου με τα μηχανήματα που τρυπάνε τα εισιτήρια στο χέρι, ξυπνάνε όσους κοιμούνται, αμίλητα τρυπάνε όσους δεν κοιμούνται, κάποιοι κατουριούνται και πάνε στις τουαλέτες , άλλοι κρατιούνται, άλλοι σφίγγονται, άλλοι ξεσφίγγονται…
Η μελαχρινή γυναίκα που κάθεται απέναντί του ξεκουμπώνει με διακριτικό τρόπο το σουτιέν της, το πρόσωπο της έχει εξάψεις. Την παρατηρεί κι αυτός διακριτικά. Ίσως είναι στην εμμηνόπαυση σκέφτεται. Ένα μικρό άσπρο ύφασμα, το τραβάει ακόμα πιο διακριτικά κάτω από το άσπρο φούτερ που φοράει και το βάζει στη τσάντα της.
Αυτός εκεί.
Κοιτάει πότε τους ανθρώπους, πότε τη διαδρομή. Τα βουνά, τα λαγκάδια, τις λίμνες, τα ποτάμια, οι γέφυρες, άλλες μεγάλες, άλλες μικρές, τα τούνελ, άλλα μεγάλα, άλλα μικρά, τους σταθμούς, άλλοι μεγάλοι και άλλοι μικροί, αφίξεις, αναχωρήσεις, οι σταθμοί των τρένων πάντα του άρεσαν, σε απόκρημνες πλαγιές ο συρμός, σε απέραντες πεδιάδες που έβοσκαν αγελάδες, δίπλα σε θάλασσες με κύμα μεγάλο, σε άλλες χωρίς κύμα, σε ερημικές παραλίες , σε παραλίες γεμάτο κόσμο που φορούσαν μόνο τα μαγιό τους, άλλοι κάτω από ομπρέλες και άλλοι έτοιμοι πάνω σε βράχους να κάνουν βουτιά, σε μικρά χωριά , σε μεγάλα χωριά , σε μικρές πόλεις , σε μεγάλες πόλεις, πότε στην ανατολή, πότε στη δύση, πότε στη μέρα , πότε στη νύχτα, πότε με φεγγάρι, πότε χωρίς φεγγάρι, πότε με ήλιο, πότε με βροχή, παρατηρούσε τον καθαρό ουρανό, πότε τα σύννεφα δεν άφηναν καθόλου ουρανό, άκουγε το σφύριγμα του τρένου όταν έφευγε, και όταν έφτανε, ποτέ δεν έφτανε , πάντα έφευγε…
Μια χώρα χωρίς ΔΝΤ.
Όταν έφυγε πήρε μαζί του τα πλέον απαραίτητα.
Μερικά χρήματα, μια οδοντόβουρτσα, δυό βιβλία, ένα παγκόσμιο χάρτη, ένα σημειωματάριο, ένα μολύβι, μια γομολάστιχα, μια ξύστρα, σλιπάκια, τα ρούχα που φορούσε, ένα παντελόνι
ακόμα, άλλες δυό μπλούζες, την μαύρη κα την πλεχτή της μάνας του, το κινητό του φορτωμένο με ασύρματο ιντερνέτ, ένα ρόδι απ’ τη ροδιά της αυλής, μερικά φουντούκια, ένα κουτάκι αντιεμετικά χάπια, το χαμόγελο της Ίλια, μιά ιδέα απ’ το συρτάρι του, μια φωτογραφία, ακόμα μία ασπρόμαυρη φωτογραφία, ένα παλιό του όνειρο, μια φέτα ελπίδα, έναν μικρό κόκκινο θερμιδομετρητή, ένα μικρό αεροστεγές κουτάκι, ένα σακουλάκι καπνό και την πίπα του, ένα κουτί σπίρτα, δυό ζευγάρια κάλτσες και το καπέλο του.
Τίγκα ο σάκος του. Ένας μικρός σάκος της πλάτης, ούτε το μισό του μισού, του σάκου όταν ήταν φαντάρος.
Τον πήρε ο ύπνος.
Όταν ξύπνησε, το τρένο είχε βγει έξω από τα σύνορα.
Ήταν ήδη σε μια άλλη χώρα.
Μια χώρα χωρίς ΔΝΤ.
Ένοιωσε το στήθος του ανάλαφρο, την αναπνοή του σαν να ήταν έφηβος, εκείνο το καρύδι δεν ανεβοκατέβαινε στο λαιμό του, τα μάτια του έβλεπαν τον ορίζοντα πέρα που μόλις ανέτειλε ο ήλιος καθαρά, λες και κάποιος καθάρισε τη σκόνη, τα αυτιά του άκουγαν γέλια ερωτευμένων ζευγαριών, τα κόκκινα σημάδια έφυγαν απ’ τα χέρια του, έστριψε το κεφάλι του δεξιά, αριστερά και δεν ζαλιζόταν, ένοιωσε το σώμα του ολόκληρο καθαρό λες και είχε βγει μόλις από ένα ζεστό μπάνιο, ήθελε να τρέξει από αλλόκοτη χαρά, όπως έτρεχαν τα δέντρα απ’ το παράθυρο του τρένου, ήθελε να χοροπηδήσει πάνω στο στρώμα απ’ το κρεβάτι όπως έκανε παιδί, ήταν γεμάτος ενέργεια, στο σάκο του ήταν ένα αεροστεγές μικρό κουτάκι, μοσχοβολούσε το βαγόνι άρωμα ελευθερίας, είχε καιρό να νοιώσει τις μυρωδιές, στην πλάτη του δεν είχε κανένα βάρος, το σακίδιο του ήταν στα πόδια του, το άνοιξε, πήρε ένα φουντούκι, είχε γερά δόντια, το έσπασε, μέσα είχε καρπό.
Ήταν το πρώτο ελεύθερο πρωινό του, μετά από πολλά χρόνια.
Απέναντι του η όμορφη κοπέλα χαμογέλασε, όταν τον είδε να σπάει το φουντούκι με τα δόντια του. Μετά συνέχισε να διαβάζει το βιβλίο της.
Το τρένο συνέχιζε τη διαδρομή του.
Αυτός δεν ήθελε να φύγει έτσι
Έριξε νερό στο πρόσωπο του, έπλυνε τα δόντια του, μια φευγαλέα ματιά στο είδωλο του, τράβηξε το καζανάκι. Άνοιξε την πόρτα μιας καμπίνας να απομονωθεί για λίγο. Ένα ζευγάρι έκανε έρωτα. Ένοιωσε άβολα. Εκείνο
ι του χαμογέλασαν. Η κοπέλα του έκανε νεύμα να μείνει. Κάθισε απέναντι. Η κοπέλα ανεβοκατέβαινε πάνω στο πέος του άντρα . Φορούσε άσπρες διαφανείς κάλτσες ως το γόνατο και τζιν φούστα. Απ’ τη μέση και πάνω ήταν γυμνή. Ο άντρας είχε βαμμένα κόκκινα νύχια. Το ένα χέρι του στο κορμί της, το άλλο στο πίσω λοφάκι της. Η κοπέλα τραβήχτηκε μετά από λίγο, ο άντρας έβγαλε έναν αναστεναγμό ανακούφισης.
Του ξεκούμπωσε με αργές κινήσεις το παντελόνι. Με τα μακριά της δάχτυλα άρχισε να χαϊδεύει το πέος του. Ήταν ήδη ερεθισμένος. Το παντελόνι του έπεσε στα γόνατα Η κοπέλα ανέβηκε πάνω του. Αυτός δεν έκανε τίποτα. Αυτή τα έκανε όλα. Στο τέλος έβγαλε κι αυτός έναν βαθύ αναστεναγμό. Σαν λύτρωση.
Η κοπέλα έμοιαζε με την Τζάνις Τζόπλιν. Ο άντρας με τον Τζων Λένον. Αυτός ούτε με τον εαυτό του.
Η κοπέλα φόρεσε ένα μακό μωβ φανελάκι. Έκαναν ένα στριφτό τσιγάρο οι τρεις τους. Η κοπέλα τους χαμογέλασε κι έφυγε.
Οι δυό άντρες έμειναν μόνοι τους.
Ξαφνικά θυμήθηκε τον Λάκη.
Ο Λάκης σκοτώθηκε πριν από δέκα χρόνια. Οδηγούσε μεθυσμένος χαράματα κι έφυγε από το δρόμο. Το αυτοκίνητο έκανε πολλές τούμπες και ο Λάκης έγινε δυό κομμάτια. Ήταν ασυμβίβαστος άντρας μέσα του, συμβιβασμένος όμως έξω. Αυτή η σύγκρουση κατέληξε σ’ έναν τροχαίο θάνατο. Έφυγε νωρίς. Άφησε πίσω του μια γυναίκα που τον αγαπούσε στα μαύρα και τρία μικρά που έπρεπε να μεγαλώσουν. Αλλά έφυγε πλήρης από αλκοόλ, τσιγάρα, γυναίκες και δουλειά. Αυτός δεν ήθελε να φύγει έτσι. Γι’ αυτό ανέβηκε στο τρένο.
Του αφηγήθηκε την ιστορία.
Ο άγνωστος άντρας του χαμογέλασε.
Τον ρώτησε μόνο σε ποιά χώρα ζούσε;
Πατάτες Νάξου
Ατέλειωτη πεδιάδα, απέραντα λιβάδια, η βουνοσειρά φαινόταν αμυδρά στο βάθος. Ηλιόλουστη, ζεστή, καθαρή μέρα του Οκτώβρη.
Ούτε που κατάλαβε το σφύριγμα του τρένου σ’ αυτό το σημείο. Ένα σμήνος μικρά πολύχρωμα πουλιά πέταξε στον ουρανό. Οι άνθρωποι ζηλεύουν τα πουλιά, τα πουλιά φοβούνται τους ανθρώπους. Το ένα και μοναχικό δέντρο άδειασε ξαφνικά. Σαν να το ρούφηξε κι αυτό ο μπλε ουρανός. Έμεινε μόνος του στο κουπέ του τρένου. Άνοιξε το σάκο και πήρε το ένα βιβλίο του.
''Γεννήθηκα σ’ ένα μικρό χωριό του Θεσσαλικού κάμπου. Μια Πέμπτη του Οκτώβρη. Ο πατέρας έλειπε στο βουνό. Οι κτηνοτρόφοι δεν είχαν κατέβει ακόμα στα χειμαδιά. Η μάνα είχε τέσσερις μέρες πόνους. Η γιαγιά φώναξε τη μαμή του χωριού. Μόνο η καλύβα άκουσε το βογγητό της μάνας μου- ήταν μεγάλο το μωρό και το πρώτο μου κλάμα. Η μαμή είπε ότι το παιδί έχει χρυσή και φώναξε τον παπά να το βαφτίσει πριν πεθάνει. Ο παπάς έφερε την κολυμπήθρα στην καλύβα. Η μαμή είπε: το έχει το όνομα. Του παππού. Κωστής. Ο παππούς και η γιαγιά δεν θέλησαν να πεθάνει το πρώτο εγγόνι και έφυγαν αμέσως με το μουλάρι στον Βόλο. Έφτασαν σε μια μέρα. Αλλά ήταν νύχτα. Δεν είχα πεθάνει. Με ξεφάσκιωσαν και η νοσοκόμα είπε, τι ωραίο μωρό. Όταν έσκυψε πάνω μου, εγώ την κατούρησα Αυτή μου έκανε μια ένεση. Ξαναζωντάνεψα. Ήταν δεκαπέντε χρόνια αφού έφυγαν οι Γερμανοί απ’ την Ελλάδα Δέκα χρόνια μετά τον εμφύλιο. Οι μνήμες και τα γεγονότα ήταν ακόμα νωπά. Σημάδεψαν την παιδική μου ηλικία . Απ’ τη μέρα που γεννήθηκα……..''
Το τρένο πήγαινε αργά τώρα. Σταμάτησε σε μια μεγάλη πόλη. Ανέβηκε και κατέβηκε κόσμος. Η πόρτα του κουπέ άνοιξε. Μπήκε μια κυρία που κρατούσε στην αγκαλιά της μια μαϊμού. Η κυρία είχε λεπτά χαρακτηριστικά Σουηδικής κράσης. Κοντό, ίσιο ξανθό μαλλί και όταν μιλούσε στη μαϊμού σούφρωνε τα χείλη. Η μαϊμού ήταν όλο νάζι. Απολάμβανε το βόλεμα στην αγκαλιά της κυρίας. Ο συνωστισμός του διαδρόμου ηρέμησε.
Έχασε την προσοχή του από το διάβασμα, γεννήθηκαν συνειρμοί απ’ τη χώρα που άφησε πίσω. Τη χώρα του.
Τον επανέφερε η πωλήτρια του εστιατορίου. Τηγανιτές πατάτες Νάξου. Κι εδώ, σκέφτηκε Πεινούσε. Ήταν οι πιο νόστιμες πατάτες που έφαγε στη ζωή του.
9 Οκτωβρίου 2012
Άνοιξε το κινητό του. Μπήκε στο ιντερνέτ να διαβάσει τα νέα έξω από τον δικό του κόσμο. Πέρα από τον συρμό του τρένου.
Η είδηση για την επίσκεψη της Γερμανίδας Καγκελάριου στην Ελλάδα. Την υποδέχτηκε ο Μερκελίστας Πρωθυπουργός και τη διαβεβαίωσε ότι είναι πιστός στις διαταγές της άνευ όρων. Πριν γίνει πρωθυπουργός έβαζε και όρους. Παλιότερα ακολουθώντας τις εκλογικές σκοπιμότητες είχε ταχθεί και ενάντια στην κατοχή του ΔΝΤ. Στάχτη στα μάτια του κόσμου. Μια φωτογραφία έδειχνε το αιμοβόρο πρόσωπο του κατακτητή και το χαμόγελο του εκτελεστή. Λίγος κόσμος στους δρόμους της Αθήνας έπαιζε πόλεμο με τα Ματ. Κάγκελα παντού.
Σαν σήμερα δολοφονήθηκε το 1967 ο Ernesto Guevara, πρότυπο αγωνιστή για τη γενιά του και για πολλές μετέπειτα γενιές. Ο Τσε Γκεβάρα, Αργεντινός γιατρός, μαρξιστής-λενινιστής, ένας από τους αρχηγούς των ανταρτών, πέτυχε την ανατροπή του φασιστικού καθεστώτος του Φουλχένσιο Μπατίστα στην Κούβα και σαν μέλος της επαναστατικής Κουβανικής κυβέρνησης άλλαξε ριζικά την ροή της χώρας. Το 1965, πιστός στη νίκη της επανάστασης στην Κούβα, έφυγε με στόχο την οργάνωση νέων επαναστατικών κινημάτων στο Κονγκό και αργότερα στη Βολιβία, όπου τραυματίστηκε, συνελήφθη και δολοφονήθηκε. Έφυγε νέος, όπως τόσοι μεγάλοι.
Ήταν μόλις 39 χρονών. Αφήνοντας τη σφραγίδα του, από τη θεωρία στην πράξη.
Την ίδια μέρα πριν από 62 χρόνια γεννήθηκε ο ακτιβιστής John Lennon. Μαζί μ’ αυτόν αργότερα και οι Beatles. Τόσο η μουσική του, όσο και η κοινωνική δράση που ανέπτυξε τον ανέδειξαν ηγετική μορφή ενάντια στον πόλεμο του Βιετνάμ.
Τον δολοφόνησαν και αυτόν. Ένας οπαδός του. Έφυγε νωρίs. Κι αυτός νωρίς, 40 χρονών. Αφήνοντας πίσω του το Imagine.
Φόρεσε τα ακουστικά του και αφέθηκε σ’ αυτό το τραγούδι.
''Φαντάσου να μην υπάρχουν χώρες δεν είναι δύσκολο να το κάνεις. Τίποτα για να σκοτώσεις ή για να πεθάνεις και καμία θρησκεία επίσης. Φαντάσου όλους τους ανθρώπους να ζουν με ειρήνη. Ίσως πεις πως είμαι ονειροπόλος αλλά δεν είμαι μόνο ένας. Ελπίζω κάποια μέρα εσύ θα μας ενώσεις και ο κόσμος θα ζει σαν ένας''
Το τζάμι στο παράθυρο του τρένου θόλωσε. Η αμαξοστοιχία κινούνταν τώρα με μεγάλη ταχύτητα.
Και οι αναμνήσεις του.
Σαν αιώνιο μυστικό
''Απ΄ τη μέρα που γεννήθηκα ακούω μέσα μου εκείνο το κλάμα.
Το πρώτο κλάμα.
Χτες είχε γενέθλια η κόρη μου. Γεννήθηκε τριάντα χρόνια μετά από μένα. Την ίδια μέρα και την ίδια ώρα. Πέμπτη στις 12 το μεσημέρι. Είχα φορέσει μια πράσινη ιατρική ποδιά και έβλεπα πως ξεπρόβαλε το κεφαλάκι της απ’ τη μήτρα της μάνας της. Το κλάμα του νεογέννητου. Ο ομφάλιος λώρος κόπηκε. Πρώτα την πήρε στην αγκαλιά της η γυναίκα μου. Μετά εγώ. Ήμασταν ευτυχισμένοι.
Πριν από τρεις μέρες είχε πεθάνει η γιαγιά μου. Πήρε μαζί της κι ένα κομμάτι απ’ τη ζωή μου. Το κλάμα του θανάτου.
Η γιαγιά μου έφυγε. Η κόρη μου γεννήθηκε. Η φύση γεμίζει το κενό. Αέναος κύκλος.
Όταν ήμουν δύο χρονών μπορούσα να ξεχωρίσω μια άσπρη προβατίνα από μια μαύρη. Πήρε ένας ολόκληρος χρόνος να μάθω τα άλλα χρώματα.
Το άσπρο και το μαύρο με καθόρισαν όταν ήμουν παιδί. Τη μέρα την έλεγα άσπρη, τη νύχτα μαύρη. H Ελλάδα ήταν τότε ασπρόμαυρη. Το παιχνίδι άσπρο, το σχολείο μαύρο. Μακριά είναι το σκοτάδι, κλείσε τα μάτια να το δεις, έλεγε συχνά η γιαγιά.
Η μαμά με πήγε την πρώτη μέρα στο σχολείο. Ήμουν επτά χρονών. Όταν έφυγε, έφυγα κλαίγοντας κι εγώ. Το θυμάμαι εκείνο το κλάμα. Ακόμα δεν τελείωσε.
Μερικά κλάματα δεν τελειώνουν ποτέ.
Την άλλη μέρα συμβιβάστηκα με το σχολείο. Ήταν ο πρώτος μεγάλος συμβιβασμός στη ζωή μου. Μέχρι τότε συμβιβαζόμουν μόνο με τα παραμύθια της γιαγιάς για να τρώω το φαγητό μου. Η μαμά δεν μου έλεγε πολλά παραμύθια, γιατί έκανε συνέχεια δουλειές. Το πρωί ξυπνούσε νωρίς να ζυμώσει το ψωμί. Η μαμά όταν ζύμωνε φορούσε μαντίλα, να μη πέσει κάποια τρίχα απ’ τα μαλλιά της στο ψωμί. Μετά έκανε πίτα. Δεν ξέρω αν εκτός από το Θείο Βάνια άλλη γυναίκα, έκανε περισσότερες πίτες στη ζωή μου. Τυρόπιτα, σπανακόπιτα, χορτόπιτα λαχανόπιτα,, κρεμυδόπιτα, κοτόπιτα, κρεατόπιτα, γαλατόπιτα, κολοκυθόπιτα, καρυδόπιτα, μελόπιτα. Νομίζω ότι μεγάλωσα τρώγοντας πίτα. Τις Κυριακές τρώγαμε κρέας, πότε στη γάστρα με πατάτες, πότε στη κατσαρόλα με μακαρόνια.
Ο πατέρας έλειπε στα χωράφια, στα πρόβατα, στο καφενείο. Ο μπαμπάς οδηγούσε το τρακτέρ. Ήθελα να μεγαλώσω γρήγορα να οδηγήσω κι εγώ το Zetor.
Έπρεπε όμως να τελειώσω το δημοτικό. Και ήμουν ακόμη στην πρώτη τάξη….''
Έβαλε το σελιδοδείκτη της Αγαπημένης του στο βιβλίο. Ακούμπησε τους αγκώνες του στα γόνατα. Οι αντίχειρες κρατούσαν το σαγόνι του. Τα γένια του είχαν μεγαλώσει. Τα δάχτυλά του έγιναν κατακόκκινα τριαντάφυλλα. Η ανάσα του μύριζε θυμάρι Κεφαλονιάς. Η πορτοκαλί μπλούζα του Άρωμα από το Αιγαίο. Ο σάκος του ροζέ κρασί Μονής του Αγίου Ο ρους. Ένα άρωμα τον τύλιξε ολόκληρο. Απροσδιόριστο. Ήταν μόνος του στο κουπέ.
Από το ταβάνι κρεμόταν ένας κάτασπρος γλάρος. Ανοιγόκλεινε τα φτερά του. Τα φτερά του χάιδευαν τρυφερά τα ασημένια μαλλιά του. Έρωτας και αλμύρα γέμισαν το βαγόνι ολόκληρο. Η πόρτα άνοιξε μόνη της. Ένα τεράστιο υπερωκεάνιο κύμα γέμισε το κουπέ.
Βρέθηκε στο βυθό. Ολόγυμνος, παραδομένος, τα χρυσόψαρα έπαιζαν μαζί του, ο Χαρούλης τραγουδούσε μόνο γι’ αυτόν χαμογελώντας Άγιους ήχους, το σώμα του έγινε ανάλαφρο σαν του Αγαπημένου, κολυμπούσε στην ανείπωτη ευτυχία της μαγικής πραγματικότητας.
Όταν βγήκε στην επιφάνεια κρατούσε στην αγκαλιά του ένα τεράστιο κοχύλι. Το πιο μεγάλο κοχύλι που είδε ποτέ στη ζωή του. Το πιο εύθραυστο. Το φίλησε τρυφερά. Σαν αιώνιο μυστικό.
Οι παράλληλες γραμμές σαν παράλληλες ζωές. Όλες έσμιγαν σε ένα σημείο. Σε μια λέξη. Σε μια φωνή. Σ’ έναν αντίλαλο. Από το χτες, από το τώρα, από το αύριο.
Έβγαλε από το σάκο του το ξύλινο σημειωματάριο που είχε πάρει μαζί του. Δεν ήθελε να γράψει τη λέξη με το μολύβι του.
Τρύπησε με ένα βελόνι την παλάμη του.
Με το βελόνι την έγραψε. Και το αίμα του
Μια μέρα πριν φύγει
Η ταξίδι ήταν από καιρό στο μυαλό του. Ίσως από τη μέρα που γεννήθηκε. Πουλί ήθελε να γεννηθεί. Δέντρο γεννήθηκε. Έζησε όλους τους αέρηδες πάνω στα φύλλα του, τον ήλιο να καίει, το χαλάζι να τρυπάει. Αυτός εκεί. Ξόδευε
όνειρα. Ο Δον Κιχώτης έβλεπε ανεμόμυλους. Αυτός ολόκληρο τον Ουρανό.
Άκουσε τις φωνές και πετάχτηκε έξω. Η πλατεία γέμισε κόσμο. Ένα βουητό απόγνωσης.
-Tι έγινε;
-Ο Σοφοκλής
-Ο Σοφοκλής τι;
Ο Σοφοκλής ήταν 33 χρονών. Σπούδασε σκηνοθεσία στη σχολή Σταυράκου. Δεν υπήρχε ακόμα καμία κρατική σχολή στην Ελλάδα, πριν 15 χρόνια που τελείωνε το Λύκειο.
Ο πατέρας του είχε το κουρείο στη γωνία Βίκτωρος Ουγκώ και Θεμιστοκλέους. Από εκείνα τα παλιά κουρεία, που θύμιζαν ασπρόμαυρο ελληνικό κινηματογράφο.
''Κουρείον . Στην τρίχα''. Η πινακίδα του.
Ένας άσπρος πάγκος που έγινε γκρίζος απ’ τα χρόνια, ένας καθρέφτης ξεθωριασμένος στις άκρες, μια καρέκλα με ψηλά πόδια και μαξιλαράκι, δυό ψαλίδια , δυό μηχανές του μπαρμπέρη, μια χτένα φαρδιά απ’ τη μια πλευρά στενή απ’ την άλλη, ένα πινέλο μέσα σ’ ένα δοχείο σαν μικρό δισκοπότηρο, πούδρα, κολόνια και καθαρά άσπρα νάυλον πανιά που τα έδενε στο λαιμό όταν κούρευε. Στους τοίχους, μια ασπρόμαυρη κορνίζα της δεκαετίας του 50 της πόλης που ήταν νέος, μια εβδομαδιαία ασπρόμαυρη, δίπλα δίπλα ο πατέρας του και η μάνα του σε περασμένη ηλικία, και ακόμα μία με τον Μάρλον Μπράντο στα νιάτα του. Γεννηθήκαμε την ίδια μέρα και την ίδια χρονιά, 3 Απριλίου 1924 με τον μεγαλύτερο ηθοποιό όλων των εποχών, έλεγε ο κυρ Παντελής, όταν τον ρωτούσαν που κολλάει ο Μπράντο στο παραδοσιακό του κουρείο.
Από έξι χρονών ήξερε τον Σοφοκλή. Πήγαινε μόνος του στο βιβλιοπωλείο που μόλις είχε ανοίξει απέναντι. Στην άλλη πλευρά της πλατείας.
Ο Σοφοκλής έπλαθε σενάρια για ένα καλύτερο κόσμο και έκανε ταινίες μικρού μήκους. Η Αγγελική στο πηγάδι, μόλις τον Σεπτέμβρη που πέρασε, πήρε το πρώτο βραβείο στο Φεστιβάλ Δράμας.
Είχε πάθος με τον σινεμά από μικρός. Και με τα βιβλία. Και με τη μουσική. Έπαιζε ντραμς. Άκουγε τα πάντα. Σαν να τα μελετούσε. Ήθελε να συνεχίσει σπουδές έξω. Δεν είχε λεφτά.
Τελείωσε τη σχολή, γνωρίστηκε με μεγάλους Έλληνες σκηνοθέτες, δούλευε κατά καιρούς στις ταινίες τους σαν βοηθός σκηνοθέτη, δεν ήθελε να πάει στο στρατό, αλλά τελικά πήγε, έκανε διάφορες δουλειές του ποδαριού, νύχτες στη λαχαναγορά, αποθηκάριος σε εκδοτικούς οίκους, γκαρσόν σε ταβέρνες, μπάρμαν σε μπαράκια, ακόμα και ελαιοχρωματιστής δούλεψε ένα φεγγάρι.
Έλεγαν ότι κάποια ερωτική απογοήτευση τον έφερε πίσω στην επαρχία. Αυτός δεν έλεγε ποτέ γιατί.
Ο κυρ Παντελής πέθανε στα πόδια του, στις 2 Ιουλίου 2005, ένα χρόνο και μια μέρα μετά αφού πέθανε ο Μάρλον Μπράντο. Μόνο που ο Μάρλον έζησε πολλές ζωές σε μία, ενώ ο κυρ Παντελής μία και μοναδική.
Το κουρείο ήταν κλειστό για δυό χρόνια. Κλειστόν λόγω θανάτου του κουρέα, έγραφε στο τζάμι.
Τον Αύγουστο του 2007, πριν ακόμα κανένας υποπτευθεί που πήγαινε η χώρα, μέσα σε δέκα μέρες το κουρείον έγινε ένα από τα πιο in κομμωτήρια της πόλης.
Στη τζαμαρία έγραφε:
Hairdressing
Coiffure
Friseur
Κομμώσεις
Το ψαλίδι.
Το κουρείο είχε μεγαλώσει, νοικιάζοντας και το διπλανό μαγαζί. Πέντε αναπαυτικές πολυθρόνες απ’ αυτές που σου κάνουν μασάζ στην πλάτη, μπροστά από έναν θεόρατο καθρέφτη. Δερμάτινοι καναπέδες με τραπεζάκια από ειδικό γυαλί φιλοξενούσαν όλα τα περιοδικά του κουτσουμπολιού της Αθήνας, πίνακες με διάφορα στυλ μαλλιών στους τοίχους, κόκκινα βαμμένα μαλλιά, μωβ, πορτοκαλί, παράξενα κουρέματα, με τσουλούφια που να πέφτουν στα μάτια, κουρέματα γουλί με αλογοουρά ως την πλάτη, αντρικά και γυναικεία κεφάλια απ’ τη μια στιγμή στην άλλη άλλαζαν όψη και κόψη.
Ο Σοφοκλής με τα μαλλιά ριγμένα στις πλάτες, σεμνά και ταπεινά ήταν ο κομμωτής. Ο κομμωτής που κέρδισε τη νεολαία, όλα άστραφταν όπως τα όνειρα που φυτεύει στο μυαλό των παιδιών η χολιγουντιανή αερόφουσκα.
Ο Παντελής είχε αλλάξει. Δεν άλλαξε όμως. Ήξερε τι θα έκανε.
Δεν το έκανε ποτέ όμως. Γιατί έκανε αυτό που δεν ήθελε.
Το δάνειο στην τράπεζα, η κληρονομιά του μαγαζιού στην εφορία, ο μισθός της ξανθιάς κοπελίτσας που έλουζε τα μαλλιά, της μελαχρινής που μάζευε τις πετσέτες και τις τρίχες, του βοηθού κομμωτή, το ΙΚΑ και το ΤΕΒΕ, η ΔΕΗ και η ειδικές εισφορές από τους κρατικούς ειδικούς του έκαναν την τσέπη τρύπια. Πιο τρύπια κι απ’ την τρύπα των ειδικών.
Τον τελευταίο καιρό τον πίεζε η εφορία. Όλα άρχιζαν να τον πιέζουν ασφυκτικά.. Τα χτυπήματα ήταν περισσότερα, από τα χτυπήματα των παλαιστών στο ρινγκ. Τα κουρέματα πολύ λιγότερα. Στην Ελλάδα στατιστικά, μειώθηκαν στο μισό τα κουρέματα τα δυό τελευταία χρόνια.
Εκείνο το πρωί τρεις εφοριακοί μπήκαν στο κομμωτήριο με το καλημέρα.
-Μέχρι αύριο ή πληρώνεις ή σου φοράμε χειροπέδες.
-Φύγετε
-Αν δεν ακολουθήσεις δεν φεύγουμε.
-Μου καταστρέψατε τη ζωή. Φύγετε
Οι τρείς γραβατωμένοι έκατσαν στις πολυθρόνες και ξεφύλλιζαν τα life systems περιοδικά. Δεν μιλούσαν. Τι περίμεναν;
Ο Σοφοκλής άνοιξε το συρτάρι. Πήρε το κρητικό μαχαίρι. Αυτό που έγραφε σκαλιστά, Για Σένα, με πλάγια σκαλιστά γράμματα. Το έβαλε στο λαιμό του.
- Ή φεύγετε ή το καρφώνω στο λαιμό μου.
- Κάντο αν είσαι άντρας, τον προκαλεί ο ένας.
Αυτό ήταν. Όσα δεν φέρνει ο χρόνος τα φέρνει η ώρα.
Ο Σοφοκλής με πολύ δύναμη, με μια απεγνωσμένη ζωτική ενέργεια, τράβηξε το μαχαίρι πάνω στην καρωτίδα του.
Έπεσε. Μαζί του έπεσε μια ολόκληρη ζωή που ονειρεύτηκε. Μια ζωή που δεν έφτασε ποτέ στο τέλος. Έμεινε στην αρχή ενός παιχνιδιού.
Κάποτε θα γινόταν σκηνοθέτης. Κάποτε θα έλεγε μέσα από την πρώτη ταινία του, ότι ο παλιός κόσμος είναι ήδη νεκρός. Ένας καινούριος κόσμος θα γεννηθεί απ’ τις στάχτες του.
Δεν πρόλαβε να το πει. Ο παλιός κόσμος τον πρόλαβε.
Οι τραυματιοφορείς του ασθενοφόρου, τον σκέπασαν μ’ ένα άσπρο σεντόνι. Το ασθενοφόρο τον μετέφερε στο χειρουργείο.
Στην τσέπη του ήταν το έγγραφο που υπέγραψε την προηγούμενη μέρα στο Δημαρχείο.
''Αν πρόωρα έρθει ο θάνατος, επιθυμώ να δοθούν τα όργανα του σώματος μου να σωθούν άλλες ζωές. Επίσης επιθυμώ ότι απομείνει, από το σώμα μου, να καεί. Η στάχτη μου να ριχθεί σε ένα ποτάμι, κοντά στη θάλασσα''.
Η πλατεία γέμισε ασφυκτικά κόσμο. Οι γύρω δρόμοι πλημμύρισαν από ανθρώπους κάθε ηλικίας. Έρχονταν κι άλλοι. Κι άλλοι. Ο κεντρικός δρόμος της πόλης βούιζε από φωνές διαμαρτυρίας, χωρίς σημαίες. Στην κεντρική γέφυρα ήταν αδιαχώρητο. Το ποτάμι από κάτω συνέχιζε να κυλλά, με τον ίδιο προορισμό, να συναντήσει τη θάλασσα. Οι δυό πλατείες έσμιξαν.
Τέτοια κοσμοπλημμύρα δεν έγινε ποτέ στην πόλη. Ποτέ.
Ποτέ άλλοτε δεν ακούσθηκε τόσο δυνατά ένα σύνθημα.
Ούτε ένας άνθρωπος νεκρός. Ούτε ένας.
Ήταν ακόμα η αρχή του πολέμου. Κανένας δεν ήξερε πόσοι θα είναι οι νεκροί στο τέλος. Η τρόικα εσωτερική και εξωτερική είχαν βάλει στόχο να σώσουν τη χώρα. Για να γίνει αυτό έλεγαν θα πρέπει να σκοτώσουμε τουλάχιστον τους μισούς. Αναίμακτα όσο γίνεται. Να φαίνεται ότι από καρδιά ήταν, από εγκεφαλικό, από καρκίνο, τις αυτοκτονίες ποτέ να μην τις λέμε στις ειδήσεις. Εξ’ άλλου ήταν τόσες πολλές κάθε μέρα που ένα ολόκληρο δελτίο δεν θα χωρούσε.
Τόσα σκοτωμένα όνειρα παιδιών, ήταν φρίκη.
Την άλλη μέρα θα ανέβαινε στο πρωινό τρένο για την Αθήνα.
Και δεν θα ξανακατέβαινε. Η ζωή του από εδώ και πέρα θα ήταν μες τα τρένα.
Οι σκέψεις του πάλι τον βύθισαν στο σκοτάδι.
Άνοιξε τον σάκο και έβγαλε το βιβλίο του.
Ανοιξε τυχαία σε μια σελίδα:
"Θα πεθάνω, Θάνατε, όχι όταν θελήσεις εσύ, αλλά όταν εγώ θα θελήσω. Σε τούτη την έσχατη ολική πράξη , δεν θα γίνει το δικό σου, αλλά το δικό μου. Παλεύω τη θέλησή σου. Παλεύω τη δύναμή σου. Σε καταπαλεύω ολόκληρον. Μπαίνω μέσα στη γη, όταν εγώ αποφασίσω, όχι όταν αποφασίσεις εσύ. Και σένα σε αφήνω ρέστο και ταπί. Με βλέπεις κατεβασμένο στον Άδη αφεαυτού μου και αυτοθέλητα. Και ανατριχιάζεις εσύ και το βασίλειό σου. Ο τάφος, η ταφόπλακα, το σκοτάδι, το ποτέ πια και όλα σου τα υπάρχοντα μπροστά στην πράξη μου και στην επιλογή μου μένουν εμβρόντητα και χάσκουν." Δημήτρης Λιαντίνης
Έξω έβρεχε. Νεροσυρμές στο τζάμι.
Ο τελευταίος άνθρωπος
Ο τελευταίος άνθρωπος που μπήκε στο Βιβλιοπωλείο του εκείνη τη μέρα, ήταν η Ουρανία.
Κωστή μου μπλε τετράδια έχεις;
-Ναι κυρία Ουρανία. Τι κάνετε;
-Πόσο έχουν;
-Τα πενηντάφυλλα, 50 λεπτά.
-Πιο φτηνά έχει;
-Τα σαραντάφυλλα έχουν 40 λεπτά και τα τριαντάφυλλα 30.
-Δώσε μου δύο τριαντάφυλλα και δυό μολύβια. Θέλω να μου τα κάνεις δύο δωράκια. Από ένα στο κάθε παιδί. Πάνε στο Λύκειο. Είναι στη γειτονιά μου, ο πατέρα τους άνεργος, χτες τους έκοψαν το ρεύμα. Η μάνα τρέχει στους γιατρούς, με το νεφρό της. Ο Πέτρος ήρθε εδώ πριν λίγες μέρες, τον γνώρισες;
-Όχι, δεν είπε τίποτα. Από μικρό έχω να τον δω
-Θυμάσαι που αγοράζαμε τα βιβλία, όταν ήταν στο σχολείο;
-Πόσα παιδιά έχετε, τι κάνουν τώρα;
-Ο Πέτρος, σπούδασε φωτογράφος, ο Γιάννης τελείωσε Γεωλογία.
Δουλεύουν και οι δύο τώρα. Ο Πέτρος δουλεύει σ’ ένα μεγάλο φωτογραφείο και κάνει και μόνος του γάμους, βαφτίσεις. Καλά είναι. Ο Γιάννης δεν βρήκε ακόμα με το πτυχίο του, δουλεύει σε μια πιτσαρία. Είναι στη Θεσσαλονίκη. Έρχονται όμως συχνά τα Σαββατοκύριακα. Πάω κι εγώ.
-Μαζί μένουν;
-Όχι τώρα, έχουν ο καθένας το κορίτσι του. Καλά είναι. Είναι μάλαμα παιδιά, τα βοηθάω κι εγώ.
-Εσύ τι; Δουλεύεις ακόμα;
-Στην ίδια δουλειά από τότε που πέθανε ο άντρας μου, είκοσι επτά χρόνια. Παλιά καθάριζα όλο το σπίτι, μαγείρευα, σιδέρωνα έκανα τα πάντα, τώρα πάω και σιδερώνω δεν έχω πολλές αντοχές. Μ’ αυτή τη δουλειά μεγάλωσα τα παιδιά. Και τώρα τα καμαρώνω.
-Σε τι ηλικία πέθανε ο άντρας σου; Από τι;
-Στα τριάντα έξι από εγκεφαλικό. Έτσι στα ξαφνικά. Ήταν δύσκολα. Τώρα είναι καλά, δουλεύουν και τα παιδιά. Από τότε, ήμουν τριάντα πέντε χρονών, δεν είχα τίποτα άλλο τα παιδιά και τη δουλειά. Και τα κατάφερα.
Χαμογέλασε, ένα χαμόγελο ευτυχίας. Στο ταλαιπωρημένο πρόσωπό της.
Δεν ήξερε τίποτα για την Ουρανία, τη θυμόταν πάντα να τα μετράει όλα. Είχε λίγα χρόνια να τη δει.
Μια όμορφη κοπέλα με πρασινογάλαζα μάτια, καστανόξανθα μαλλιά, ολόλευκο τρυφερό δέρμα κάθισε δίπλα του, στο γεμάτο από κόσμο βαγόνι. Άνοιξε το μικρό λάπτοπ της και άρχιζε να παίζει ένα ντοκιμαντέρ. Έριχνε ματιές στην οθόνη, και μερικές στο μικρό στρογγυλό στήθος της, διακρινόταν κάτω από τη μπλούζα της, με τις ρώγες της να τρυπάνε τα μάτια του.
Τον κέρδισε το ντοκιμαντέρ. Η κοπέλα κατάλαβε. Μπορείτε να δείτε και έστριψε βολικά την οθόνη προς το μέρος του. Έβλεπαν τώρα και οι δύο.
Μιλούσαν επιστήμονες, πυρηνικοί φυσικοί, αρχαιολόγοι, φιλόσοφοι, οικολόγοι, πολιτικοί, συγγραφείς, απλοί άνθρωποι. Το θέμα ήταν τα πυρηνικά εργοστάσια και συγκεκριμένα της Φιλανδίας.
Οι Φιλανδοί έχουν σκάψει σε βάθος 500 μέτρων μέσα στη γη. Εκεί έχουν κατασκευάσει μια τεραστίων διαστάσεων αποθήκη. Κατεβάζουν συσκευασμένα ανά τόνους τα πυρηνικά απόβλητα. Είναι το πρώτο έργο στην ιστορία της ανθρωπότητας με προγραμματισμό εκατό χιλιάδων χρόνων. Μέχρι τώρα οι άνθρωποι έφτιαχναν σπίτια για εκατό χρόνια, εργοστάσια για διακόσια, ανάκτορα για χίλια.
Αυτό το έργο θα έπρεπε να προβλεφθεί για εκατό χιλιάδες χρόνια!
Όσο χρειάζεται να γίνει ακίνδυνη για τη ζωή, η πυρηνική ενέργεια.
Δεν έπρεπε κανένας στο μέλλον να πλησιάσει εκεί. Δεν πρέπει κανένα φυσικό φαινόμενο να προκαλέσει ρωγμές, σεισμός, καταιγίδες εκρήξεις παντός είδους.
Η πυρηνική ενέργεια είναι άοσμη, άγευστη, άχρωμη. Ο άνθρωπος δεν αισθάνεται απολύτως τίποτα για να προστατευθεί. Αν έλθει σε επαφή μαζί της μετά από ένα μήνα αρχίζει η δύσπνοια. Μετά από ένα χρόνο πεθαίνει.
Πως θα προφυλάξουν το μέλλον αφού τους νοιάζει μόνο το παρών;
Θα βάλουν σήματα; Μη πλησιάζετε. Κίνδυνος θάνατος.
Πως θα ξέρει, μετά από μια ενδεχόμενη ολική καταστροφή του πλανήτη, ο άλλος να διαβάσει τα σήματα;
Ακόμα και να αναμεταδίδεται σε βάθος χιλιετιών αυτή η προφύλαξη, ποιος μπορεί να σταματήσει την περιέργεια κάποιων, που θα νομίσουν ότι είναι κρυμμένος ένας θησαυρός;
Μήπως είναι καλύτερα να ξεχασθεί; Σαν να μην υπήρξε ποτέ ο άνθρωπος που έβαζε πυρηνικές βόμβες στα σπλάχνα της γης;
Το ζήτημα είναι φιλοσοφικό. Ποιο δρόμο θα κληρονομήσουμε στην ιστορία του μέλλοντος;
Το in eternity είναι πέρα απ’ την αιωνιότητα. Είναι ζήτημα ζωής ή θανάτου του ανθρώπινου είδους. Ολόκληρης της γης, χλωρίδας και πανίδας, όπως την ξέρουμε μέχρι σήμερα.
Ήταν πάνω από μια ώρα. Στο τέλος η κοπέλα του είπε:
''Ξέρετε ότι αυτή τη στιγμή μπορεί να καταστρέφεται ο πλανήτης και μεις οι άνθρωποι να είμαστε στο σκοτάδι των μικροπροβλημάτων μας;''
Ήταν Γαλλίδα. Τα αγγλικά της ήταν παρόμοια με τα δικά του.
Τι σημασία έχει;
Η πωλήτρια του τρένου έφερε καφέ. Πήραν από έναν γαλλικό, με λίγη ζάχαρη. Και γάλα.
Στη πρώτη δημοτικού
Η Ίλσα σπούδαζε κοινωνιολογία στη Λυών. Ήθελε να γίνει ερευνήτρια-δημοσιογράφος. Δεν εμπιστευόταν τους πολιτικούς, αγωνιζόταν για τα δικαιώματα των μεταναστών. Η Ευρώπη είναι ένα ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί, του είπε. Κ
ατέβηκε στην επόμενη στάση. Του έγνεψε από την αποβάθρα.
«Η πρώτη δημοτικού ήταν συγκλονιστική. Έμαθα να διαβάζω, είπα ποίημα την 28η Οκτωβρίου, στις 25 Μαρτίου και προέκυψε η 21η Απριλίου. Ήμουν όλο απορίες.
Τζάμπα τα ποιήματα που είπαμε στο σχολείο, είπα στον πατέρα μου εκείνο το ανοιξιάτικο απόγευμα, όταν μας είπε ότι πρέπει να κλειστούμε στο σπίτι. Απαγορεύεται η κυκλοφορία στους δρόμους. Κηρύχτηκε στρατιωτικός νόμος, είπε ο πατέρας μου. Ήταν ανήσυχος, άνοιξε το ραδιόφωνο, είχε πολεμικά εμβατήρια.
-Τι θα πει Δικτατορία, τον ρώτησα.
-Είσαι μικρός ακόμα. Θα δούμε
-Τι θα δούμε;
-Ο στρατός πήρε την εξουσία από τους πολιτικούς, με τα όπλα.
-Δηλαδή πόλεμος
-Δεν θα βγείτε έξω σήμερα, είπε ο πατέρας μου.
-Δεν με νοιάζει εγώ θα βγω, θα παίξουμε μπάλα με τον Γιώργο και τον Χρήστο. Εγώ παίζω με τον Χρήστο και ο Γιώργος με τον Πάνο. Χθες τους νικήσαμε.
-Κωστή, δεν θα πας πουθενά. Ο αδελφός μου ήταν 4 χρονών. Η μάνα μου τον κυνηγούσε να φάει μια φέτα με ζάχαρη και λάδι.
Ο πατέρας μου ήταν αστείος. Στο χωριό ήμασταν όλοι γνωστοί. Τι να φοβηθώ;
Παρ’ όλα αυτά επέμεινε να μην παίξουμε μπάλα εκείνο το απόγευμα.
-Εσύ δεν μου’ λεγες, ότι και ο Μεταξάς ήταν δικτάτορας, αλλά είπε ΟΧΙ στους Ιταλούς
-Δεν είναι το ίδιο. Άλλο οι Ιταλοί και άλλο η κατάλυση της Δημοκρατίας.
-Τι θα πει κατάλυση;
-Θα τα μάθεις στο σχολείο αυτά; είπε ο πατέρας μου προσπαθώντας να πιάσει άλλο σταθμό στο ραδιόφωνο. Δεν έπιανε όμως. Ίσως γιατί είχα σπάσει την κεραία εγώ, μια μέρα που δεν έπαιζε τίποτα. Μόνο παράσιτα. Ούτε στα βραχέα, ούτε στα μακρά. Σιγά το ράδιο δηλαδή, από έναν γύφτο το πήρε ο πατέρας μου, μαζί με κάτι κόκκινα σεμέ που έστρωνε η μάνα μου στο καλό δωμάτιο.
Ο πατέρας μου ήταν παναθηναϊκός. Έγινα κι εγώ παναθηναϊκός. Ο αδελφός μου έγινε Ολυμπιακός. Στο ραδιόφωνο ακούγαμε ποδόσφαιρο τις Κυριακές. Στο δίτερμα παίζαμε παναθηναϊκοί –ολυμπιακοί. Ο πατέρας μου άκουγε και ειδήσεις. Εγώ δεν άκουγα ακόμα ειδήσεις. Το πρωί άκουγα μόνο τις κουβεντούλες, με τον Μηνά Χρηστίδη. Μόλις τελείωνε έπαιρνα τη σάκα και πήγαινα τρέχοντας στο σχολείο.
Την 28η Οκτωβρίου έρχονταν όλο το χωριό στο σχολείο. Και την 25η Μαρτίου. Και στο κλείσιμο του Σχολείου.
Σε μια εξέδρα λέγαμε ποιήματα και παίζαμε σκετς. Ο δάσκαλος είχε ένα χοντρό βιβλίο, από εκεί μέσα έβρισκε τα ποιήματα. Τα κάναμε πρόβες. Και τα λέγαμε με ύφος πομπώδη ποιητή. Από κάτω οι συγγενείς και όλο το χωριό χειροκροτούσε. Ήταν τα μόνα χειροκροτήματα. Ήταν τα χρόνια της δικτατορίας των συνταγματαρχών.
Ήμασταν παιδιά……..»
Μες το βιβλίο είχε την ασπρόμαυρη φωτογραφία. Κουρεμένος γουλί, η αγελάδα μια μέρα του έγλυψε το μέτωπο, ο πατέρας του τον κορόιδευε, όταν τον κούρευε με τη μηχανή. Φορούσε κοντό παντελόνι με σταυρωτές τιράντες στην πλάτη. Άσπρο πουκάμισο. Στα χέρια του, κρατούσε σφιχτά μια άσπρη κότα που τέντωνε τα φτερά. Δίπλα του η Ειρήνη. Με μπλε ποδιά. Με δυό κοτσίδες στα μαλλιά και το παντοτινό χαμόγελο. Συμμαθητές στο σχολείο. Στην πρώτη δημοτικού.
Το τρένο σφύριζε. Είχε χαμηλώσει ταχύτητα. Θα έκανε πάλι κάποια στάση. Ήταν μόνος του εκείνη την ώρα στο κουπέ.
Τότε είδε ένα μελαχρινό νεαρό κεφάλι, κρεμασμένο ανάποδα. Να του χαμογελά στο παράθυρο. Πιο απεγνωσμένο χαμόγελο δεν είδε ποτέ.
Άνοιξε το παράθυρο. Πεινάμε, του είπε.
-Πως κρατιέσαι;
-Ο Τουράν με κρατάει, από τα πόδια, είμαστε δεμένοι από το Ντίγκο του τρένου.
-Ανέβα πάνω. Ρίξε μου, σε λίγο, ένα σχοινί στο παράθυρο.
Πήγε στο εστιατόριο του τρένου, αγόρασε τρία σάντουιτς και νερό. Τα έβαλε μέσα σε μια πλαστική σακούλα. Έγραψε γρήγορα δυό λέξεις στο σημειωματάριο. “Θα είμαι σε τούτο το βαγόνι για πολύ καιρό. Να μου ρίχνετε το σκοινί, όταν πεινάτε. Καταλαβαίνω’’. Έσκισε το φύλλο και το έβαλε μαζί με τα σάντουιτς. Κράτησε το δικό του.
Είδε ένα σκοινάκι να κρέμεται. Έδεσε τη σακούλα. Κάποιο χέρι τράβηξε το σκοινί.
Άρχισε να τρώει το δικό του σάντουιτς.
Διαπίστωσε πόσο πεινούσε κι αυτός.
Η πόρτα του κουπέ άνοιξε. Μπήκε ένας νεαρός άντρας. Γύρω στα τριάντα. Στα χέρια του κρατούσε ένα ξύλινο σκάκι.
Αν
Ο Βέσελιν ΤοπάλοβΒούλγαρος Γκρανμαίτρ, ήταν κλασικά ντυμένος, μπεζ σακάκι και υφασμάτινο σιδερωμένο παντελόνι, κοντά κουρεμένα μαλλιά, φρεσκοξυρισμένος, με μουσάκι μόνο στο πηγούνι, ψηλός, το πρόσωπό του καθρέφτιζε την ευφυΐα του. Τον αναγνώρισε αμέσως. Τον θυμήθηκε από την ατέλειωτη αναμέτρηση με τον Κράμνιγκ το 2006, όπου ήρθαν ισόπαλοι 6-6, στις 12 παρτίδες. Τον κέρδισε ο Κραμνιγκ στα "τάι-μπρείκ". Έδειχνε νεώτερος από την ηλικία του.
Ο Βέσελιν άφησε την μικρή βαλίτσα του, πάνω στην προθήκη του κουπέ. Δίχως να χάνει χρόνο, έστησε το σκάκι πάνω στα γόνατά του και άρχιζε να παίζει σκάκι. Μόνος του.
Είχε χρόνια να παίξει σκάκι. Από τότε που ο χρόνος, δεν περίσσευε. Από τα δεκατέσσερα ως ταεικοσιπέντε, ήταν δεινός σκακιστής. Ούτε το σκάκι ξεχνιέται, ούτε το ποδήλατο.
Ο Βέσελιν έπαιζε τις παρτίδες στα γρήγορα, εφαρμόζοντας συγκεκριμένες κινήσεις που δεν τις καταλάβαινε. Πότε έκανε ματ τον άσπρο Βασιλιά, πότε τον μαύρο, τις περισσότερες φορές έκανε πατ. Προφανώς έκανε προπόνηση, για ένα σημαντικό πρωτάθλημα σκακιού της FIDE. Διάβαζε το βιβλίο του και έριχνε κλεφτές ματιές στην σκακιέρα..
«Στην πρώτη δημοτικού έπαθα το πρώτο τροχαίο. Όπως πάντα καθόμουν στο φτερό του Zetor, σε κάθε μεταφορά του πατέρα μου. Ήταν Μάρτιος. Μια ηλιόλουστη ζεστή μέρα. Νόμισα ότι ο πατέρας μου σταμάτησε. Πήδηξα από το τρακτέρ, μόλις ο πατέρας μου το μετακίνησε μπροστά, λίγο ακόμα. Το πόδι μου βρέθηκε κάτω από τη μεγάλη πίσω ρόδα. Ευτυχώς ανάμεσα στα πέλματα. Ο πατέρας μου τα έχασε, ήθελε να μετακινήσει μπροστά το τρακτέρ, το πόδι μου θα έλειωνε στον αστράγαλο.
- Σταμάτα, τι πας να κάνεις; Σταμάτα, φώναξε δυνατά, ο Χρυσόστομος.
Πήραν το γρύλο και ανέβασαν την πίσω δεξιά ρόδα του τρακτέρ. Ήμουν τεντωμένος κάτω και τρομαγμένος ένοχα, για ότι έκανα. Το πόδι μου πιασμένο σαν από παγίδα. Περίεργα, δεν πονούσα. Η μάνα μου πετάχτηκε απ’ το σπίτι , θα με πεθάνετε πριν την ώρα μου, είπε.
- Είναι ήρωας το παιδί, δεν έχει πρόβλημα, άντρας είναι. Άντρας ετών 7, είπε ο πατέρας μου. Στο τρακτέρ δεν θα ξανά-ανεβεί.
Ο πατέρας μου δεν μίλησε, τα άκουσα όλα μετά από μια εβδομάδα, κούτσαινα. Όταν αλλάζει ο καιρός κουτσαίνω ακόμα. Μερικές φορές κουτσαίνω και τα καλοκαίρια.
Όσους γιατρούς ρώτησα είπαν ότι το πόδι δεν έχει τίποτα. Μετά αρχίζουν να λένε ότι είναι ψυχολογικό τραύμα της παιδικής ηλικίας. Στον αστράγαλο; τους ξαναρωτάω.
Στην πρώτη δημοτικού ο δάσκαλος ήταν χαλαρός και εμείς ακόμα πιο χαλαροί. Μας άφηνε να μιλάμε μες την τάξη, μας άφηνε παραπάνω στο διάλλειμα, μας έλεγε ανέκδοτα, μας έβαζε λίγες εργασίες για το σπίτι. Παίζαμεσκλαβάκια, κουτσό, τη γαϊδούρα, κακαρέτσια, ήμασταν ένα καθώς πρέπει σχολείο. Όλα κι όλα τριάντα πέντε παιδιά σε μια αίθουσα με ένα δάσκαλο. Τον θυμάμαι με αγάπη για τον δάσκαλο. Στην τρίτη τάξη όμως έφυγε. Τότε το σχολείο άρχισε να μου γίνεται δρόμος με εμπόδια και τιμωρίες. Ο δάσκαλος που ήρθε ήταν ο Πετσογιάννης. Τον θυμάμαι όπως τους φαντάρους της ΕΑΤ-ΕΣΑστις εξόδους στο στρατό.
Στην πρώτη ήμασταν τέσσερα παιδιά, τρία αγόρια και η Ειρήνη. Με την Ειρήνη γίναμε φίλοι. Με συμπαθούσε και τη συμπαθούσα. Λέγαμε όλα τα μυστικά μας.
Μια φορά που παίζαμε κρυφτό στη γειτονιά της, κρυφτήκαμε στο ίδιο σημείο, μέσα σε μία αχυρώνα. Χωρίς να το καταλάβουμε φιληθήκαμε στο στόμα. Ιδέα δεν είχαμε ότι στο στόμα και με γλώσσα, φιλιούνται οι ερωτευμένοι. Η πρώτη δημοτικού ήταν μια συγκλονιστική χρονιά. Οι υπόλοιπες ήταν σαν τα βαγόνια του τρένου…»
Διάβαζε το βιβλίο του και έβλεπε και τον Βέσελιν. Ο Βέσελιν ήτανπαραδομένος στη σκιά των αλόγων, είχε μόνο ένα προορισμό να εξοντώσει τον Βασιλιά του αντιπάλου.
Ο ίδιος και ο εαυτός του, ενάλλασσαν τους ρόλους. Πάλευε με τους πύργους και τους αξιωματικούς. Αυτός πάλευε με τους δικούς του στρατιώτες, μέσα σε ένα ζωντανό παρελθόν κι ένα αβέβαιο σκοτεινό μέλλον.
Μόνο δυό κουβέντες είπαν, για χαιρετισμό όταν μπήκε στο κουπέ. Ο καθένας ήταν στον κόσμο του. Δυό άντρες σ’ ένα κουπέ. Τον πήρε ο ύπνος.
Ήταν ένα νεόκτιστο σπίτι, ακόμα στα πρώτα σοβατίσματα. Χωρίς πόρτες, χωρίς παράθυρα, δύο δωμάτια, μια μικρή κουζίνα και ένα πιο μικρό μπάνιο. Στο μπάνιο υπήρχε μια βρύση μόνο, κάτω ήταν η τσιμεντένια πλάκα.
Στο ένα δωμάτιο ήταν μόνο ένα στρώμα, στο πάτωμα. Ήταν εκεί με την Πηνελόπη και την κόρη του. Στο Περτούλι. Στην κάτω πλευρά του δρόμου, λίγο έξω από το χωριό.
Ακούμπησε στο πάτωμα το ραδιομαγνητόφωνο. Δίπλα άφησε την βιδωτή κεραία του. Το δωμάτιο ήταν φωτισμένο απ’ το φεγγάρι. Ένα άλλο ζευγάρι ήρθε και άφησε πέντε έξι κεραίες στο πάτωμα και μετά έφυγε. Σ’ ένα διπλανό σπίτι.
Αυτό το σπίτι ήταν του Γεωργίου, είπε η Πηνελόπη. Το πούλησε τώρα, από κάτω μένουν άλλοι.
Αυτός προσπαθούσε ανάμεσα στις κεραίες να βρει τη δικιά του. Αγχώθηκε δοκιμάζοντας. Το στήθος του βάραινε. Κοίταξε έξω. Άρχισε να χιονίζει. Τα έλατα ντύνονταν στα λευκά σε μια βαθιά γαλάζια νύχτα.
Βγήκε έξω από το σπίτι. Στην άσφαλτο.
Η Λίνα είχε τα γενέθλια της. Τέσσερα αγόρια της ηλικίας της σε μία άκρη της πλαγιάς, μόλις την είδαν να βγαίνει από το κάτω σπίτι, άναψαν μια συστάδα από κόκκινα κεριά και πέταξαν δυο τρία πυροτεχνήματα.
Στο δρόμο, προς το Περτούλι, δυό τεράστιοι ελέφαντες αναβόσβηναν. Ήταν οι φίλοι της από το Λύκειο, σε κάθε βήμα της θα της έκαναν και μια έκπληξη. Χιόνιζε. Θύμιζε ταινία της Dysneyland.
Βρέθηκε απ’ την πάνω πλευρά του δρόμου. Έβλεπε μακριά, το δρόμο ως το χωριό.
Η Πηνελόπη ήταν στο δρόμο. Φορούσε ανοιξιάτικα ρούχα. Μια φούστα στο χρώμα καρδιάς μαρουλιού κι ένα πουκάμισο με άνθη από πασχαλιά. Τα μακριά καστανόμαυρα μαλλιά της έπεφταν ως την πλάτη της. Διέκρινε από μια απόσταση αρκετά μακρινή, την πεταλούδα που είχε το κοτσιδάκι, όπως έδεσε λίγα μαλλιά να φαίνεται το αυτί της. Τα καθαρά πράσινα μάτια της, έγιναν δυό λίμνες και βυθίστηκαν τα δικά του. Το χαμόγελό της ήταν το ίδιο γλυκό φως, όπως την πρωτογνώρισε, 31 χρόνια πριν.
Πηνελόπη, φώναξε.
Ξύπνησε. Ένοιωθε τόσο ερωτευμένος, όσο την πρώτη φορά.
Το στήθος του ήταν ανάλαφρο.
Το όνειρο του φάνηκε ότι κράτησε ώρες. Κολυμπούσε στην ευτυχία. Και στην ανεμελιά.
Ο Βέσελιν χαμογέλασε.
- Όνειρο, του είπε.
- Το σκάκι είναι μια Οδύσσεια, είπε ο Βέσελιν
- Αύριο στη χώρα μου, είναι θέμα ζωής ή θανάτου.
- Αν δεν αντισταθεί με στρατηγική ο λαός σας, θα σας αφανίσουν.
- Αυτό είναι το πρόβλημα. Ο λαός όχι μόνο δεν αντιστέκεται, αλλά οι μισοί τους επιδοκιμάζουν κιόλας.
- Όλα μπορούν να ανατραπούν ακόμα.
- Η τρίτη δόση θα είναι θανατηφόρα, του απάντησε. Κάτι πρέπει να γίνει.
-Κάτι θα γίνει, θα δεις. Το σκάκι παίζεται ως την τελευταία στιγμή, αρκεί να προβλέπεις τις κινήσεις του αντιπάλου από νωρίς.
- Ο λαός έχει το λαό αντίπαλο. Όπως εσύ τον εαυτό σου.
-Αυτός είναι ο μεγαλύτερος αντίπαλος, είπε ο Βέσελιν.
Πήρε να βραδιάζει. Τα φωτάκια του τρένου άναψαν.
Στην Ελλάδα αύριο θα παιζόταν η τελευταία σκηνή της τραγωδίας.
Ο θύτης είναι γνωστός, από χρόνια.
Όπως και το θύμα. Εκτός κι αν.
(Συνεχίζεται)
Η πηγή των κειμένων στο μπλοκ, πατώντας το σύνδεσμο:
Έλα να παίξουμε... Θα σου χαρίσω τη βασίλισσά μου Ήταν για μένα μια φορά η αγαπημένη Τώρα δεν έχω πια αγαπημένη
Θα σου χαρίσω τους πύργους μου Τώρα πια δεν πυροβολώ τους φίλους μου Έχουν πεθάνει από καιρό πριν από μένα
Όλα, όλα, και τ' άλογά μου θα στα δώσω Όλα, όλα, και τ' άλογά μου θα στα δώσω Μονάχα ετούτο τον τρελό μου θα κρατήσω που ξέρει μόνο σ' ένα χρώμα να πηγαίνει
δρασκελώντας την μιαν άκρη ως την άλλη γελώντας μπρος στις τόσες πανοπλίες σου μπαίνοντας μέσα στις γραμμές σου ξαφνικά αναστατώνοντας τις στέρεες παρατάξεις
Έλα να παίξουμε...
Ο βασιλιάς αυτός δεν ήτανε ποτέ δικός μου Κι ύστερα τόσους στρατιώτες τι τους θέλω! Τραβάνε μπρος σκυφτοί δίχως καν όνειρα
Όλα, όλα, και τ' άλογά μου θα στα δώσω Όλα, όλα, και τ' άλογά μου θα στα δώσω Μονάχα ετούτο τον τρελό μου θα κρατήσω που έρει μόνο σ' ένα χρώμα να πηγαίνει
δρασκελώντας την μιαν άκρη ως την άλλη γελώντας μπρος στις τόσες πανοπλίες σου μπαίνοντας μέσα στις γραμμές σου ξαφνικά αναστατώνοντας τις έριες παρατάξεις
Έλα να παίξουμε... Κι αυτή δεν έχει τέλος η παρτίδα...
την ειχε σε επαναληψη λογω απεργιας αποψε η ΕΤ1...
Ο ΒΟΥΔΑΣ ΛΙΠΟΘΥΜΗΣΕ ΑΠΟ ΝΤΡΟΠΗ/ BUDA AZ SHARM FORU RIKHT /BUDDHA
Εκει που εβλεπα το τελος της μικρης αυτης ΥΠΕΡΟΧΗΣ ταινιας και απο πανω
.... "Η Π.Ο.Σ.Π.Ε.Ρ.Τ.απεργει κατα των μετρων της φτωχοποιησης του
ελληνικου λαου......" μου ηρθε η φωνη της τελευταιας σκηνης:
"Μπακταααρ πεθανε, για να ελευθερωθεις..." .....και εμεις αυριο...?
"Μέσα από μια επιλογή ταινιών πρόσφατης παραγωγής (2006 – 2007) απ’ όλο
τον κόσμο, η ενότητα Focus – την οποία επιμελείται ο Κωνσταντίνος
Κοντοβράκης - θα επιχειρήσει να ερευνήσει τον τρόπο με τον οποίο οι
Σύγχρονοι Πόλεμοι αντανακλούν στις ανθρώπινες σχέσεις, την κοινωνία, την
οικονομία, το φύλο, τις φυλές, τις θρησκευτικές πεποιθήσεις, αλλά και
να αναδείξει την ίδια την ανθρώπινη ύπαρξη και τη δύναμη της επιβίωσης,
σε έναν – πολύ συχνά - βάναυσο κόσμο. Έναν σύγχρονο κόσμο, στον οποίον η
«αντίφαση» βρίσκει τον πιο ισχυρό σύμμαχό της, καθώς για πρώτη φορά
στην ιστορία του πλανήτη, οι ξεριζωμένοι πληθυσμοί, οι πολεμικές
συρράξεις και η απόλυτη φτώχεια, πολλαπλασιάζονται στον αντίποδα του
συσσωρευμένου πλούτου και μιας ραγδαίας τεχνολογικής ανάπτυξης."http://diexodos.blogspot.com/2007/12/48-2.html http://1.bp.blogspot.com/_cYZHsYDfWvg/R1CX8Ow66tI/AAAAAAAAAOA/PRZp3aqFSOk/s1600-R/buddha2.jpg
Εδω ειναι ολη η ταινια...: http://youtu.be/9lb5V1Sil4Y (δεν την βρηκα με υποτιτλους ελληνικους... ομως και ετσι, σ ακουμπαει....)
της Hana Makhmalbaf (οι δηλώσεις της σκηνοθέτιδος)
Το
Αφγανιστάν είναι μια περίεργη χώρα. Τα τελευταία 25 χρόνια, η
διακυβέρνηση έχει αλλάξει πολλά χέρια: από την κομμουνιστική Ρωσία και
τους Ταλιμπάν, στους Χριστιανούς αλλά και αθεϊστές Δυτικούς. Κάθε
νέο καθεστώς που αναλάμβανε τη διακυβέρνηση της χώρας, προσπαθούσε να
διορθώσει τις ατασθαλίες των προηγούμενων. Και τελικά η κατάσταση όλο
και χειροτέρευε. Το Αφγανιστάν πλέον έχει ισοπεδωθεί, σχεδόν όλο. Τα
γυρίσματα έγιναν στην πόλη Μπαμιάμ. Στην πόλη αυτή δεν έχουν καν
τηλεόραση οπότε δεν καταλαβαίνουν καθόλου τι σημαίνει να βλέπεις τον
εαυτό σου μέσα σε αυτό το κουτί. Πιστεύω ότι το πραγματικό σχολείο των
παιδιών είναι να παρατηρούν τις συμπεριφορές των μεγάλων. Για
παράδειγμα, πριν μερικά χρόνια σε αυτή την πόλη έγινε μια φρικτή σφαγή
όπου πολλοί άντρες και αγόρια αποκεφαλίστηκαν μπροστά στα μάτια των
γυναικών. Αντίθετα με τα παιδιά που μεγαλώνουν στην Αμερική που βλέπουν
τη βία στο Χόλιγουντ, τα παιδιά στο Αφγανιστάν τη βιώνουν. Όταν
όμως αυτά τα παιδιά θα ενηλικιωθούν, πώς θα μάθουν να συνυπάρχουν αλλά
και να διαχειρίζονται το μέλλον της χώρας τους;Ακόμα και τα παιχνίδια
των παιδιών, έχουν πλέον πολεμικό ύφος. Το
φιλμ δεν έχει ήρωες. Ακόμα και το κοριτσάκι που πρωταγωνιστεί δεν τη
θεωρώ ήρωα γιατί δεν καταφέρνει να πετύχει το σκοπό της. Δεν έχει
επιλογές. Σε κάθε σχολείο που πηγαίνει, ζητάει να της πουν ένα αστείο
αλλά κανείς δεν της λέει. Παρόλ 'αυτά μαθαίνει πάρα πολλά άλλα πράματα
στη διάρκεια αυτού του ταξιδιού. Παρόλο
που η ταινία δεν γυρίστηκε στο Ιράν, συνδυάζει αυτά που έχω να πω
σχετικά με αυτές τις δύο τόσο όμοιες χώρες: το Ιράν και το Αφγανιστάν.
Και οι δύο κοινωνίες έχουν παρόμοια κοινωνικοπολιτικά προβλήματα. Έχω
γράψει πολλές ιστορίες που εκτυλίσσονται στο Ιράν αλλά δυστυχώς δεν έχω
άδεια να γυρίσω ταινία στην χώρα μου. Ίσως μια μέρα στο μέλλον να τα
καταφέρω.
"Θα
αντέξουμε Φίλες και Φίλοι, θα αντέξουμε, φτάνουμε προς το τέλος. Εξ'
άλλου πόσες φορές θα μας πάρουν ακόμα μέτρα, άντε μία ακόμα τον Φλεβάρη,
μία ακόμα τον Ιούνη, άντε πάλι του χρόνου τον Σεπτέμβρη, δεν θα
βαρεθούν; Απ’ ότι φαίνεται αυτό περιμένουμε
όλοι να βαρεθούν. Αφού οι μισοί τους υμνολόγησαν τον Ιούνη και οι άλλοι
μισοί περιμένουμε στη στάση, ένα τρένο που δεν έρχεται ποτέ… Δεν φταίνε αυτοί, τα μέτρα φταίνε, ώσπου να βρουν τις σωστές αναλογίες, αλλά που θα πάει θα το βρούνε το σωστό φάρμακο. Πάντα
τα πειράματα έχουν θανατηφόρα αποτελέσματα στα ζώα, πρέπει να
υποστούμε το μαρτύριο, για χάρη της πολιτικής και οικονομικής επιστήμης. Αν
και πολλοί είναι εκείνοι που υποστηρίζουν πως ούτε η πολιτική, ούτε η
οικονομία είναι επιστήμη. Δεν υπηρετούν τον άνθρωπο λένε, αλλά τον
πεθαίνουν. Μαγειρεύουν σκάρτα φαγητά για τον μαζάνθρωπο της σύγχρονης
κοινωνίας. Κάποτε η ιστορία θα τους γράψει, στους μεγάλους ευεργέτες της ανθρωπότητας. Τους δικούς μας αστέρες. Πλανήτες και κομήτες.
100 χρόνια μετά(2122)
''
Η χώρα σώθηκε χάρη στους εσωτερικοεξωτερικούς τροικανούς, με σχετικά
λίγες απώλειες για το μέγεθος του πειράματος. Οι νεκροί δεν ξεπέρασαν
τελικά το ένα εκατομμύριο, οι μετανάστες τα δύο εκατομμύρια, οι ανάπηροι
σωματικά και ψυχικά ήταν κάτω από τρία εκατομμύρια, δηλαδή επέζησε
χωρίς ουσιαστικές απώλειες σχεδόν ο μισός πληθυσμός της χώρας. Οι
έχοντες και κατέχοντες της εποχής. Όπως γίνεται σε κάθε πόλεμο. Αν
σήμερα καμαρώνουμε τον ήλιο, τη θάλασσα, τα βουνά αυτής της ωραίας
χώρας, το οφείλουμε στους μεγάλους Έλληνες Ηγέτες, που έσκυψαν μπροστά
στους Ευρωπαίους Ηγέτες μπρούμυτα -και τους βγήκαν τα μάτια έξω,
κοιτάζοντας κατάματα το μέλλον του τόπου. Ακόμα ο Όλυμπος στέκει
αγέρωχος, αγναντεύοντας το αιγαίο πέλαγος. Ακόμα η χώρα πλέει στο
γαλάζιο της θάλασσας και του Ουρανού.Ακόμα υπάρχουν ποτάμια με νερό. Οι
τρεις ηγέτες της εποχής εκείνης, είχαν το χάρισμα να βλέπουν 100 χρόνια
μπροστά από την εποχή τους. Ίσαμε σήμερα δηλαδή. Όπως όλοι οι ηγέτες.
Δεν λογάριαζαν πτώματα και δάκρυα, δεν λογάριαζαν ανθρωποθυσίες των
παροίκων, δεν λογάριαζε το δικό τους ανάστημα τα κλαψουρίσματα του κατά
συρροή λαού τους. Έβλεπαν μακριά, πως θα ζήσουν και τα εγγόνια τους την
ευημερία που απολάμβαναν οι δικές τους οικογένειες. Στο σεντούκι που
άφησαν παρακαταθήκη έβαλαν πέντε κλειδαριές. Ο
μισός λαός τους τίμησε για όλα τα ανδραγαθήματα της εποχής με τη ψήφο
του, τους ανακήρυξε αιώνιους σωτήρες, από γενιά σε γενιά έπινε νερό στο
όνομά τους. Αν τότε οι τρεις σοφοί της Ελλάδος άκουγαν το άλλο μισό του
λαού, τώρα ο ήλιος θα ξέχναγε να ανατείλει στη χώρα που δεν υπάκουσε
στους θεούς της, η χώρα θα ήταν ακόμα στην εποχή της γεωργίας και της
κτηνοτροφίας, στην εποχή της χειρωνακτικής δουλειάς, της πνευματικής
επαγρύπνησης. Σήμερα
η Ελλάδα είναι πρότυπο της υπερ-τεχνολογίας των πιο εξελιγμένων
παγκόσμια εταιρειών, των μεγαθήριων που αγκαλιάζουν τον λαό τους σφιχτά,
πιο σφιχτά δεν γίνεται, της αφηοθονοποίησης, όλα μ’ ένα χάδι, τεράστιες
ξενοδοχειακές μονάδες φιλοξενούν εκατομμύρια επισκέπτες, η χώρα
ξεπέρασε σε καζίνα το άλλοτε επιβλητικό Λας Βέγκας, οι μεγαλύτερες
τράπεζες του κόσμου είναι πια σε κάθε γωνιά, οι περισσότεροι έλληνες
τους χαρίζουν φιλόξενα τις υπηρεσίες τους. Η χώρα λειτουργεί με σιωπή
νεκροταφείου. Ιδανικός τόπος να ηρεμήσεις. Κάτω από τον πιο λαμπρό ήλιο
της Μεσογείου… Τα
αγάλματα στους δρόμους τιμάνε εκείνες τις ένδοξες εποχές. Η Μέρκελ, η
Λαγκραντ, ο Σόιμπλε, ο Σαμαράς, ο Βενιζέλος, ο Φώτης Κουβέλης. Όλοι
αυτοί οι οραματιστές των μεγάλων αλλαγών. Ένας λαός ολόκληρος θυσιάστηκε
για τον κόσμο του μέλλοντος. Ένα κόσμο χωρίς ανθρώπινη χαρά, αλλά ούτε
και ανθρώπινο πόνο. Ζωή μες τη ζωή χωρίς ζωή. Γεμάτο φωτάκια που αναβοσβήνουν…. ……………………………………………………………………………………….’’
Κ.Τ.
Η ΑΠΕΡΓΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΚΡΑΥΓΗ ΣΟΥ
(ενα βιντεο των Ισπανων που ετοιμασαν για την α π ε ρ γ ι α... πηγη:απο το μπλοκ που ειναι κατω απο το βιντεο)
"Αριστούργημα.Πολύ δυνατά συναισθήματα,εξαιρετικές ερμηνείες,πλάνα με μεγάλη διάρκεια που προσθέτουν αμεσότητα."
"ΔΕΝ
ΕΧΩ ΛΟΓΙΑ ΝΑ ΠΕΡΙΓΡΑΨΩ ΤΑ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΑ ΜΟΥ.......ΤΟ ΘΕΩΡΩ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ
ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑ ΚΑΙ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΜΕ ΣΕΒΑΣΜΟ ΤΗΣ ΦΘΟΡΑΣ
ΚΑΙ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΠΟΥ ΜΑΣ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ ΟΛΟΥΣ......... Οσοι εχουμε ζησει τη
φθορά σε αγαπημένα μας και κοντινά μας
πρόσωπα, φαντάζομαι πως μας φαίνεται πιό " οικείο".....Ομως η έκφραση
του προσώπόυ της Ριβα, την ώρα που την σηκώνει από το κρεβάτι έχοντας
μόλις ανακαλύψει πως .... τα κάνει επάνω της.......ή την έκφρασή της
όταν αρνείται να φάει......Μπορεί να είναι σκληρό, αλλά πότε η φθορά και
ο θάνατος ήταν ευχάριστα ζητήματα......... Το πιό συναρπαστικό - κατά
τη γνώμη μου - είναι πως η μεταξύ τους τρυφερότητα καταφέρνει να
υπερέχει της σκληρότητας του θανάτου, της φθοράς και της
απώλειας........."
(Δυστυχως , δεν κρατησα την πηγη των παραπανω σχολιων...)
("Ο ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟΣ ΚΥΡΙΟΣ ΛΑΖΑΡ" ο τιτλος της ταινιας. http://youtu.be/Dd-Y65_UnlM Γιαυτην θελω να μιλησω. ΟΧΙ!!!!!!!!!!!!!!!
Δεν ειναι Δασκαλος ο ΣΕΜΝΟΣ ευγενικος και αξιοπρεπεστατος κυριος Λαζαρ.
Ειναι ενας μεταναστης χωρις χαρτια, που εχει περασει απο πονο στη χωρα
του.... και ξερει ΝΑ ΔΙΝΕΙ!!!!! Μακαρι να την εβλεπαν Όλοι οι Δασκαλοι. Ολοι οι Γονεις. Ολοι οι ΑΝΘΡΩΠΟΙ του κοσμου!!!!!!!!!!
"Ο Εξαιρετικός κύριος Λαζάρ είναι ένα μάθημα διδακτικό για την ίδια τη
ζωή. Ο άνθρωπος χωρίς ταυτότητα, χωρίς πατρίδα, χωρίς παρελθόν. Είναι ο
άνθρωπος εκτός κάδρου, εκείνος που συνεχώς πετιέται στο περιθώριο ώστε
να μπουν στη θέση που τους «αρμόζει» οι ντόπιοι, οι γηγενείς, οι
«φυσιολογικοί». Με άλλα λόγια η παθογένεια της σύγχρονης ελληνικής
κοινωνίας, όπως εκφράζεται από τα παρατράγουδα της Χρυσής Αυγής,
απλώνεται σε ολόκληρο το δυτικό κόσμο, σε όλο της το μεγαλείο."
(Νεστορας Πουλακος)
" Έχουμε δει πάμπολλες ταινίες γύρω από τη σχέση
δασκάλου με μαθητές, αλλά ο Εξαιρετικός κύριος Λαζάρ έρχεται, από το
πουθενά και πάλι, να φωτίσει την αδιόρατη γραμμή που χωρίζει την
επιθυμία ενός παιδιού να βρει τη στήριξη στα δύσκολα μέσα στο σχολικό
πλαίσιο από την αντίστοιχη λαχτάρα ενός εμπνευσμένου δασκάλου να βρει
έστω κι έναν αποδέκτη που θα αρπάξει το νόημα της ζωής, πέρα από τη
διδακτέα ύλη. Με το ξέσπασμα του αγοριού και την αγκαλιά του κοριτσιού
στο φινάλε θα δείτε πως η ταινία βρίσκει τις στιγμές αυτές με
μεγαλοπρέπεια που δεν χωράει σε απλά λόγια, καλούς βαθμούς και
συγκινητικά κηρύγματα."LIFO". "Η τάξη ενός δημοτικού σχολείου στο
Μόντρεαλ θα στιγματιστεί από ένα τραγικό γεγονός στο ξεκίνημα μιας
συνηθισμένης χειμωνιάτικης μέρας… Ο Αλγερινός μετανάστης που εμφανίζεται
απρόσκλητος με την ιδιότητα του δασκάλου, θα προσπαθήσει με το δικό του
μοναδικό τρόπο να επουλώσει τα τραύματα των παιδιών, κάνοντας παράλληλα
ορατές τις αδυναμίες μιας κοινωνίας, η οποία αρνείται να δει πέρα από
την επιφάνεια της πολιτικής ορθότητας και των αναπαραγόμενων στερεοτύπων
της. Ο «εξαιρετικός κύριος Λαζάρ», η τελευταία ταινία του
γαλλοκαναδού σκηνοθέτη και σεναριογράφου Philippe Falardeau, εμπνευσμένη
από το θεατρικό μονόλογο «Bashir Lazhar» της Evelyne de la Cheneliere,
βρίσκει στην τοπική σχολική κοινότητα του Quebec πρόσφορο έδαφος για να
αγγίξει με ιδιαίτερη ευαισθησία δύσκολα θέματα οικουμενικού
ενδιαφέροντος. Γίνεται έτσι ο καμβάς πάνω στον οποίο στήνονται πορτρέτα
ανθρώπων και πρότυπα συμπεριφορών που προσπαθούν να αντιμετωπίσουν ή
κυρίως να αποφύγουν τις οδυνηρές συνέπειες του πένθους και της ενοχής.
Ταυτόχρονα λειτουργεί και ως ένας καθρέφτης, όπου αντανακλάται με
ειρωνικό τρόπο η ΑΠΟΤΥΧΙΑ των σύγχρονων εκπαιδευτικών μοντέλων και του οικογενειακού περιβάλλοντος να διαχειριστούν το τραύμα αλλά και αυτήν ακόμα την ανθρώπινη επικοινωνία.
Η ταινία ακολουθεί μια απλή γραμμική αφήγηση αποκαλύπτοντας αργά και
σταδιακά τα μυστικά της, όπως ακριβώς και ο κεντρικός της χαρακτήρας, με
έναν τρόπο που δεν είναι ποτέ αυτός της άμεσης προβολής ή
αντιπαράθεσης. Αποφεύγοντας την κλιμάκωση ή την κορύφωση της δραματικής
πλοκής προτιμάει την απόκρυψη ή απλά την αποσιώπηση, την υιοθέτηση ενός
λεπτού και γλυκόπικρου χιούμορ, τη διακριτική και από μικρή απόσταση
παρατήρηση των ηρώων, μια στάση σεβασμού απέναντι στο τραγικό και την
υποβόσκουσα θλίψη του. Πετυχαίνει έτσι τη σταδιακή ανάδυση της
συγκίνησης μέσα από εικόνες και λιτούς διαλόγους που καθηλώνουν με τη
μεστότητα και την ειλικρίνειά τους. Μέσα από τα βλέμματα των μαθητών που
αναζητούν απαντήσεις, το συχνά αμήχανο αλλά γεμάτο αισιοδοξία χαμόγελο
του δασκάλου, τους μεταξύ τους διαλόγους, την επικοινωνία που χτίζεται
σιγά-σιγά. Κεντρικός άξονας της ταινίας παραμένει ως το τέλος ο
ομώνυμος ήρωας, ο ευγενικός κύριος Λαζάρ, που διαπνέεται από μια έμφυτη
σεμνότητα και αξιοπρέπεια και που κουβαλάει μια προσωπική τραγική
ιστορία στην οποία αποφεύγει να αναφέρεται. Έχοντας περάσει και ο ίδιος
μέσα από μια δοκιμασία ανείπωτης βίας και έχοντας επιβιώσει, είναι ίσως ο
πιο κατάλληλος –παρά τις παλιομοδίτικες μεθόδους του-να βοηθήσει τα
παιδιά να αντιμετωπίσουν τη θλίψη τους, να συγχωρήσουν, αλλά και να
αγωνιστούν για μια ζωή που παρά τη βιαιότητά της αξίζει να τη ζουν. Με
τη γλυκύτητα του λόγου του και μύθους όπως αυτόν της χρυσαλλίδας, ο
Αλγερινός πολιτικός πρόσφυγας που «μιλάει όπως ο Μπαλζάκ», καταφέρνει να
εμφυσήσει στα παιδιά το σεβασμό προς το σχολείο ως τόπο φιλίας και
πραγματικής συνεργασίας, αλλά κυρίως την κατάφαση προς τη ζωή και την
αποδοχή του θανάτου, ακόμα και του πιο άδικου ή ανεξήγητου.
Παραβιάζοντας τους τυπικούς κανόνες μιας κοινωνίας άκαμπτης και
γραφειοκρατικής θα πληρώσει όχι μόνο το τίμημα μιας πλαστογραφίας αλλά
κι αυτό της ανυπακοής, αφήνοντας ωστόσο πίσω του τη μαρτυρία μιας
γνήσιας αγάπης. (Καλλιόπης Πουτούρογλου))