έχε το νου σου στο παιδί..




Πέμπτη, 19 Ιουνίου 2014

“Αύριο”, λες,

“Αύριο”, λες,
και μέσα σ’ αυτήν τη μικρή αναβολή παραμονεύει ολόκληρο
το πελώριο ποτέ.    

Να ‘σαι τόσο πρόσκαιρος, και να κάνεις όνειρα
τόσο αιώνια!  



Μια αιωνιότητα η διαδρομή


 

Ήμουν στο φαράγγι του Βίκου με την Αρετή. Μόλις είχα τελειώσει το στρατό. Φορούσα ένα ξεθωριασμένο τζην, άσπρο μακό μπλουζάκι, κόκκινο μπουφάν, κοντά μαύρα μαλλιά. Στα χέρια μου κρατούσα το δίκοχο. Η Αρετή δεν ήταν ούτε  δεκάξι. Ντυμένη με τη μπλε ποδιά. Τα καστανά μαλλιά της τα έχε δεμένα πίσω, έλαμπε το πρόσωπό της. Τα μάτια της ήταν πιο πράσινα από το πράσινο της άνοιξης. Βράχια και πράσινο. Και η χαράδρα.
Γεμάτο μικρά κίτρινα λουλούδια γύρω μας.  Έσκυψα και μάζεψα μερικά. Της χάρισα ένα μικρό μπουκέτο.
Ένας  ψηλολέλεκας Άγγλος με την ασθενική γυναίκα του ενοχλήθηκε.
It is not right what you did, είπε;
Why;
Nature for everyone
Ήμουν έτοιμος να του επιτεθώ, το ύφος του με ενόχλησε.  Μην του απαντάς, είναι χαζός, με τράβηξε από το χέρι η Αρετή.
Κάτω απλώνονταν το φαράγγι. Μπροστά η Αρετή άκρη άκρη και πίσω της εγώ. Έβλεπα το τρεμάμενο σώμα της. Φοβόταν. Μη κοιτάς κάτω της έλεγα. Μπροστά να κοιτάς. Ένα στενό δρομάκι και το παραμικρό στραβοπάτημα θα γινόταν μοιραίο. Σε μερικά σημεία το ύψος ξεπερνάει τα χίλια μέτρα. Κάτω άφαντος ο Βοϊδομάτης.
Σταθήκαμε σ’ ένα μικρό άνοιγμα. Η Αρετή  κόλλησε πάνω μου, το μετάνιωσε.
- Πως θα γυρίσουμε τώρα;
- Μη φοβάσαι
Η πλάτη μου ακουμπούσε στην πέτρα.. Πέρασα τα χέρια μου γύρω από τη μέση της. Ένοιωθα να με τρυπάει το μικρό σφιχτό της στήθος. Τα μαγουλάκια της κατακόκκινα, το δέρμα της τρυφερό άσπρο. Με τον δείκτη μου της άνοιγα τα χείλη της. Τα δόντια της πιο άσπρα από άσπρα. Άγγιξα τη γλώσσα μου στα χείλη της. Τραβήχτηκε. Ξεκουμπώθηκε ένα κουμπί από την ποδιά της. Κρυφοκοίταζα το στήθος της. Σαν της Παναγίας. Κολλημένη πάνω μου, φοβάμαι.
Ένα πουλί κελαηδούσε πάνω από το κεφάλι μας. Της έλυσα τα μαλλιά. Έπεσαν στη πλάτη της, σαν καταρράκτης. Μια πασχαλίτσα πάνω στον λαιμό της. Τρόμαξε. Την πήρα στο χέρι μου.  Την άφησα πάνω  σ’ ένα μικρό τρυφερό κλαδάκι στη σχισμή της πέτρας.
Η Αρετή μοσχοβολούσε κόκκινο τριαντάφυλλο ραντισμένο φρεσκοκομμένο χαμομήλι. Μέθυσα με την μυρωδιά της. Την κοίταγα ίσα στα μάτια. Την ένοιωθα κατάψυχα. Ήμουν ευτυχισμένος για πρώτη φορά.
Πήρα μια κοφτερή πέτρα κι έγραψα Αρετή πάνω στο βράχο. Μετά άρχισα να φωνάζω, βάζοντας τα δυό μου χέρια σαν χωνί στο στόμα μου.
- Αρετήηηηηηηηηηηηηηηηηηηηηηηηηηηηηηηηηηηηη!
Γέμισε το φαράγγι Τιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιι!
-Τι;
- Σ’ αγαπώ.

Η γης που πατούσα κόπηκε. Δεν κατάλαβα πως. Έπεφτα στον γκρεμό, ευτυχισμένος. Ολόκληρο το φαράγγι του Βίκου ένα Τιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιι. Και η σεντόρεια κραυγή της Αρετής. 
Μια αιωνιότητα  η διαδρομή.
Μέχρι που σκόρπισα. σαν σκόνη στο σύμπαν.

Το απόγευμα, στην κηδεία του Βαγγέλη, μετά από χρόνια είδα την Αρετή. Ντυμένη στα μαύρα. Ίδια εκείνα τα μεγάλα πράσινα μάτια. Ξεχώριζαν μέσα στο βουβό κλάμα.

Ταξιδευτής http://kostistaxithevon.blogspot.gr/2014/06/blog-post_18.html
">

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου